Creativity

Innovation

Originality

Imagination

 

Salient

Salient is an excellent design with a fresh approach for the ever-changing Web. Integrated with Gantry 5, it is infinitely customizable, incredibly powerful, and remarkably simple.

Download

Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο, με τον τίτλο "Κώδικας Συντάξεων Προσωπικού
σιδηροδρόμων"
Παραθέτουμε τα άρθρα 1, 8 και 19.

ΑΡΘΡΟ 1 

Προϋποθέσεις του δικαιώματος σύνταξης

1. Αυτοί που ανήκουν στο μόνιμο, έκτακτο ή με σύμβαση προσωπικό των ελληνικών ατμήλατων σιδηροδρόμων δικαιούνται σύνταξη: (Άρθρο 1 παρ.1 Ν.Δ. 3395/55.)

Εάν αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο από την υπηρεσία και έχουν συμπληρώσει 
είκοσι πέντε έτη συντάξιμη υπηρεσία στα δίκτυα.(Άρθρο 1 παρ. 1 περιπτ. α` 
Ν.Δ. 3395/55, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 και 2 Ν. 4295/63 και 
αντικ. με το άρθρο 1 Ν.479/76, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 2 των Ν. 1902/90 και 1976/91 και 19 παρ. 3 Ν.2084/92.)

Για τις μητέρες υπαλλήλους, οι οποίες έχουν προσληφθεί μέχρι και 31η 
Δεκεμβρίου 1982 και είναι χήρες με άγαμα παιδιά ή άγαμες μητέρες με άγαμα 
παιδιά, διαζευγμένες με άγαμα παιδιά, ή καθώς και για γυναίκες που είναι 
έγγαμες, αρκεί η συμπλήρωση δεκαπέντε ετών πλήρους πραγματικής συντάξιμης 
υπηρεσίας μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992 και για όσες συμπληρώνουν τη 
δεκαπενταετία από 1η Ιανουαρίου 1993 και μετά προστίθεται ένα εξάμηνο για 
κάθε ημερολογιακό έτος και μέχρι τη συμπλήρωση δεκαεπτά (17) ετών και έξι (6)μηνών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.(Άρθρο 2 παρ. 2 Ν.4295/63,όπως αντικ.την με τα άρθρα 1 Ν.479/76, 6 παρ. 4 Ν.1813/88, 1Ν.1902/90, 1 Ν. 1976/91 και 19 παρ. 1 Ν.2084/92.)

Κατ`εξαίρεση για τις γυναίκες υπαλλήλους, οι οποίες έχουν τρία 1902/90,όπως αντικ. τουλάχιστον παιδιά, καθώς και για τους άνδρες υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν τρία τουλάχιστον παιδιά και είναι χήροι ή διαζευγμένοι, εφόσον, οι τελευταίοι, με δικαστική απόφαση έχουν την επιμέλεια των ανήλικων ή ανίκανων παιδιών, αρκεί εικοσαετής πλήρης πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, 
ανεξάρτητα από το χρόνο πρόσληψής τους.(Άρθρο 1 παρ. 1 Ν 1902/90 όπως αντικ. 
με το άρθρο 1 παρ.3 Ν. 1976/91.)

Για τους υπαλλήλους οι οποίοι είναι παντελώς τυφλοί, παραπληγικοί ή τετραπλή κοί, καθώς και για όσους πάσχουν από Βήτα Ομόζυγο μεσογειακή ή 
δρεπανοκυτταρική, μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67% και υποβάλλονται σε μετάγγιση, αρκεί δεκαπενταετής πλήρης πραγματική συντάξιμη υπηρεσία.(Άρθρο 3 παρ. 1 σε συνδ. με το άρθρο 6παρ.20 του Ν.2227/94.)

β)Αν απολυθούν από την υπηρεσία και έχουν εικοσαετή τουλάχιστον υπηρεσία από την οποία δεκαπενταετή πραγματική υπηρεσία στα δίκτυα και δέκα έτη συνεχή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία αμέσως πριν από την απόλυση. Ο τελευταίος αυτός περιορισμός της υπηρεσίας των δέκα ετών δεν ισχύει γι αυτούς που απολύθηκαν για το λόγο ότι καταργήθηκε η θέση. (Άρθρο 1 παρ. 1 περίπτ. γ` Ν.Δ.3395/55, όπως αντικατ. με το άρθρο 5 παρ. 7 Ν. 4295/63.)

