Creativity

Innovation

Originality

Imagination

 

Salient

Salient is an excellent design with a fresh approach for the ever-changing Web. Integrated with Gantry 5, it is infinitely customizable, incredibly powerful, and remarkably simple.

Download

Η παρούσα δημοσίευση εξηγεί τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία στα παιδιά. Κύριος σκοπός της είναι να ενδυναμώσει τα παιδιά, με και χωρίς αναπηρία, να παίξουν το ρόλο τους στην πρόκληση των διακρίσεων και την προαγωγή των αρχών της Σύμβασης. Η UNICEF στην ετήσια Έκθεσή της για το έτος 2013 και την κατάσταση των παιδιών στον κόσμο εστίασε στα παιδιά με αναπηρία και τόνισε την σημασία της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την ευτυχία τους.

UNICEF.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ 2013.

ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ.

ΣΥΝΟΨΗ ΕΚΘΕΣΗΣ.


Βασικές συστάσεις.

Η διεθνής δέσμευση για τη δημιουργία κοινωνιών χωρίς αποκλεισμούς έχει οδηγήσει στη βελτίωση της κατάστασης των παιδιών με αναπηρίες καθώς και των οικογενειών τους. Όμως, πολλά από τα παιδιά αυτά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εμπόδια στη συμμετοχή τους στις πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές υποθέσεις των κοινοτήτων τους. Για την υλοποίηση της υπόσχεσης για ισότητα μέσα από την κοινωνική ένταξη των παιδιών με αναπηρίες απαιτούνται τα εξής:

1. Να επικυρωθούν και να εφαρμοστούν η Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (στο εξής CRPD) και η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (στο εξής CRC).

2. Να καταπολεμηθούν οι διακρίσεις και να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση ως προς τα θέματα που άπτονται της αναπηρίας, τόσο στο ευρύ κοινό και στους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων όσο και στα άτομα που παρέχουν ουσιαστικές υπηρεσίες στα παιδιά και στους εφήβους, σε τομείς όπως η υγεία, η εκπαίδευση και η προστασία.

3. Να αρθούν τα εμπόδια στην ένταξη των παιδιών με αναπηρίες, έτσι ώστε η πρόσβαση και η συμμετοχή των ίδιων καθώς και των συνομηλίκων τους να είναι εύκολη σε όλα τα περιβάλλοντα, όπως σχολεία, νοσοκομειακές εγκαταστάσεις, μέσα μαζικής μεταφοράς και τα λοιπά.

4. Να δοθεί ένα τέλος στην ιδρυματοποίηση των παιδιών με αναπηρίες, ξεκινώντας με την αναστολή της ένταξης και άλλων παιδιών. Αυτό θα πρέπει να γίνει παράλληλα με την προώθηση και τη βελτίωση της υποστήριξης για τη φροντίδα της οικογένειας και την αποκατάσταση σε επίπεδο κοινότητας.

5. Να στηριχθούν οι οικογένειες έτσι ώστε να είναι σε θέση να ανταπεξέλθουν στο υψηλό κόστος διαβίωσης και στο τίμημα της απώλειας ευκαιριών, καθώς και να αυξήσουν το εισόδημά τους για τη φροντίδα των παιδιών με αναπηρίες.

6. Να καθοριστούν οι ελάχιστες απαιτήσεις για τη συμμετοχή των παιδιών και των εφήβων με αναπηρίες στην αξιολόγηση των μέσων υποστήριξης και των υπηρεσιών που συμβάλλουν στην εκπλήρωση των αναγκών τους.

7. Να συντονιστούν οι υπηρεσίες σε όλους τους τομείς, ούτως ώστε να αντιμετωπίζουν όλες τις προκλήσεις με τις οποίες έρχονται αντιμέτωπα τα παιδιά και οι έφηβοι με αναπηρίες αλλά και οι οικογένειές τους.

8. Να συμπεριληφθούν τα παιδιά και οι έφηβοι με αναπηρίες στη λήψη αποφάσεων για θέματα που τους αφορούν, ώστε να καταστούν φορείς και όχι μόνο αποδέκτες αλλαγών.

9. Να προωθηθεί ένα συντονισμένο, παγκόσμιο ερευνητικό πρόγραμμα για τα άτομα με αναπηρία, προκειμένου να συγκεντρωθούν τα συγκρίσιμα και αξιόπιστα στοιχεία που χρειάζονται για τον προσανατολισμό του σχεδιασμού και της κατανομής πόρων, καθώς και για την πιο ξεκάθαρη τοποθέτηση των παιδιών με αναπηρίες στα αναπτυξιακά προγράμματα.

Η κατ’ εξοχήν απόδειξη του συνόλου των παγκόσμιων και εθνικών προσπαθειών θα έγκειται σε τοπικό επίπεδο και θα εξαρτάται από το εάν κάθε παιδί με αναπηρίες απολαμβάνει τα δικαιώματά του – συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε υπηρεσίες, υποστήριξη και ευκαιρίες – στην ίδια βάση με τα άλλα παιδιά, ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές και υπό τις πιο δυσμενείς συνθήκες.


ΕΙΣΑΓΩΓΗ.

Εκθέσεις όπως η παρούσα ξεκινούν, συνήθως, με μια στατιστική ειδικά διαμορφωμένη για να τονίσει ένα πρόβλημα. Το ζήτημα, εδώ, δεν έγκειται στο φύλο των παιδιών στα οποία απευθύνεται η συγκεκριμένη έκδοση της Κατάστασης των παιδιών στον κόσμο. Αντιθέτως, η εν λόγω έκδοση αφορά όλα τα παιδιά, είτε πρόκειται για έναν αδερφό, μια αδερφή, έναν φίλο που έχει ένα αγαπημένο φαγητό, τραγούδι ή παιχνίδι, είτε για μια κόρη ή ένα γιο που έχει όνειρα και την επιθυμία να τα πραγματοποιήσει, ή τέλος για ένα παιδί με μια αναπηρία που έχει όμως τα ίδια δικαιώματα με οποιοδήποτε άλλο κορίτσι ή αγόρι.

Παρόλο που πιθανόν σε άλλα άτομα παρουσιάζονται ευκαιρίες ανάπτυξης, τα παιδιά με αναπηρίες έχουν τη δυνατότητα να χαίρουν μιας ικανοποιητικής ζωής και να συμβάλουν στην κοινωνική, πολιτισμική και οικονομική ευρωστία των κοινωνιών τους. Όμως, η επιβίωση και η ευημερία μπορούν να αποβούν ιδιαίτερα δύσκολες για τα παιδιά με αναπηρίες. Αυτά τα παιδιά έχουν περισσότερες πιθανότητες να είναι φτωχά σε σχέση με τους συνομηλίκους τους χωρίς αναπηρίες. Ακόμα κι όπου τα παιδιά έχουν τα ίδια μειονεκτήματα, τα παιδιά με αναπηρίες αντιμετωπίζουν επιπρόσθετες προκλήσεις, ως απότοκο των μειονεξιών τους και της πληθώρας των εμποδίων τα οποία η κοινωνία δημιουργεί στο δρόμο τους. Τα παιδιά που ζουν στη φτώχεια είναι ανάμεσα σε αυτούς που έχουν τις λιγότερες πιθανότητες να χαρούν τα οφέλη, για παράδειγμα, της εκπαίδευσης και της υγειονομικής περίθαλψης, αλλά τα παιδιά τα οποία ζουν στη φτώχεια κι έχουν μια αναπηρία, έχουν ακόμα λιγότερες πιθανότητες να φοιτήσουν στο τοπικό σχολείο ή να επισκεφθούν κάποιο ιατρείο.

Σε πολλές χώρες, οι αντιδράσεις για την κατάσταση των παιδιών με αναπηρίες περιορίζονται κατά μεγάλο μέρος στην ιδρυματοποίηση, στην εγκατάλειψη ή στην παραμέληση. Αυτές οι αντιδράσεις, που αποτελούν και το πρόβλημα, προέρχονται από τις αρνητικές ή πατερναλιστικές υποθέσεις περί ανικανότητας, εξάρτησης και διαφορετικότητας οι οποίες διαιωνίζονται μέσω της άγνοιας. Αυτό που χρειάζεται είναι μια δέσμευση για τα δικαιώματα και το μέλλον αυτών των παιδιών, η οποία θα δίνει προτεραιότητα στις πιο μειονεκτικές ομάδες με βάση το αίσθημα δικαίου προς όφελος όλων.

Τα παιδιά με αναπηρίες έρχονται αντιμέτωπα με διάφορες μορφές αποκλεισμού και επηρεάζονται από αυτές σε διάφορα επίπεδα, βάσει του είδους της αναπηρίας που έχουν, του τόπου διαμονής τους και του πολιτισμού ή της τάξης στην οποία ανήκουν. Το φύλο αποτελεί, επίσης, θεμελιώδες στοιχείο: τα κορίτσια με αναπηρίες έχουν λιγότερες πιθανότητες να μορφωθούν, να λάβουν τεχνική κατάρτιση ή να βρουν εργασία σε σχέση με τα αγόρια με αναπηρίες ή τα κορίτσια χωρίς αναπηρίες.

Τα παιδιά με αναπηρίες, συχνά, θεωρούνται κατώτερα, γεγονός που τα καθιστά περισσότερο ευπαθή: οι διακρίσεις με βάση την αναπηρία εκφράζονται με την περιθωριοποίηση από τους πόρους και από τη λήψη αποφάσεων ακόμα και με την παιδοκτονία. Ο αποκλεισμός, συχνά, προέρχεται από την αφάνεια. Λίγες μόνο χώρες έχουν αξιόπιστες πληροφορίες για τον αριθμό των πολιτών που είναι παιδιά με αναπηρίες, το είδος της αναπηρίας τους ή τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι αναπηρίες επηρεάζουν τη ζωή τους. Τα παιδιά, όμως, που αποκλείονται, αγνοούν και επομένως απομακρύνονται από τις δημόσιες υπηρεσίες τις οποίες μπορούν να δικαιούνται. Αυτές οι στερήσεις είναι δυνατό να έχουν συνέπειες μεγάλης διάρκειας, όπως για παράδειγμα περιορισμένη πρόσβαση στην έμμισθη εργασία ή περιορισμένη συμμετοχή σε υποθέσεις της πολιτείας αργότερα στη ζωή τους. Όμως, η πρόσβαση και η χρήση υπηρεσιών και τεχνολογιών υποστήριξης μπορούν να κάνουν το παιδί που έχει κάποια αναπηρία, να ενταχθεί στην κοινωνία και να συνεισφέρει σε αυτή.

Το μέλλον δεν είναι καθόλου ζοφερό. Με τη δέσμευσή τους να στηρίξουν τη Συνθήκη CRC και τη Συνθήκη CRPD, οι ίδιες οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο έχουν αναλάβει την ευθύνη να διασφαλίσουν ότι όλα τα παιδιά ανεξαρτήτως ικανότητας ή ανικανότητας θα απολαμβάνουν τα δικαιώματά τους χωρίς κανενός είδους διακρίσεις. Οι Συμβάσεις μαρτυρούν την αναπτυσσόμενη παγκόσμια εκστρατεία για την ένταξη των παιδιών με αναπηρίες στη ζωή της κοινότητας. Παράλληλα, υπογραμμίζουν ότι τα παιδιά με αναπηρίες έχουν τα ίδια δικαιώματα με τα υπόλοιπα παιδιά.

Η ένταξη υπερβαίνει την ενσωμάτωση. Παίρνοντας ένα παράδειγμα από τον τομέα της εκπαίδευσης, η ενσωμάτωση ίσως επιχειρείται απλώς με την είσοδο των παιδιών με αναπηρίες σε «κανονικά» σχολεία. Η ένταξη, όμως, είναι εφικτή μόνο όταν τα σχολεία σχεδιάζονται και διοικούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε όλα τα παιδιά να μπορούν να μελετούν και να παίζουν μαζί. Αυτό θα μπορούσε να προκύψει από την ύπαρξη των απαιτούμενων εγκαταστάσεων, όπως πρόσβαση στο σύστημα Μπράϊγ, στη νοηματική γλώσσα και σε κατάλληλα προγράμματα σπουδών.

Η ένταξη είναι προς όφελος όλων. Συνεχίζοντας το παράδειγμα της εκπαίδευσης, κεκλιμένα επίπεδα και φαρδιές πόρτες μπορούν να βελτιώσουν την πρόσβαση και την ασφάλεια όλων των παιδιών, των καθηγητών, των γονιών και των επισκεπτών, και όχι μόνο των παιδιών που μετακινούνται με αναπηρικά καροτσάκια.

Στις προσπάθειες για την προώθηση της ένταξης και της ισότητας, τα παιδιά με αναπηρίες πρέπει να επιδιώξουν την υποστήριξη των οικογενειών τους, των οργανώσεων των μειονεκτούντων ατόμων, των συλλόγων γονέων και κηδεμόνων καθώς και των τοπικών κοινωνιών. Τα παιδιά με αναπηρίες θα πρέπει, επίσης, να μπορούν να στηρίζονται και σε άλλους εκτός από τους κύριους υποστηρικτές τους. Οι κυβερνήσεις έχουν τη δύναμη να εναρμονίζουν τις πολιτικές και τα προγράμματά τους με την CRPD και τη CRC. Οι διεθνείς εταίροι μπορούν να παρέχουν αρωγή που να συμμορφώνεται με τις Συμβάσεις αυτές. Εταιρίες και άλλοι φορείς του ιδιωτικού τομέα μπορούν να προαγάγουν την ένταξη – και να προσελκύσουν τους καλύτερους ερευνητές – με την αποδοχή της διαφορετικότητας στις προσλήψεις.

Πολλά από τα δεινά που υφίστανται τα παιδιά με αναπηρίες προέρχονται και διαιωνίζονται από την αφάνειά τους. Η ερευνητική κοινότητα εργάζεται για την ανάδειξη της πλειονότητας των παιδιών, μέσω της βελτίωσης της συγκέντρωσης στοιχείων και της ανάλυσής τους. Το έργο τους θα συμβάλει στην εξάλειψη της άγνοιας και των διακρίσεων, στην εστίαση των πόρων και των παρεμβάσεων, καθώς και στον προσδιορισμό των αποτελεσμάτων τους. Όμως, οι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής δεν χρειάζεται να περιμένουν για την καλύτερη συγκέντρωση στοιχείων προκειμένου να ξεκινήσουν την ανάπτυξη υποδομών και υπηρεσιών για την κοινωνική ένταξη: το μόνο που χρειάζεται είναι αυτές οι προσπάθειες να παραμείνουν ευέλικτες, ώστε να μπορούν να προσαρμόζονται όταν έρχονται στο φως νέα δεδομένα.


Στοιχεία και αριθμοί.

Σύμφωνα με έναν από τους πλέον διαδεδομένους υπολογισμούς, περίπου 93 εκατομμύρια παιδιά - ή 1 στα 20 παιδιά ηλικίας 14 ετών και κάτω - ζουν με μια μέτριου ή σοβαρού βαθμού αναπηρία κάποιας μορφής.

Τέτοιες παγκόσμιες εκτιμήσεις είναι αρκετά υποθετικές. Οι εκτιμήσεις αυτές φέρουν ημερομηνία - η συγκεκριμένη υπάρχει από το 2004 - και προκύπτουν από ποιοτικά στοιχεία πολύ διαφοροποιημένα και μεθόδους πολύ αντιφατικές για να θεωρηθούν αξιόπιστες. Για να προσφέρει ένα κατάλληλο πλαίσιο και να επεξηγήσει τα εξεταζόμενα θέματα, η Κατάσταση των Παιδιών στον Κόσμο 2013 παρουσιάζει τα αποτελέσματα εθνικών αναλύσεων και ανεξάρτητων μελετών. Ακόμα κι αυτές, όμως, πρέπει να ερμηνευθούν με προσοχή και δεν θα πρέπει να συγκρίνονται μεταξύ τους . Κι αυτό γιατί οι ορισμοί για την αναπηρία διαφέρουν με βάση τον τόπο και το χρόνο, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα σχέδια των μελετών, τη μεθοδολογία και την ανάλυσή τους.


ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΕΝΤΑΞΗΣ.

Η CRPD και η CRC αμφισβητούν τις φιλανθρωπικές προσεγγίσεις ότι τα παιδιά με αναπηρίες χαίρουν περίθαλψης και προστασίας. Αντιθέτως, οι Συμβάσεις αυτές απαιτούν την πλήρη αναγνώριση κάθε παιδιού ως μέλος της οικογένειάς του, της κοινότητας και της κοινωνίας. Το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται την εστίαση στις παραδοσιακές έννοιες της «λύτρωσης» του παιδιού, αλλά την επικέντρωση στην προσπάθεια να αποσοβηθούν τα υλικά, πολιτισμικά, οικονομικά, επικοινωνιακά και κινητικά εμπόδια, καθώς και τα εμπόδια που σχετίζονται με τους τρόπους συμπεριφοράς τα οποία δυσχεραίνουν την κατανόηση των δικαιωμάτων των παιδιών, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματός τους στην ενεργό συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, που επηρεάζουν την καθημερινή τους ζωή.

Η υποτίμηση των ικανοτήτων των ατόμων με αναπηρίες αποτελεί ένα σημαντικό εμπόδιο στην ένταξή τους καθώς και στην ισότητα των ευκαιριών.

Οι περιφρονητικές συμπεριφορές επικρατούν σε όλη την κοινωνία από τους επαγγελματίες, τους πολιτικούς και τους υπεύθυνους για τη λήψη αποφάσεων, μέχρι τις οικογένειες και τους συνομηλίκους, καθώς επίσης και στα ίδια τα άτομα με αναπηρίες, τα οποία, ελλείψει στοιχείων που αποδεικνύουν την αξία τους και την υποστήριξη που έχουν από τους άλλους, συχνά υποτιμούν μόνα τους τις ικανότητές τους.


Αλλαγή στάσης.