Αν αποχωρήσουν από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας και έχουν δεκαπενταετή 
τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία στα δίκτυα.(Άρθρο 1 παρ. 1 γ) 
περιπτ. δ` Ν.Δ. 3395/55,όπως αντικατ. με το άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 285/76.)

Αν απομακρυνθούν από την υπηρεσία για σωματική ή διανοητική ανικανότητα 
σχετική με την παραπέρα άσκηση των καθηκόντων τους και έχουν συμπληρώσει 
πενταετή τουλάχιστον συντάξιμη υπηρεσία ή ανεξάρτητα από το χρόνο συντάξιμης υπηρεσίας, αν η ανικανότητα τους οφείλεται σε βίαιο συμβάν που επήλθε κατά την εκτέλεση ή από αφορμή της εργασίας τους (εργατικό ατύχημα).

Κατ`εξαίρεση, αν η ανικανότητα οφείλεται σε φυματίωση, δικαιούνται σύνταξη αν έχουν συμπληρώσει τετραετή τουλάχιστον συντάξιμη υπηρεσία στα δίκτυα κατά την ημέρα της απόλυσης τους από το λόγο αυτό και με τον όρο ότι η νόσος εκδηλώθηκε μετά τριετία από την πρόσληψη τους.(Άρθρο 1 παρ. 1 περίπτ. ε` Ν.Δ. 3395/55 σε συνδ. με τα άρθρα 3 παρ. 7 και 6 παρ. 20 Ν. 2227/94.)

Σιδηροδρομικός υπάλληλος θεωρείται μόνο αυτός που κατέχει θέση η οποία 
προβλέπεται από τον οργανισμό του δικτύου στο οποίο υπηρετεί.(Άρθρο 1 παρ. 2 Ν.Δ. 3395/55.)

Δικαιούται επίσης σύνταξη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, και το 
προσωπικό των Ασφαλιστικών Ταμείων του προσωπικού των σιδηροδρομικών δικτύων, 
καθώς και το από Έλληνες πολίτες προσωπικό της Διεθνούς Εταιρείας Κλιναμαξών, που εργάζεται στην Ελλάδα, εφόσον το προσωπικό των δύο αυτών περιπτώσεων έχει προσληφθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1970.( Άρθρο 1 παρ. 3 Ν.Δ. 3395/55 σε συνδ. με το άρθρο 7 Ν.Δ. 1342/73.)

Δεν υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος το προσωπικό που προσλαμβάνεται από τον Ο.Σ.Ε. από την 1η Ιανουαρίου 1971 και μετά. (Διευκρινιστική διάταξη έπειτα από το άρθρο 7 Ν.Δ. 1342/73.)


ΑΡΘΡΟ 8 

Υπολογισμός σύνταξης


1.Η μηνιαία σύνταξη συνίσταται σε τόσα τριακοστά πέμπτα του κατά το άρθρο 4 
μηνιαίου συντάξιμου μισθού, όσα τα έτη της πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.

2.Η σύνταξη, που κανονίζεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο στο 
προσωπικό των εξωτερικών υπηρεσιών, προσαυξάνεται κατά 5/35 του μηνιαίου 
συντάξιμου μισθού τους, εφόσον το προσωπικό αυτό έχει συμπληρώσει 20 ετών πραγματική υπηρεσία στις υπηρεσίες αυτές.( Άρθρο 8 Ν.Δ. 3395/ 55, όπως τροποπ. με αρθρ. 1 Ν. 147/1975 και αντικατ. με αρθρ. 4 Ν. 1202/81 (σε συνδυασμό και με το αρθρ. 2 Ν. 1209/81) και αρθρ. 7 Ν. 1694/87.)

3.Η σύνταξη που παρέχεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, στο προσωπικό 
που ασχολείται κατά την άσκηση των καθηκόντων της επαγγελματικής του 
ειδικότητας με ραδιενεργές πηγές ή ιοντίζουσες ακτινοβολίες σεακτινολογικά ή ακτινοθεραπευτικά εργαστήρια προσαυξάνεται κατά 3/35 του μηνιαίου συντάξιμου μισθού τους. (Άρθρο 4 παρ. 1813/1988.)

Ανεξάρτητα από το χρόνο πρόσληψης, το επί του συντάξιμου μηνιαίου μισθού 
ποσοστό σύνταξης για όσους παραμένουν στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση του 
κατά περίπτωση 35ετούς συντάξιμου χρόνου αυξάνεται κατά 1/50 για κάθε έτος υπηρεσίας πέρα από το 35ο και μέχρι το 40ο.

Στον κατά το προηγούμενο εδάφιο χρόνο για χορήγηση της προσαύξησης 
υπολογίζεται και ο χρόνος κάθε υπηρεσίας, που πραγματικά παρέχεται εφόσον αναγνωρίζεται ως συντάξιμος, ανεξάρτητα από το αν λαμβάνεται υπόψη για τη βαθμολογική ή μισθολογική εξέλιξη.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται για όσους εξέρχονται από την υπηρεσία από την έναρξη της ισχύος της.( Άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 1902/90 και 4 παρ. 1 Ν. 1976/91 σε συνδ. με αρθρ. 6 παρ. 13 Ν. 2227/94.)

Η μηνιαία σύνταξη των παντελώς τυφλών, παραπληγικών και τετραπληγικών 
υπαλλήλων του τετάρτου εδαφίου της περίπτ. α` της παρ. 1 του άρθρου 1 του 
Κώδικα αυτού, καθώς και όσων πάσχουν από βήτα ομόζυγο μεσογειακή ή 
δρεπανοκυτταρική ή μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%, που υποβάλλονται σε μετάγγιση της ίδιας διάταξης, ορίζεται στα ογδόντα τοις εκατό (80%) των κατά την παρ. 4 του άρθρου 4 αποδοχών, που λαμβάνουν κατά το χρόνο της εξόδου τους από την υπηρεσία, εφόσον εξέρχονται 
μετά τη συμπλήρωση δεκαπενταετούς πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, ανεξάρτητα από την αιτία εξόδου. (Άρθρο 3 παρ. 3 2227/94.)

ΑΡΘΡΟ 19

Ηλικία συνταξιοδότησης.- Χρόνος έναρξης πληρωμής της σύνταξης.


1. Για την καταβολή της σύνταξης των υπαλλήλων θεσπίζεται ηλικία 
συνταξιοδότησης, η οποία ορίζεται ως εξής:

α Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μέχρι 31η Δεκεμβρίου 1997 το 
τεσσαρακοστό δεύτερο (42°) έτος της ηλικίας τους συμπληρωμένο, προκειμένου 
για μητέρες που έχουν ανήλικα ή σωματικώς ή πνευματικώς ανίκανα παιδιά κατά ποσοστό από 50% και άνω, ή για γυναίκες με ανίκανο σύζυγο κατά ποσοστό 67% και άνω, το πεντηκοστό τρίτο (53°) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο προκειμένου 
για τις λοιπές γυναίκες και το πεντηκοστό πέμπτο (55°) έτος συμπληρωμένο προκειμένου για τους άνδρες.

Το κατά το προηγούμενο εδάφιο τεσσαρακοστό δεύτερο (42°) έτος της ηλικίας των γυναικών με ανήλικα ή ανίκανα παιδιά ή ανίκανο σύζυγο αυξάνεται από 1ης Ιανουαρίου 1993 κατά ένα εξάμηνο για κάθε ημερολογιακό έτος και μέχρι τη συμπλήρωση της ηλικίας του τεσσαρακοστού τέταρτου (44ου) έτους και έξι (6)μηνών, η δε υπάλληλος θα ακολουθεί το όριο ηλικίας που ισχύει κατά το χρόνο που συμπληρώνει δεκαπενταετή πλήρη συντάξιμη υπηρεσία.

Η ηλικία συνταξιοδότησης, που προβλέπεται από τις διατάξεις της περίπτωσης αυτής, ισχύει και για τις γυναίκες του δεύτερου εδαφίου της περίπτ. α` της παρ. 1 του άρθρου 1 εφόσον συμπληρώνουν δεκαπενταετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1997.

β) Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1ης Ιανουαρίου 1998 και μετά, το πεντηκοστό (50ό) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο για τις μητέρες που έχουν ανήλικα ή σωματικώς ή πνευματικώς ανίκανα παιδιά κατά ποσοστό 50% και άνω ή για γυναίκες με ανίκανο σύζυγο κατά ποσοστό 67% και άνω, το πεντηκοστό όγδοο 
(58°) έτος συμπληρωμένο για τις λοιπές γυναίκες και το εξηκοστό (60ο) έτος 
της ηλικίας συμπληρωμένο προκειμένου για τους άνδρες.