Ελάχιστες αλλαγές θα επέλθουν στη ζωή των παιδιών με αναπηρίες, αν οι συμπεριφορές αυτές δεν αλλάξουν. Η άγνοια σχετικά με τη φύση και τα αίτια των μειονεξιών, η αφάνεια των ίδιων των παιδιών, η έντονη υποτίμηση των δυνατοτήτων και των ικανοτήτων τους, καθώς και άλλα κωλύματα στην ισότητα ευκαιριών και μεταχείρισης, κάνουν τα παιδιά με αναπηρίες να φιμώνονται και να περιθωριοποιούνται. Το θέμα της αναπηρίας, όμως, στον πολιτικό και κοινωνικό διάλογο όχι μόνο ευαισθητοποιεί τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων και τους παρόχους υπηρεσιών, αλλά και υποδεικνύει στην κοινωνία, γενικότερα, ότι η αναπηρία είναι μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η σημασία της ένταξης των παιδιών με αναπηρίες είναι τεράστια. Η προκατάληψη μπορεί να μειωθεί μέσα από την αλληλεπίδραση, όπως για παράδειγμα μέσα από δραστηριότητες που φέρνουν κοντά παιδιά με και χωρίς αναπηρίες. Η κοινωνική ενσωμάτωση είναι προς όφελος όλων. Μάλιστα, τα παιδιά τα οποία έχουν βιώσει την ένταξη, επί παραδείγματι στην εκπαίδευση, μπορούν να θεωρηθούν οι καλύτεροι δάσκαλοι της κοινωνίας για τη μείωση των ανισοτήτων και τη δημιουργία μιας κοινωνίας χωρίς αποκλεισμούς.

Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (στο εξής ΜΜΕ) που δεν στηρίζουν τον αποκλεισμό διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο. Με την προβολή μιας διαφορετικής εικόνας για τα παιδιά και τους ενήλικες με αναπηρίες, τα ΜΜΕ μπορούν να εκπέμψουν θετικά μηνύματα, όπως ότι κάθε άτομο με αναπηρία ανήκει σε μια οικογένεια και μια γειτονιά, καθώς και ότι μπορεί, επίσης, να αντιμετωπίσει τις ανακρίβειες και τα στερεότυπα που ενισχύονται από τις κοινωνικές προκαταλήψεις.

Ομοίως, η συμμετοχή στις κοινωνικές δραστηριότητες συμβάλλει στην προώθηση μιας θετικής άποψης για την αναπηρία. Ο αθλητισμός, ιδιαίτερα, έχει οδηγήσει στην κατάρριψη πολλών κοινωνικών προκαταλήψεων. Το γεγονός ότι ένα παιδί υπερνικά τα σωματικά και ψυχικά εμπόδια και συμμετέχει μπορεί να είναι εμψυχωτικό και να αποπνέει σεβασμό. Βέβαια, τα παιδιά με αναπηρίες που δεν έχουν υψηλές επιδόσεις δεν θα πρέπει να θεωρούνται υποδεέστερα σε σχέση με αυτά που έχουν.

Ο αθλητισμός βοηθά, επίσης, σε εκστρατείες για τη μείωση του στιγματισμού. Μάλιστα, οι αθλητές με αναπηρίες βρίσκονται συχνά ανάμεσα στους πιο επιφανείς εκπρόσωπους των ανθρώπων με αναπηρίες. Η εμπειρία σε ένα πλήθος χωρών έδειξε ότι η πρόσβαση στον αθλητισμό και την αναψυχή, όχι μόνο θα ωφελήσει άμεσα τα παιδιά με αναπηρίες αλλά και θα βελτιώσει την κοινωνική τους θέση, γιατί συμμετέχουν μαζί με άλλα παιδιά σε δραστηριότητες που χαίρουν μεγάλης εκτίμησης από την κοινωνία.

Επειδή η CRPD αναγνωρίζει την οικογένεια ως μια φυσική οντότητα της κοινωνίας και δίνει στο κράτος το ρόλο του υποστηρικτή, η διαδικασία της πραγμάτωσης των δικαιωμάτων των παιδιών με αναπηρίες ξεκινά με την υποστήριξη των οικογενειών τους και με τη δημιουργία ενός κέντρου για έγκαιρη παρέμβαση.


Στήριξη παιδιών και οικογενειών.

Σύμφωνα με τη CRPD, τα παιδιά με αναπηρίες έχουν το δικαίωμα για ένα ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο, καθώς και για επιδοτούμενες ή δωρεάν υπηρεσίες στήριξης, όπως παραδείγματος χάριν ημερήσια μέριμνα, εξασφάλιση προσωρινής φροντίδας εκτός κατοικίας και πρόσβαση σε ομάδες αυτοβοήθειας. Η κοινωνική προστασία για τα παιδιά με αναπηρίες καθώς και για τις οικογένειές τους είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι αυτές οι οικογένειες συχνά έρχονται αντιμέτωπες με ένα υψηλό κόστος ζωής, αλλά και με χαμένες ευκαιρίες εξασφάλισης εισοδήματος. Οι εκτιμήσεις, όσον αφορά τις πρόσθετες δαπάνες για την αναπηρία που βαρύνουν τις οικογένειες, κυμαίνονται από 9% των εσόδων στο Βιετνάμ έως 11-69% των εσόδων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πέραν των δαπανών για την ιατρική περίθαλψη και την αποκατάσταση καθώς και άλλων άμεσων δαπανών, οι οικογένειες επωμίζονται παράλληλα το κόστος των χαμένων ευκαιριών μιας και οι γονείς και τα μέλη της οικογένειας πολύ συχνά πρέπει να σταματούν ή να περιορίζουν την εργασιακή τους απασχόληση, προκειμένου να φροντίζουν τα παιδιά με αναπηρίες.

Μια έρευνα που διεξήχθη σε 14 αναπτυσσόμενες χώρες έδειξε ότι τα άτομα με αναπηρίες είχαν περισσότερες πιθανότητες να βιώσουν τη φτώχεια σε σχέση με τα άτομα χωρίς αναπηρίες. Τα άτομα με αναπηρίες έτειναν να βρίσκονται σε λιγότερο ευνοϊκή θέση, όσον αφορά την εκπαίδευση, την απασχόληση, τις συνθήκες διαβίωσης, την κατανάλωση και την υγεία. Η αύξηση του κόστους υγειονομικής περίθαλψης σε σχέση με τις οικογένειες χωρίς μέλη με αναπηρίες μπορεί να μειώσει περαιτέρω το βιοτικό επίπεδο των οικογενειών.

Τα κράτη μπορούν να αντιμετωπίσουν τον αυξημένο κίνδυνο φτώχειας που ελλοχεύει για τα παιδιά. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με πρωτοβουλίες για την κοινωνική προστασία, όπως τα προγράμματα μεταβίβασης κοινωνικών πόρων, τα οποία έχουν αποδειχτεί ότι ωφελούν τα παιδιά. Ο αριθμός των χωρών με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, που αναμένει θετικά αποτελέσματα από την εφαρμογή ευρύτερων προσπαθειών και στοχευμένων πρωτοβουλιών κοινωνικής προστασίας, οι οποίες περιλαμβάνουν τη μεταβίβαση κοινωνικών πόρων ειδικά για τα παιδιά με αναπηρίες, αυξάνεται. Η συστηματική παρακολούθηση και η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων σχετικά με θέματα υγείας, εκπαίδευσης και αναψυχής των ατόμων με αναπηρίες έχουν εξέχουσα σημασία, για να διασφαλιστεί ότι τα προγράμματα μεταβίβασης κοινωνικών πόρων εκπληρώνουν τους σκοπούς τους.

Ένα άλλο μέσο το οποίο μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι κυβερνήσεις, είναι η καθιέρωση ενός ειδικού προϋπολογισμού για την αναπηρία, βάσει του οποίου οι κυβερνήσεις θα θέσουν συγκεκριμένους στόχους για τα παιδιά με αναπηρίες, μέσα σε μια ευρύτερη πρωτοβουλία, και θα τους παράσχουν ένα ικανοποιητικό ποσό. Η πρόσβαση σε υπηρεσίες, όπως η εκπαίδευση, η υγειονομική περίθαλψη, η προσαρμογή, η αποκατάσταση και η αναψυχή, θα πρέπει να είναι δωρεάν και να παρέχεται με τέτοιο τρόπο ώστε να προωθεί την πληρέστερη δυνατή ενσωμάτωση και ατομική ανάπτυξη του παιδιού.


Αποκατάσταση σε επίπεδο κοινότητας.

Τα προγράμματα αποκατάστασης βασισμένα στην κοινότητα (στο εξής CBR) τα οποία επιδιώκουν να διασφαλίσουν ότι τα άτομα με αναπηρίες έχουν ισότιμη πρόσβαση στην υγεία, την εκπαίδευση και τη διαβίωση, αποτελούν παράδειγμα της παρέμβασης που οι τοπικές κοινωνίες έχουν σχεδιάσει και διαχειρίζονται με την ενεργό συμμετοχή των παιδιών και των ενηλίκων με αναπηρίες.