Το κατά το προηγούμενο εδάφιο πεντηκοστό όγδοο (58°) έτος ηλικίας των γυναικών και το εξηκοστό (60ό) έτος ηλικίας των ανδρών, αυξάνεται από 1ης Ιανουαρίου 1998 και μετά κατά ένα εξάμηνο για κάθε ημερολογιακό έτος μέχρι τη συμπλήρωση του εξηκοστού (60ού) έτους για τις γυναίκες και του εξηκοστού πέμπτου (65ου) έτους για τους άνδρες, ο δε υπάλληλος θα ακολουθεί το όριο ηλικίας που ισχύει κατά το χρόνο που θεμελιώνει το δικαίωμα σύνταξης.

Το δικαίωμα σύνταξης , που θεμελιώνεται με βάση τις διατάξεις των 
προηγούμενων περιπτώσεων και τις διατάξεις του άρθρου 1, δε θίγεται από 
ενδεχόμενες μεταβολές που επέρχονται στην προσωπική ή οικογενειακή κατάσταση του υπαλλήλου κατά την παραμονή του στην υπηρεσία μετά τη θεμελίωση.

2. Η καταβολή της σύνταξης των υπαλλήλων της προηγούμενης παραγράφου, οι οποίοι αποχωρούν από την υπηρεσία λόγω παραίτησης ή για άλλους λόγους πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδότησης, αναστέλλεται μέχρι τη 
συμπλήρωση της ηλικίας αυτής.

Μετά τη λήξη της αναστολής αρχίζει η καταβολή της σύνταξης αναπροσαρμοσμένης με όλες τις αυξήσεις που έχουν χορηγηθεί μέχρι την έναρξη καταβολής της.

Η σύνταξη των γυναικών, που θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μετά την 1η Ιανουαρίου 1998, μπορεί να καταβληθεί μετά τη συμπλήρωση του πεντηκοστού πέμπτου (55ου) έτους της ηλικίας, μειώνεται όμως κατά το 1/200 του ποσού της για κάθε μήνα που υπολείπεται από την έναρξη καταβολής της μέχρι τη συμπλήρωση της κατά περίπτωση ηλικίας συνταξιοδότησης.

Η σύνταξη των ανδρών υπαλλήλων, που θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μετά την 
1η Ιανουαρίου 1998, μπορεί να καταβληθεί μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού (60ού) έτους της ηλικίας, μειώνεται όμως κατά 1/200 του ποσού της για κάθε μήνα, που υπολείπεται από την έναρξη καταβολής της και μέχρι τη συμπλήρωση της κατά περίπτωση ηλικίας συνταξιοδότησης.

Για όσους έχουν προσληφθεί μετά την 1η Ιανουαρίου 1983, και συμπληρώνουν
τριακοντακονταπενταετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, η σύνταξη 
καταβάλλεται ολόκληρη μετά τη συμπλήρωση του πεντηκοστού ογδόου(58ου) έτους της ηλικίας προκειμένου για τις γυναίκες και του εξηκοστού (60ού) έτους της ηλικίας προκειμένου για τους άνδρες.

Στην κατά το προηγούμενο εδάφιο τριακονταπενταετή συντάξιμη υπηρεσία 
περιλαμβάνεται και ο χρόνος που λογίζεται ως συντάξιμος με τις διατάξεις του Ν. 1405/1983, καθώς και οι προσαυξήσεις των συντάξεων με τριακοστά πέμπτα ή πεντηκοστά. (Άρθρο 19 παρ. 1 Ν.Δ. 3395/55, όπως ισχύει μετά το άρθρο 2 Ν. 1976/91, όπως αντικατ. και συμπλ. με άρθρο 19 Ν.2084/92 και άρθρο 4 παρ. 
3 Ν. 2227/94)

3. Οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 δεν έχουν εφαρμογή για όσους από τους 
λοιπούς υπαλλήλους:

α) Απολύονται από την υπηρεσία για σωματική ή διανοητική ανικανότητα είτε 
αυτή οφείλεται στην υπηρεσία είτε όχι.