Τα προγράμματα CBR μπορεί να αποδειχτούν αρκετά αποτελεσματικά για την αντιμετώπιση των πολυάριθμων στερήσεων, όπως για παράδειγμα αυτές που βιώνουν τα παιδιά με αναπηρίες που ζουν σε αγροτικές κοινότητες και κοινότητες αυτοχθόνων. Στα πλαίσια μιας πρωτοβουλίας για την ευαισθητοποίηση των πολιτών σχετικά με τα παιδιά των αυτοχθόνων πληθυσμών, όπως επί παραδείγματι στην Οαχάκα του Μεξικού, ομάδες από τα προγράμματα CBR που προέρχονται από το Κέντρο Ερευνών και τριτοβάθμιων σπουδών στον τομέα της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, σε συνεργασία με τη UNICEF, προβλέπουν τη δημιουργία τοπικών δικτύων στήριξης μεταξύ των οικογενειών των παιδιών με αναπηρίες. Πάνω από τρία χρόνια (2007-2010), η πρωτοβουλία αυτή συνέβαλλε στην αυξημένη αποδοχή των παιδιών με αναπηρίες από τις ίδιες τους τις οικογένειες και κοινωνίες, στη βελτίωση της παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, στην κατασκευή κεκλιμένων επιπέδων για αναπηρικά καροτσάκια σε δημόσιους χώρους από τις κοινότητες, στις ρυθμίσεις για δωρεάν υπηρεσίες από το κράτος και τα ομοσπονδιακά νοσοκομεία, και τέλος, σε 32 νέες εγγραφές παιδιών με αναπηρίες σε κανονικά σχολεία.

Στόχος των προσεγγίσεων για την αποφυγή του αποκλεισμού σχετικά με την έννοια της προσβασιμότητας είναι η κανονική εργασία για όλους κι όχι η δημιουργία παράλληλων συστημάτων. Ένα προσβάσιμο περιβάλλον είναι σημαντικό μόνο όταν τα παιδιά με αναπηρίες μπορούν να απολαμβάνουν το δικαίωμα συμμετοχής τους στην κοινωνία και έχουν την ευκαιρία να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους στο έπακρο. Έτσι, για παράδειγμα, τα παιδιά με αναπηρίες χρειάζεται να έχουν πρόσβαση σε όλα τα σχολεία για να αποκομίσουν όσον το δυνατόν περισσότερα οφέλη από την εκπαίδευση. Τα παιδιά που φοιτούν με άλλους συνομηλίκους τους έχουν περισσότερες πιθανότητες να είναι παραγωγικά μέλη των κοινωνιών τους και να ενσωματωθούν στη ζωή των κοινοτήτων τους.

Ανάλογα με τον τύπο της αναπηρίας του, ένα παιδί μπορεί να χρειάζεται μια βοηθητική συσκευή (για παράδειγμα ένα τεχνητό μέλος) ή μια υπηρεσία (όπως έναν διερμηνέα νοηματικής γλώσσας) για να ανταπεξέλθει πλήρως σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (στο εξής WHO) όμως, σε πολλές φτωχές χώρες μόνο ένα 5-15% εκείνων που χρειάζονται τεχνολογίες υποβοήθησης είναι σε θέση να τις αποκτήσει. Το κόστος τέτοιων τεχνολογιών μπορεί να είναι απαγορευτικό, ειδικότερα για τα παιδιά που όσο μεγαλώνουν χρειάζονται αντικατάσταση ή προσαρμογή των συσκευών τις οποίες χρησιμοποιούν. Η πρόσβαση στις τεχνολογίες υποβοήθησης και οποιαδήποτε άλλη εξειδικευμένη υποστήριξη που χρειάζονται τα παιδιά για να διευκολυνθεί η διαδραστική συμμετοχή τους στα προαναφερθέντα πρέπει να είναι δωρεάν και διαθέσιμη για το σύνολο των παιδιών.

Ο καθολικός σχεδιασμός είναι μια προσέγγιση για την προσβασιμότητα η οποία επιδιώκει τη δημιουργία προϊόντων, δομών και περιβαλλόντων που όλα τα παιδιά θα είναι σε θέση να χρησιμοποιούν – ανεξαρτήτως ηλικίας, ικανότητας ή κατάστασης – στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, χωρίς την ανάγκη προσαρμογής ή εξειδικευμένου σχεδιασμού. Οι εφαρμογές «σε πραγματικές συνθήκες» περιλαμβάνουν κατάλληλα πεζοδρόμια, ακουστικά βιβλία, μηχανισμούς πρόσδεσης τύπου Velcro και λεωφορεία με χαμηλό δάπεδο.

Το κόστος της ολοκληρωμένης προσβασιμότητας σε νέα κτίρια και υποδομές μπορεί να είναι αμελητέο και να μην υπερβαίνει το 1% του συνολικού κόστους. Αντιθέτως, οι προσαρμογές σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις μπορούν να ανέλθουν έως και στο 20% του αρχικού κόστους. Συνεπώς, θεωρείται λογικό να ενσωματωθούν οι επιταγές της προσβασιμότητας στα πρώτα στάδια στη φάση της μελέτης. Η προσβασιμότητα θα πρέπει, επίσης, να αποτελεί στοιχείο το οποίο να λαμβάνεται υπόψη για τη χρηματοδότηση αναπτυξιακών προγραμμάτων.


ΙΣΧΥΡΑ ΘΕΜΕΛΙΑ.

Οι υγειονομικές και εκπαιδευτικές υπηρεσίες για την αποφυγή του αποκλεισμού διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία γερών βάσεων, σύμφωνα με τις οποίες τα παιδιά με αναπηρίες μπορούν να διάγουν μια ζωή με τους καλύτερους δυνατούς όρους.


Υγεία χωρίς αποκλεισμούς.

Σύμφωνα με τη CRPD και τη CRC, όλα τα παιδιά έχουν δικαίωμα στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο υγείας. Τα παιδιά με αναπηρίες έχουν, επομένως, ισοδύναμο δικαίωμα στην πλήρη υγειονομική περίθαλψη, που μπορεί να αφορά από την ανοσοποίηση στη νηπιακή ηλικία, μέχρι την κατάλληλη διατροφή και θεραπευτική αγωγή για τις ασθένειες και τους τραυματισμούς στην παιδική ηλικία, αλλά και τα εμπιστευτικά στοιχεία και τις υπηρεσίες για τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία κατά τη διάρκεια της εφηβείας και τις αρχές της ενήλικης ζωής. Εξίσου σημαντικές είναι οι πρωτοβουλίες όπως αυτή για την Ύδρευση, Υγιεινή και Αποχέτευση - Water, Sanitation and Hygiene (στο εξής WASH).

Στόχος της προσέγγισης στο θέμα της υγείας χωρίς αποκλεισμούς είναι να διασφαλιστεί ότι τα παιδιά με αναπηρίες απολαμβάνουν πραγματικά τα προαναφερθέντα δικαιώματα στην ίδια βάση με τα άλλα παιδιά. Πρόκειται για ένα ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης και σεβασμού της εγγενούς αξιοπρέπειας όλων των ανθρώπων, καθώς και για μια μελλοντική επένδυση δεδομένου ότι τα υγιή παιδιά μεγαλώνουν με πιο αποδοτικούς φροντιστές και γονείς.

Οι εμβολιασμοί, οι οποίοι ανήκουν στις πιο επιτυχημένες και πλέον αποτελεσματικές από άποψη κόστους παρεμβάσεις στη δημόσια υγεία, αποτελούν σημαντική συνιστώσα των παγκόσμιων προσπαθειών για τη μείωση των ασθενειών και των θανάτων στην παιδική ηλικία. Πλέον εμβολιάζονται περισσότερα παιδιά από ποτέ. Παρόλα αυτά, τα παιδιά με αναπηρίες δεν επωφελούνται ακόμα από την αυξημένη εμβολιαστική κάλυψη. Η συμμετοχή αυτών των παιδιών στις προσπάθειες εμβολιασμού δεν υπαγορεύεται απλώς από λόγους ηθικής, αλλά είναι και ζωτικής σημασίας για τη δημόσια υγεία και ισότητα. Η καθολική κάλυψη είναι αδύνατο να επιτευχθεί αν τα παιδιά με αναπηρίες εξαιρεθούν.

Αν και ο εμβολιασμός μπορεί να προλάβει κάποιες ασθένειες που ενδέχεται να επιφέρουν αναπηρίες, είναι εξίσου σημαντικό να εμβολιάζονται και τα παιδιά τα οποία ήδη έχουν κάποια αναπηρία. Παρά το εύρος των εμβολιασμών που δέχονται τα παιδιά με αναπηρίες, εγκυμονεί ο κίνδυνος καθυστέρησης της ανάπτυξης, αποτρέψιμων δευτερογενών συνεπειών, αλλά και η πρόληψη του θανάτου.

Η συμμετοχή των παιδιών με αναπηρίες στις προσπάθειες για την προώθηση του εμβολιασμού – όπως για παράδειγμα αυξάνοντας την ευαισθητοποίηση με την προβολή των παιδιών με αναπηρίες μαζί με άλλους σε αφίσες ή άλλο διαφημιστικό υλικό, καθώς και προσεγγίζοντας τους συλλόγους γονέων και κηδεμόνων και τους οργανισμούς για τα άτομα με αναπηρίες – θα συμβάλει στην αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης.