Το ίδιο ισχύει και όταν ο υπάλληλος, ενώ έχει θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης 
και αποχωρήσει πριν από την ηλικία συνταξιοδότησης, καταστεί στο μεταξύ 
ανίκανος κατά ποσοστό τουλάχιστον 67%.

Στην περίπτωση αυτή η σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία που κατέστη ανίκανος. Το ποσοστό της ανικανότητας και η ημερομηνία που επήλθε αυτή βεβαιώνονται με γνωμάτευση της Α. Σ.Υ. Επιτροπής.

β) Είναι παντελώς τυφλοί, παραπληγικοί, τετραπληγικοί ή πάσχουν από μεσογειακή ή μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία.

γ) Απολύονται χωρίς δική τους υπαιτιότητα.

δ) Αποχωρούν από την υπηρεσία μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1997 και έχουν συμπληρώσει τριακονταπενταετή τουλάχιστον συντάξιμη υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζονται οι πλασματικές υπηρεσίες, οι υπηρεσίες που λογίζονται συντάξιμες με τις διατάξεις του Ν. 1405/1983, καθώς και οι προσαυξήσεις των συντάξεων με τριακοστά πέμπτα.

ε) Ανήκουν στις γυναίκες και τους χήρους ή διαζευγμένους υπαλλήλους που 
αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο της περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 1 του Κώδικα 
αυτού.

στ) Έχουν προσληφθεί μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1982 και συμπληρώνουν, μετά τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, επταετή (7ετή) πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, στην οποία περιλαμβάνονται και οι προϋπηρεσίες του άρθρου 1 του Ν. 1405/1983.

Με εξαίρεση τις γυναίκες του δεύτερου εδαφίου της περίπτ. α` της παραγρ. 1 
του άρθρου 1, η κατά το προηγούμενο εδάφιο επταετής πλήρης πραγματική 
συντάξιμη υπηρεσία για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μετά την 1η Ιανουαρίου 1998, αυξάνεται κατά ένα εξάμηνο για κάθε ημερολογιακό έτος από 
την 1η Ιανουαρίου 1998 μέχρι τη συμπλήρωση 10 πλήρων ετών, ο δε υπάλληλος θα ακολουθεί το αυξημένο όριο που ισχύει κατά το έτος θεμελίωσης του δικαιώματος.

4. Για τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδότησης λαμβάνεται υπόψη η 
ημερομηνία γέννησης του υπαλλήλου, εκτός αν αυτή δεν αποδεικνύεται , οπότε λαμβάνεται υπόψη η 31η Δεκεμβρίου του έτους που γεννήθηκε.

5. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων η πληρωμή 
της σύνταξης αρχίζει από την επομένη της απομάκρυνσης του υπαλλήλου από την 
υπηρεσία ή από την επομένη του θανάτου του ή από την επομένη λήξης των τυχόν 
καταβαλλόμενων κατά το επόμενο άρθρο τρίμηνων αποδοχών.Το τελευταίο ισχύει 
και για το συνταξιούχο. (Άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 1976/1991)

6. Σε περίπτωση θανάτου του πατέρα το κατά την περιπτ. β της παρ. 1 του 
άρθρου 3 δικαίωμα στη σύνταξη και η πληρωμή της σύνταξης της χήρας μητέρας ή 
αδελφών αρχίζει από την επομένη του θανάτου του.( Άρθρο 19 παρ2. Ν.Δ. 
3395/55)

7. Σε περίπτωση κήρυξης αφάνειας το δικαίωμα της σύνταξης και η πληρωμή της αρχίζει από την τελευταία στιγμή του κινδύνου ή την τελευταία είδηση για τον άφαντο σύμφωνα με τις διατάξεις για την αφάνεια.( Άρθρο 19 παρ.3 Ν.Δ. 3395/55)

8. Οι συντάξεις καταβάλλονται κάθε μήνα και στην αρχή του μήνα τον οποίο 
αφορούν. (Αρθρο19 παρ.4 Ν.Δ.3395/55)

9. Τις αποδοχές του προσωπικού που πρόκειται να απολυθεί για σωματική ή 
διανοητική ανικανότητα, μέχρι την τελική κρίση από την Α.Σ.Υ. Επιτροπή, 
σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 16, εξακολουθεί να καταβάλει ΟΣΕ, και πάντως όχι πέρα από ένα τρίμηνο. (Αρθρο 19 παρ 5 Ν.Δ 3395/55)