Η διατροφή είναι εξίσου σημαντική. Ανεπαρκή τρόφιμα ή μια διατροφή χωρίς συγκεκριμένες βιταμίνες και μεταλλικά στοιχεία ενδέχεται να καταστήσουν τα βρέφη και τα παιδιά ευάλωτα σε ορισμένες καταστάσεις, καθώς και σε πολλαπλές μολύνσεις οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε σωματικές, αισθητηριακές και διανοητικές αναπηρίες. Για παράδειγμα, περίπου 250.000-500.000 παιδιά κάθε χρόνο θεωρείται ότι διατρέχουν τον κίνδυνο να τυφλωθούν λόγω έλλειψης βιταμίνης Α. Αυτό το σύνδρομο μπορεί εύκολα να αποφευχθεί με συμπληρώματα, τα οποία κοστίζουν ελάχιστα σεντς για κάθε παιδί. Ομοίως, μέτρα χαμηλού κόστους μπορούν να λειτουργήσουν προληπτικά για τη μείωση των μειονεξιών που προκύπτουν από άλλες διατροφικές ανεπάρκειες.

Η κακή διατροφή και τα επεισόδια διάρροιας στην πρώιμη παιδική ηλικία μπορεί να οδηγήσουν σε καχεξία που απορρέει, όπως καταδεικνύεται, από το χαμηλό ύψος σε σχέση με την ηλικία τους, γεγονός το οποίο με τη σειρά του μπορεί να επιφέρει χαμηλές διανοητικές και εκπαιδευτικές επιδόσεις οι οποίες θα επιφέρουν αρνητικές συνέπειες κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Ο υποσιτισμός στις μητέρες μπορεί να συμβάλει σε ορισμένες μορφές αναπηρίας της παιδικής ηλικίας που θα μπορούσαν να αποφευχθούν. Μια από τις συνηθέστερες αιτίες της αναπηρίας στον κόσμο είναι η αναιμία, η οποία επηρεάζει περίπου το 42% των εγκύων γυναικών σε χώρες με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα (πάνω από τις μισές πάσχουν από σιδηροπενική αναιμία). Παράλληλα, η αναιμία επηρεάζει πάνω από το 50% των παιδιών της προσχολικής ηλικίας στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Ο υποσιτισμός μπορεί αφενός να είναι μια από τις αιτίες της αναπηρίας, αφετέρου μπορεί να είναι και ένα αποτέλεσμα. Πράγματι, τα παιδιά με αναπηρίες είναι εκτεθειμένα σε υψηλότερο κίνδυνο υποσιτισμού. Οι σωματικές αναπηρίες που σχετίζονται με συνθήκες, όπως η λαγωχειλία ή η εγκεφαλική παράλυση, μπορούν να εμποδίζουν τους μηχανισμούς κατανάλωσης φαγητού. Συγκεκριμένες νόσοι, όπως η κυστική ίνωση, ενδέχεται να παρεμποδίζουν την απορρόφηση θρεπτικών στοιχείων. Μάλιστα, μερικά βρέφη και παιδιά με αναπηρίες ενδέχεται να χρειάζονται ειδική διατροφή ή αύξηση της πρόσληψης θερμίδων προκειμένου να διατηρηθούν σε ένα υγιές βάρος.

Επιπροσθέτως, τα παιδιά με αναπηρίες δεν βρίσκονται πάντα σε πρώτο πλάνο στην κοινωνία και απέχουν από πρωτοβουλίες για τη σίτιση. Τα παιδιά που δεν φοιτούν σε κάποιο σχολείο δεν επωφελούνται από τα σχολικά προγράμματα σίτισης. Πέραν των φυσικών παραγόντων, κάποιες συμπεριφορές μπορούν, επίσης, να επηρεάσουν αρνητικά τη διατροφή ενός παιδιού. Σε μερικές κοινωνίες, οι μητέρες δεν ενθαρρύνονται να θηλάσουν ένα παιδί με αναπηρία. Πολλές φορές, μάλιστα, στα παιδιά με αναπηρία δίνουν λιγότερο ή και καθόλου φαγητό ή καταναλώνουν φαγητό με λιγότερα θρεπτικά συστατικά σε σχέση με τα αδέρφια τους χωρίς αναπηρίες. Τα παιδιά με κάποιες μορφές σωματικών ή διανοητικών αναπηριών δεν μπορούν να τραφούν μόνα τους. Σε μερικές περιπτώσεις είναι πιθανόν η αναπηρία που σχετίζεται με την κακή κατάσταση ή την εξασθένηση της υγείας, να συνδέεται στην πραγματικότητα με προβλήματα διατροφής.

Στις αναπτυσσόμενες χώρες, τα άτομα με αναπηρίες αντιμετωπίζουν καθημερινά συγκεκριμένες δυσκολίες όσον αφορά την πρόσβαση σε ασφαλές πόσιμο νερό και σε βασικές εγκαταστάσεις υγιεινής. Συχνά οι εγκαταστάσεις είναι πρακτικά απρόσιτες και σε αρκετά μέρη αυτές που σχεδιάζονται και κατασκευάζονται ακόμα και τώρα δεν δίνουν ιδιαίτερη βάση στις ανάγκες των παιδιών με αναπηρίες. Αν και υπάρχουν στοχευμένες παρεμβάσεις χαμηλού κόστους και παραδοσιακής τεχνολογίας, όλες οι απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με αυτές τις παρεμβάσεις, όπως τα αποχωρητήρια, πρέπει να διαδοθούν ευρέως και να ενσωματωθούν σε πρωτοβουλίες όπως η WASH.

Τα κοινωνικά εμπόδια παρακωλύουν, επίσης, την πρόσβαση. Τα παιδιά με αναπηρίες συχνά βιώνουν το στίγμα και τις διακρίσεις, όταν για παράδειγμα χρησιμοποιούν οικιακές και δημόσιες εγκαταστάσεις, εξαιτίας των αβάσιμων φόβων του συνόλου ότι θα τις μολύνουν. Όταν τα παιδιά με αναπηρίες, ειδικότερα τα κορίτσια, αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν ξεχωριστές εγκαταστάσεις, βρίσκονται εκτεθειμένα σε μεγαλύτερο κίνδυνο για κάποιο ατύχημα ή κάποια επίθεση, ακόμα και βιασμό.

Τα παιδιά με αναπηρίες δεν πηγαίνουν σχολείο ελλείψει εύκολης πρόσβασης στην τουαλέτα. Συχνά αναφέρουν ότι προσπαθούν να τρώνε και να πίνουν λιγότερο, προκειμένου να λιγοστέψουν τις επισκέψεις τους στην τουαλέτα, θέτοντας σε κίνδυνο τη διατροφική τους κατάσταση.

Τα παιδιά και οι νέοι άνθρωποι με αναπηρίες σχεδόν ολοκληρωτικά δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν σε θέματα σχετικά με τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και με προγράμματα για τον ιό HIV και το AIDS, καθώς εσφαλμένα θεωρούνται ότι δεν είναι σεξουαλικά ενεργοί, ότι είναι απίθανο να χρησιμοποιήσουν ουσίες και τέλος, ότι είναι λιγότερο εκτεθειμένοι στον κίνδυνο σε σχέση με τους συνομηλίκους τους χωρίς αναπηρίες. Πολλά νέα άτομα με αναπηρίες δεν έχουν ούτε τις βασικές πληροφορίες σχετικά με την ανάπτυξη του σώματός τους και τις αλλαγές που αυτό υφίσταται, ενώ παράλληλα είναι εκτεθειμένα σε αρκετά υψηλό κίνδυνο κακομεταχείρισης, μιας και συχνά δασκαλεύονται να είναι σιωπηλά και υπάκουα. Κατά συνέπεια, έχουν αρκετές πιθανότητες να μολυνθούν από τον ιό HIV.

Τα άτομα με αναπηρίες όλων των ηλικιών που είναι θετικά στον ιό HIV έχουν λιγότερες πιθανότητες να δεχθούν τις κατάλληλες υπηρεσίες σε σχέση με τους συνομήλικους τους χωρίς αναπηρίες. Κι αυτό γιατί σπάνια λαμβάνονται υπ’ όψιν οι ανάγκες τους, όσον αφορά τις εγκαταστάσεις και τα προγράμματα, ενώ συγχρόνως το υγειονομικό προσωπικό στερείται στοιχειώδους κατάρτισης για τα άτομα με αναπηρίες.

Επειδή τα παιδιά αναπτύσσονται ταχύτατα κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων χρόνων της ζωής τους, η έγκαιρη ανίχνευση και παρέμβαση έχουν ζωτική σημασία για τα άτομα με αναπηρίες. Η ανίχνευση πιθανών αναπτυξιακών προβλημάτων είναι μια αποτελεσματική μέθοδος ανακάλυψης μιας αναπηρίας σε παιδιά και υπόκειται σε περαιτέρω αξιολόγηση και παρέμβαση – για παράδειγμα για να ιαθεί η σιδηροπενία, να χορηγηθούν αντιεπιληπτικά φάρμακα ή να παρασχεθεί φροντίδα για την αποκατάσταση σε επίπεδο κοινότητας – καθώς επίσης και στην παροχή πληροφοριών ζωτικής σημασίας στα μέλη της οικογένειας. Τέτοιες παρεμβάσεις είναι ιδιαιτέρως αυξημένες σε χώρες με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.

Η διάγνωση και η θεραπεία μιας αναπηρίας δεν αποτελούν ξεχωριστό τομέα της ιατρικής περίθαλψης, αλλά ένα αναπόσπαστο στοιχείο της δημόσιας υγείας. Όταν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι ερευνητές χαρακτηρίζουν αυτά τα μέτρα ανταγωνιστικά για τους πόρους και τα μέτρα που αφορούν την προώθηση της υγείας των ατόμων χωρίς αναπηρίες, αυτοί οι ίδιοι διαιωνίζουν τις διακρίσεις και την άνιση μεταχείριση.

Οι υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης για τα παιδιά με αναπηρίες ίσως είναι χαμηλής ποιότητας. Οι εργαζόμενοι του τομέα της υγείας και άλλοι επαγγελματίες επωφελούνται αφενός από το γεγονός ότι έχουν εκπαιδευτεί σχετικά με την παιδική ανάπτυξη και αναπηρία και αφετέρου από την κατάρτισή τους για να προσφέρουν ολοκληρωμένες υπηρεσίες με τη συμμετοχή όλης της οικογένειας, όπου αυτό είναι δυνατό.

Επιπρόσθετα, η ανατροφοδότηση από τα παιδιά με αναπηρίες είναι αναγκαία ούτως ώστε οι εγκαταστάσεις και οι υπηρεσίες να μπορέσουν να ικανοποιούν τις ανάγκες τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Εκπαίδευση χωρίς περιορισμούς

Τα παιδιά με αναπηρίες στερούνται αδικαιολόγητα του δικαιώματος στην εκπαίδευση, γεγονός που υπονομεύει την ικανότητά τους να επωφελούνται πλήρως των δικαιωμάτων τους ως πολίτες, να βρουν μια μισθωτή εργασία και να αναλάβουν σπουδαίους ρόλους στην κοινωνία. Στοιχεία από έρευνες σε νοικοκυριά από 13 χώρες με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα έδειξαν ότι τα παιδιά με αναπηρίες ηλικίας 6-17 ετών έχουν σημαντικά λιγότερες πιθανότητες να εγγραφούν σε ένα σχολείο συγκριτικά με τους συνομήλικους τους χωρίς αναπηρίες.

Εφόσον τα παιδιά με αναπηρίες δεν έχουν ισότιμη πρόσβαση στα τοπικά σχολεία, οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να επιτύχουν μια καθολική βασική εκπαίδευση (2ος Αναπτυξιακός Στόχος της Χιλιετίας) και τα κράτη μέρη της Σύμβασης CRPD δεν μπορούν να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους βάσει του Άρθρου 24.

Αντίθετα με το διαχωρισμό των παιδιών με αναπηρίες στα ειδικά σχολεία, η εκπαίδευση χωρίς περιορισμούς έχει ως πρωταρχικό στόχο την παροχή ουσιαστικών μαθησιακών ευκαιριών σε όλους τους μαθητές στo κανονικό σχολικό σύστημα. Ιδανικά, επιτρέπει στα παιδιά με και χωρίς αναπηρίες να παρακολουθούν τα ίδια μαθήματα στο τοπικό σχολείο με βάση την ηλικία τους σε συνδυασμό με την επιπρόσθετη παροχή εξατομικευμένης στήριξης όπου απαιτείται. Επιπλέον, εξαίρει την ανάγκη υλικών εγκαταστάσεων καθώς και ενός προγράμματος σπουδών με κεντρικό άξονα το παιδί, πρόγραμμα το οποίο περιλαμβάνει αναπαραστάσεις του συνόλου των κατοίκων της κοινωνίας και αντικατοπτρίζει τις ανάγκες των παιδιών.


Εκτιμώμενα ποσοστά ολοκλήρωσης της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Αγόρια
με αναπηρία 51%,
χωρίς αναπηρία 61%.

Κορίτσια
με αναπηρία 42%,
χωρίς αναπηρία 53%.

Πηγή: WHO, με βάση έρευνες σε 51 χώρες.

Μελέτες σε διεθνές επίπεδο αποκαλύπτουν έναν ισχυρό δεσμό μεταξύ της φτώχειας και της αναπηρίας, στοιχεία που με τη σειρά τους συνδέονται με θέματα ισότητας των φύλων, υγείας και εργασίας. Τα παιδιά με αναπηρίες συχνά παγιδεύονται σε ένα φαύλο κύκλο φτώχειας και αποκλεισμού: τα κορίτσια αναλαμβάνουν τη φροντίδα των αδελφών τους και δεν πηγαίνουν σχολείο ή ολόκληρη η οικογένεια στιγματίζεται, γεγονός που απορρέει από την απροθυμία της να αναφέρει ότι κάποιο παιδί της έχει μια αναπηρία ή από την άρνησή της να εκθέσει το παιδί στη δημόσια ζωή. Η εκπαίδευση για αυτούς που εξαιρούνται ή περιθωριοποιούνται, όμως, επιφέρει φτώχεια και υποβιβασμό.

Τα πρώτα βήματα για την κοινωνική ένταξη γίνονται στο σπίτι κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών. Δίχως την αγάπη, την αφύπνιση των αισθήσεων, την υγειονομική περίθαλψη και την κοινωνική ενσωμάτωση στα οποία έχουν δικαίωμα, τα παιδιά μπορούν να στερηθούν σημαντικές αναπτυξιακές ευκαιρίες, ενώ παράλληλα οι πιθανότητές τους μπορεί να είναι αδίκως λιγότερες, πράγμα το οποίο θα έχει σημαντικό κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο στα ίδια, τις οικογένειές τους και τις κοινότητές τους.

Ένα παιδί του οποίου η αναπηρία ή η καθυστέρηση στην ανάπτυξη έχει εντοπιστεί σε πρώιμο στάδιο θα έχει περισσότερες πιθανότητες για πλήρη αποκατάσταση της αναπηρίας του. Η προσχολική εκπαίδευση είναι σημαντική διότι το 80% των λειτουργιών του εγκεφάλου αναπτύσσεται πριν από την ηλικία των 3. Η περίοδος πριν το δημοτικό δίνει ευκαιρίες για να προσαρμοστεί η αναπτυξιακή εκπαίδευση στις ατομικές ανάγκες του παιδιού. Έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά που βρίσκονται σε πιο μειονεκτική θέση φαίνεται να ωφελούνται περισσότερο. Με την οικογενειακή και κοινοτική υποστήριξη από τις πρώτες μέρες της ζωής τους, τα παιδιά με αναπηρίες είναι καλύτερα προετοιμασμένα να αξιοποιήσουν στο μέγιστο δυνατό βαθμό τα μαθητικά τους χρόνια και να προετοιμαστούν για την ενηλικίωση.

Στο σχολείο, η δημιουργία αξιοπρεπών συνθηκών μάθησης χωρίς αποκλεισμούς για τα παιδιά με αναπηρίες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους διδάσκοντες που έχουν κατανοήσει τη σημασία της εκπαίδευσης χωρίς περιορισμούς και που έχουν δεσμευτεί να διδάξουν όλα τα παιδιά. Πολύ συχνά, οι διδάσκοντες στερούνται κατάλληλης προετοιμασίας και υποστήριξης στη διδασκαλία παιδιών με αναπηρίες στα κανονικά σχολεία, γεγονός που συμβάλλει στην εκπεφρασμένη απροθυμία τους σε πολλές χώρες να υποστηρίξουν την ένταξη των παιδιών αυτών στις τάξεις τους.

Οι πόροι για τα παιδιά με αναπηρίες, συνήθως, κατανέμονται σε χωριστά σχολεία και όχι σε ένα κανονικό εκπαιδευτικό σύστημα που ευνοεί τη συμμετοχή των παιδιών αυτών. Αυτό είναι όχι μόνο απρεπές, αλλά και δαπανηρό: στη Βουλγαρία, για παράδειγμα, η προϋπολογιστική δαπάνη για κάθε παιδί που φοιτά σε ένα ειδικό σχολείο μπορεί να φτάσει έως και τρεις φορές περισσότερο από αυτή για ένα παιδί σε ένα κανονικό σχολείο.

Οι δάσκαλοι και το προσωπικό όταν ενημερώνονται για θέματα σχετικά με την αναπηρία, βλέπουν πιο θετικά την ένταξη των παιδιών με αναπηρίες. Οι πιο θετικές συμπεριφορές έχουν εντοπιστεί σε δασκάλους με εμπειρία στο θέμα της ένταξης. Έχει αποδειχτεί ότι οι θετικές συμπεριφορές των δασκάλων μεταφράζονται σε περισσότερες θέσεις για τα παιδιά με αναπηρίες.

Η προπαρασκευαστική κατάρτιση σπάνια προετοιμάζει τους δασκάλους να κάνουν μάθημα χωρίς περιορισμούς, ενώ η ποιότητα της υφιστάμενης κατάρτισης ποικίλλει. Η απουσία των ατόμων με αναπηρίες στο εκπαιδευτικό προσωπικό υπογραμμίζει ακόμα μια πρόκληση στην εκπαίδευση χωρίς περιορισμούς. Πιο συγκεκριμένα, οι ενήλικες με αναπηρίες συχνά αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια για να γίνουν δάσκαλοι. Στην Καμπότζη, για παράδειγμα, οι διδάσκοντες πρέπει δια νόμου «να μην έχουν αναπηρίες».

Οι συμπράξεις με την κοινωνία των πολιτών δίνουν ενθαρρυντικά παραδείγματα τρόπων βελτίωσης της κατάρτισης των εκπαιδευτικών λειτουργών και αύξησης της διαφορετικότητας. Στη Μοζαμβίκη, η τοπική επιτροπή της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης «Ajuda de Desenvolvimento de Povo para Povo» (στμ. Αναπτυξιακή βοήθεια από λαό σε λαό) συνεργάστηκε με την εθνική οργάνωση ατόμων με αναπηρία ADEMO για την κατάρτιση του εκπαιδευόμενου διδακτικού προσωπικού, προκειμένου να τεθεί στην υπηρεσία των παιδιών με αναπηρίες, καθώς και για την κατάρτιση του εκπαιδευόμενου διδακτικού προσωπικού που έχει αναπηρίες.

Η εκπαίδευση χωρίς περιορισμούς απαιτεί μια ευέλικτη προσέγγιση του ζητήματος της σχολικής οργάνωσης, της ανάπτυξης του προγράμματος σπουδών και της αξιολόγησης των μαθητών. Μια τέτοια ευελιξία θα επέτρεπε την ανάπτυξη μιας παιδαγωγικής με λιγότερους περιορισμούς μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από την εστίαση στον διδάσκοντα στην εστίαση στο παιδί για την υιοθέτηση ποικίλων μορφών εκμάθησης.

Οι διδάσκοντες, συχνά, δεν έχουν την κατάλληλη υποστήριξη στην τάξη κι έτσι χρειάζεται να καλέσουν ειδική βοήθεια – για παράδειγμα, για το σύστημα Μπράϊγ ή οδηγίες για τη χρήση υπολογιστή – όταν οι ανάγκες των μαθητών τους με αναπηρίες είναι πέραν των γνώσεών τους. Τέτοιοι ειδικοί σπανίζουν, κυρίως σε περιοχές με χαμηλά εισοδήματα, όπως η Υποσαχάρια Αφρική. Στο πλαίσιο αυτό παρουσιάζεται μια ευκαιρία να υπάρξει η κατάλληλη υποστήριξη από τους όσους μπορούν να προσφέρουν οικονομική και τεχνική αρωγή, που να εκτείνεται από το διεθνές στο τοπικό επίπεδο.

Η εκπαίδευση χωρίς περιορισμούς χρειάζεται, επίσης, να αξιοποιήσει πόρους και εκτός τάξης. Οι γονείς έχουν τη δυνατότητα να συνεισφέρουν με ποικίλους τρόπους, από την προσβάσιμη μεταφορά μέχρι την ευαισθητοποίηση στον ιατρικό και κοινωνικό τομέα για την απόκτηση εξοπλισμού, υποστήριξης και επιχορηγήσεων.

Οι πιο αναξιοποίητοι πόροι στα σχολεία και στις κοινωνίες, σε όλο τον κόσμο, είναι τα ίδια τα παιδιά. Αν και η σημασία των οργανισμών για το παιδί και της συμμετοχής των παιδιών είναι επαρκώς τεκμηριωμένη, αυτό δεν αντικατοπτρίζεται στις υφιστάμενες δομές και τα συστήματα της εκπαίδευσης. Η συμμετοχή των παιδιών με αναπηρίες στη λήψη αποφάσεων μπορεί να είναι ιδιαιτέρως προκλητική λόγω της παγιωμένης άποψης και στάσης ότι τα παιδιά αυτά είναι παθητικά θύματα.

Σε έρευνες για τη συμμετοχή, τα παιδιά συχνά υπογραμμίζουν τη σημασία ενός καθαρού περιβάλλοντος και τουαλετών. Για τα παιδιά με αναπηρίες η ιδιωτικότητα και η προσβασιμότητα έχουν μεγάλη σημασία. Τα παιδιά με αναπηρίες μπορούν και πρέπει να καθοδηγούν και να αξιολογούν τις προσπάθειες για να προωθήσουν την προσβασιμότητα και την ένταξη. Εξάλλου, ποιος θα ήταν ο πιο κατάλληλος να καταλάβει τις μορφές και τον αντίκτυπο του αποκλεισμού;

Οι προσδοκίες για μια εκπαίδευση χωρίς αποκλεισμούς είναι πιο πιθανό να ευοδωθούν αν οι κυβερνήσεις και οι εταίροι τους είναι ξεκάθαροι σχετικά με το ποιος θα κάνει τι και με ποιο τρόπο, και σε ποιους αναμένεται να υποβάλλουν εκθέσεις. Όταν η υλοποίηση των πολιτικών αποτυγχάνει, τότε το πρόβλημα ίσως έγκειται σε ασαφείς εντολές. Στο Μπαγκλαντές, επί παραδείγματι, οι περισσότερες πτυχές της εκπαίδευσης των παιδιών με αναπηρίες αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας και όχι του Υπουργείου Παιδείας. Για να γίνει πραγματικότητα η εκπαίδευση χωρίς αποκλεισμούς, τα Υπουργεία Παιδείας θα πρέπει να είναι υπεύθυνα για όλα τα παιδιά που πηγαίνουν σχολείο. Ο συντονισμός με τους εταίρους και τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορεί να διαδραματίσει έναν έντονο υποστηρικτικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία.

Ο αποκλεισμός στερεί από τα παιδιά με αναπηρίες τα μακρόπνοα οφέλη της εκπαίδευσης: ένα καλύτερο επάγγελμα, κοινωνική και οικονομική ασφάλεια καθώς και ευκαιρίες για την πλήρη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή. Αντίθετα, οι επενδύσεις στο σύστημα εκπαίδευσης των παιδιών με αναπηρίες μπορούν να συμβάλουν στη μελλοντική αποτελεσματικότητα των παιδιών αυτών ως μέλη του εργατικού δυναμικού. Πράγματι, τα πιθανά έσοδα ενός ατόμου μπορούν να αυξηθούν κατά 10% με κάθε επιπλέον έτος φοίτησης. Επιπλέον, οι βασικές δεξιότητες στην ανάγνωση και τη γραφή βελτιώνουν κι αυτές με τη σειρά τους την υγεία: ένα παιδί που γεννήθηκε από μια μητέρα που γνωρίζει ανάγνωση έχει 50% περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσει αφού υπερβεί την ηλικία των 5, ενώ το χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης της μητέρας έχει συνδεθεί με υψηλότερα ποσοστά καχεξίας στα παιδιά που ζουν σε φτωχογειτονιές αστικών κέντρων στην Κένυα, σε καταυλισμούς των Ρομά στη Σερβία και στην Καμπότζη.

Η εκπαίδευση είναι τόσο ένα χρήσιμο εργαλείο όσο κι ένα δικαίωμα. Όπως επισημαίνεται στη CRC, η εκπαίδευση συμβάλλει «στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, των ιδιαιτέρων ικανοτήτων καθώς και των ψυχονοητικών και σωματικών ικανοτήτων δημιουργικότητας των ατόμων με αναπηρία αξιοποιώντας στο έπακρο τις δυνατότητές τους».


ΒΑΣΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ.

Τα παιδιά με αναπηρίες είναι από τα πιο ευάλωτα μέλη της κοινωνίας. Μπορούν να ωφεληθούν στο έπακρο από μέτρα που τα υπολογίζουν, τα προστατεύουν από την κακοποίηση και τους εγγυώνται πρόσβαση στη δικαιοσύνη.

Σε κοινωνίες που τα παιδιά με αναπηρίες στιγματίζονται και οι οικογένειές τους είναι εκτεθειμένες σε κοινωνικό ή οικονομικό αποκλεισμό, πολλά από αυτά τα παιδιά αδυνατούν ακόμα και να λάβουν ένα έγγραφο ταυτότητας. Πρόκειται για μια παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των παιδιών με αναπηρίες, καθώς και για ένα σημαντικό φραγμό για τη συμμετοχή τους στην κοινωνική ζωή. Μπορεί να σφραγίσει την αφάνειά τους και να αυξήσει την ευάλωτη θέση τους σε πολλές μορφές εκμετάλλευσης, που απορρέουν από το γεγονός ότι δεν έχουν επίσημη ταυτότητα.

Τα Κράτη που έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση CRPD έχουν σαφή υποχρέωση να διασφαλίσουν την αποτελεσματική νομική προστασία για τα παιδιά με αναπηρίες. Για να αλλάξουν τα κοινωνικά πρότυπα που γεννούν τις διακρίσεις, τα Κράτη πρέπει να βεβαιωθούν ότι οι υφιστάμενοι νόμοι εφαρμόζονται και ότι τ παιδιά με αναπηρίες γνωρίζουν το δικαίωμά τους στην προστασία από τις διακρίσεις, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα. Η αρχή των «εύλογων προσαρμογών» υπαγορεύει ότι γίνονται απαραίτητες και κατάλληλες προσαρμογές, προκειμένου τα παιδιά με αναπηρίες να απολαμβάνουν το δικαίωμά τους σε ισότιμη βάση με τα άλλα άτομα. Η τοποθέτησή τους σε ξεχωριστά συστήματα θα ήταν ανάρμοστη. Στόχος είναι η ισότητα μέσω της ένταξης.

Οι διακρίσεις εις βάρος των παιδιών με αναπηρίες και ο αποκλεισμός τους τα καθιστά ευάλωτα στη βία, την παραμέληση και την κακοποίηση. Μερικές μορφές βίας αφορούν συγκεκριμένα τα παιδιά με αναπηρίες. Μπορούν να διαπραχθούν υπό το πρόσχημα της θεραπείας για την τροποποίηση της συμπεριφοράς, για παράδειγμα, με τη χρήση ηλεκτροσόκ ή φαρμάκων. Τα κορίτσια με αναπηρίες σε πολλές χώρες υπόκεινται σε αναγκαστική στείρωση ή έκτρωση.

Σε πολλές χώρες, τα παιδιά με αναπηρίες εξακολουθούν να τοποθετούνται σε ιδρύματα. Είναι σπάνιο αυτά τα ιδρύματα να παρέχουν την ειδική φροντίδα που τα παιδιά χρειάζονται, ώστε να αναπτύξουν πλήρως τις ικανότητές τους. Η φροντίδα που λαμβάνουν στα ιδρύματα για την εκπαίδευση, την περίθαλψη και την αποκατάσταση είναι συχνά ανεπαρκής, γεγονός που οφείλεται είτε στο χαμηλό τους επίπεδο ή στον ελλιπή έλεγχο.

Η απομάκρυνση των παιδιών με αναπηρίες από τις οικογένειές τους αποτελεί παραβίαση του δικαιώματός τους να δέχονται φροντίδα από τους γονείς τους, εκτός κι αν αυτό θεωρηθεί από κάποια αρμόδια Αρχή ότι είναι προς όφελος των ίδιων των παιδιών. Αν η οικογένεια δεν είναι σε θέση να φροντίσει ένα παιδί, τότε η Σύμβαση CRPD υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα Κράτη να παράσχουν εναλλακτική φροντίδα στα πλαίσια μιας διευρυμένης οικογένειας ή της κοινότητας, για παράδειγμα σε μια ανάδοχη οικογένεια.

Όπου οι χώρες έχουν επιχειρήσει να επιστρέψουν τα παιδιά που βρίσκονται σε ιδρύματα στις οικογένειές τους και στην κοινωνική τους ζωή, τα παιδιά με αναπηρίες βρίσκονται ανάμεσα στους τελευταίους που θα βγουν από τα ιδρύματα. Παρόμοια ήταν η κατάσταση στη Σερβία, για παράδειγμα, αν και η συνειδητοποίηση ότι οι μεταρρυθμίσεις είχαν παρακάμψει τα παιδιά με αναπηρίες την προηγούμενη δεκαετία έχει έκτοτε ενισχύσει τέτοιου είδους προσπάθειες.


Επωφελούνται τελευταίοι.

Με βάση τις μεταρρυθμίσεις της Σερβίας στον τομέα των κοινωνικών παροχών, τα παιδιά με αναπηρίες απομακρύνονται με βραδύτερο ρυθμό από ιδρύματα σε σχέση με τα παιδιά χωρίς αναπηρίες.

• 37% μείωση των παιδιών και των νέων (0-26 ετών) με αναπηρίες σε ιδρύματα
• 63% μείωση των παιδιών και των νέων (0-26 ετών) χωρίς αναπηρίες σε ιδρύματα

Πηγή: Δημοκρατικό Ινστιτούτο Κοινωνικής Προστασίας της Σερβίας.

Μεγέθη δείγματος:

- παιδιά και νέοι (0-26 ετών) με αναπηρίες: 2.020 το 2000 και 1.280 το 2011,
- παιδιά και νέοι (0-26 ετών) χωρίς αναπηρίες: 1.534 το 2000 και 574 το 2011.

Η ευθύνη κάθε συμβαλλόμενου Κράτους να προστατεύει τα δικαιώματα όλων των παιδιών τα οποία υπάγονται στη δικαιοδοσία του επεκτείνεται και στα παιδιά με αναπηρίες που έχουν επαφή με το νόμο, επί παραδείγματι ως θύματα, αυτόπτες μάρτυρες, ύποπτοι ή κατάδικοι. Η λήψη συγκεκριμένων μέτρων μπορεί να βοηθήσει συγκεκριμένα τα παιδιά να μπορούν να δώσουν συνέντευξη στη νοηματική γλώσσα ή προφορικά. Όλοι οι επαγγελματίες οι οποίοι εμπλέκονται στην απονομή δικαιοσύνης, από τους ανώτερους υπαλλήλους που είναι υπεύθυνοι για την επιβολή του νόμου μέχρι τους δικαστές, μπορούν να εκπαιδευτούν προκειμένου να ασχοληθούν με τα παιδιά που έχουν κάποια αναπηρία. Τέλος, μπορούν να θεσπιστούν διατάξεις και κανονισμοί προκειμένου να διασφαλιστεί η ισότιμη μεταχείριση των παιδιών με αναπηρίες.

Επιπλέον, είναι σημαντικό να αναπτυχθούν εναλλακτικές λύσεις για την επίσημη προσφυγή ενώπιον των δικαστηρίων, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το εύρος των ικανοτήτων των παιδιών. Τα παιδιά με αναπηρίες δεν θα πρέπει να τοποθετούνται σε τακτικά καταστήματα κράτησης ανηλίκων. Αντιθέτως, θα πρέπει να τους παρέχεται η κατάλληλη μεταχείριση για είναι σε θέση να ανακαλύψουν τους λόγους που τους οδήγησαν στη διάπραξη ενός εγκλήματος. Τέτοιες θεραπευτικές αγωγές θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε κατάλληλες εγκαταστάσεις με επαρκώς καταρτισμένο προσωπικό, ενώ θα πρέπει να τηρείται παράλληλα ο απόλυτος σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα και στις νόμιμες εγγυήσεις.

Τα παιδιά με αναπηρίες έχουν 3 με 4 φορές περισσότερες πιθανότητες να αποτελέσουν θύματα βίας. Ομάδες ερευνητών στο Πανεπιστήμιο John Moores του Λίβερπουλ και ο WHO εκπόνησαν μια συστηματική επανεξέταση και ανάλυση υφιστάμενων μελετών σχετικά με τη βία κατά των παιδιών με αναπηρίες. Για την επανεξέταση έλαβαν υπ’ όψιν 17 μελέτες από χώρες με υψηλά εισοδήματα, ελλείψει ποιοτικών μελετών από χώρες με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Υπολογισμοί για τα επίπεδα κινδύνου έδειξαν ότι τα παιδιά με αναπηρίες διατρέχουν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο να υποστούν βία, συγκριτικά με τους συνομηλίκους τους χωρίς αναπηρίες: 3,7 φορές περισσότερο για συνδυασμένες μορφές βίας, 3,6 φορές περισσότερο για σωματική βία και 2,9 περισσότερο φορές για σεξουαλική βία. Τα παιδιά με ψυχικές διαταραχές και νοητικές αναπηρίες έχουν 4,6 φορές περισσότερο πιθανότητες να υποστούν σεξουαλική βία συγκριτικά με τους συνομηλίκους τους χωρίς αναπηρίες.

Γιατί τα παιδιά με αναπηρίες είναι περισσότερο εκτεθειμένα στη βία; Έχουν διατυπωθεί πολλές ερμηνείες: Πρώτον, η φροντίδα ενός παιδιού με κάποια αναπηρία δημιουργεί επιπρόσθετες πιέσεις σ’ αυτούς που τα φροντίζουν, αυξάνοντας τον κίνδυνο της βίας. Δεύτερον, ένας σημαντικός αριθμός παιδιών με αναπηρίες εξακολουθούν να λαμβάνουν μέριμνα κατ’ οίκον, γεγονός που ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τη σεξουαλική και σωματική βία. Τέλος, οι μειονεξίες που επηρεάζουν την επικοινωνία καθιστούν ορισμένα παιδιά ιδιαιτέρα ευάλωτα, καθώς ίσως δεν βρίσκονται σε θέση να αποκαλύψουν τυχόν προσβλητικές ενέργειες εις βάρος τους.

Όλα τα παιδιά με αναπηρίες θα πρέπει να θεωρούνται ως ομάδα υψηλού κινδύνου στην οποία είναι ζωτικής σημασίας να προσδιοριστεί η βία. Τα παιδιά αυτά ίσως ωφεληθούν από παρεμβάσεις – όπως επισκέψεις στο σπίτι και κατάρτιση για τις γονικές δεξιότητες – που έχουν αποδειχτεί αποτελεσματικές για την πρόληψη της βίας ή το μετριασμό των συνεπειών τους στα παιδιά χωρίς αναπηρίες.