Creativity

Innovation

Originality

Imagination

 

Salient

Salient is an excellent design with a fresh approach for the ever-changing Web. Integrated with Gantry 5, it is infinitely customizable, incredibly powerful, and remarkably simple.

Download

Διδακτορική διατριβή τής Άννας Κουλικούρδη με θέμα «Πληροφοριακή Συμπεριφορά των Ατόμων με Αναπηρία (ΑμεΑ) και οι Υποστηρικτικές Τεχνολογίες σε Περιβάλλον Βιβλιοθηκών». Τεσσαρακοστό έκτο μέρος (Κεφάλαιο δέκατο πέμπτο: Συμπεράσματα & Μελλοντικές Προβλέψεις).

15. Συμπεράσματα & Μελλοντικές Προβλέψεις

Στο κεφάλαιο αυτό συγκεντρώνονται οι βασικότερες διαπιστώσεις για το βιβλιοθηκονομικό χώρο και τα ΑμεΑ, οι παράγοντες που θα επηρεάσουν και θα διαμορφώσουν το μέλλον των υπηρεσιών πληροφόρησης για τα ΑμεΑ καθώς επίσης γίνονται και προβλέψεις για το χρονικό ορίζοντα των επόμενων 10 χρόνων (ποιες θα είναι οι τάσεις που θα επικρατήσουν, τι αλλαγές θα επέλθουν και πόσο εύκολες θα είναι, κ.ο.κ.).

15. Συμπεράσματα & Μελλοντικές Προβλέψεις

Ο χώρος των υπηρεσιών των βιβλιοθηκών για τα ΑμεΑ μεταβάλλεται ανά δευτερόλεπτο διότι κάθε νέο αίτημα κάθε νέου χρήστη με αναπηρία στη βιβλιοθήκη δημιουργεί μια νέα πρόκληση και δυναμική σε αυτή. Από όσα έχουν αναφερθεί μέχρι τώρα, διαπιστώνει κανείς εύκολα πως ο χώρος διακρίνεται από πολλαπλότητα και ποικιλομορφία. Η ανομοιομορφία, η έλλειψη προτύπων, συνεργασίας, συντονισμού και διαλειτουργικότητας μεταξύ των διαφόρων χωρών αλλά ακόμη και μεταξύ των βιβλιοθηκών της ίδιας χώρας αποτελούν το πιο τρωτό σημείο του χώρου. Κάθε χώρα έχει τα δικά της νομοθετήματα, διαφορετικούς ορισμούς των αναπηριών και διαφορετικές εθνικές πολιτικές. Ο βαθμός συμμόρφωσης των βιβλιοθηκών στα εκάστοτε νομοθετήματα και υιοθέτησης των ΥΤ ποικίλλει πολύ. Κάποιες χώρες διαθέτουν υλικό εναλλακτικής μορφής και το ενσωματώνουν στους καταλόγους και στις βιβλιογραφίες τους ενώ άλλες δεν διαθέτουν καν ενιαίο κατάλογο του υλικού αυτού, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υπάρξει εθνικό ή διεθνές σύστημα διαδανεισμού.

Κάθε βιβλιοθήκη θέτει τους δικούς της κανόνες, το δικό της τρόπο προσέγγισης και εξυπηρέτησης των χρηστών της με αναπηρία και το δικό της εξοπλισμό, ανάλογα με τον προϋπολογισμό και τη φιλοσοφία της. Το αποτέλεσμα είναι να γίνονται μεμονωμένες προσπάθειες, χωρίς να υπάρχει συντονισμός και συνεργασία. Αν οι βιβλιοθήκες συνεχίσουν να λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο, χωρίς δηλαδή να αλληλοενημερώνονται για το τι κάνει κάθε βιβλιοθήκη και χωρίς να βοηθιέται η μια από την άλλη για να μην επαναλαμβάνονται οι ίδιες προσπάθειες ή να διπλοπαράγεται το ίδιο υλικό, τότε πολύ δύσκολα θα εδραιωθεί μια κοινή βάση για συνεργατικά σχήματα και δίκτυα. Κάθε βιβλιοθήκη θα παλεύει να καλύψει τις ανάγκες των χρηστών της αποκλειστικά μέσα από τους δικούς της πόρους, διατηρώντας τα ποσοστά ικανοποίησης των χρηστών χαμηλά.

Τρία σημαντικά συμπεράσματα τα οποία προκύπτουν ύστερα από τη μελέτη της διεθνούς βιβλιογραφίας και πραγματικότητας, είναι πως α) δεν υπάρχει μια ενιαία πολιτική την οποία θα μπορούσε να υιοθετήσει το σύνολο των βιβλιοθηκών και να είναι αποτελεσματική για όλες β) δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος εξυπηρέτησης των χρηστών με αναπηρία γ) δεν μπορεί να ισχυριστεί η βιβλιοθηκονομική κοινότητα πως γνωρίζει ανά πάσα στιγμή τις ανάγκες των ΑμεΑ και τι θέλουν τα ΑμεΑ από τις βιβλιοθήκες διότι οι ανάγκες τους αυτές μεταβάλλονται συχνά (π.χ. κάποιες στιγμές προτιμούν το braille ως διάταξη και άλλες τον ήχο, άλλες φορές χρειάζονται τη μεσολάβηση του προσωπικού και άλλες νιώθουν πως η παρέμβαση του βιβλιοθηκονόμου προκειμένου να φέρουν κάτι εις πέρας, τους υποτιμά). Γι΄αυτό κάθε βιβλιοθήκη διαμορφώνει τη δική της πολιτική ανάλογα με τις ανάγκες των χρηστών της, τον αριθμό αυτών, την υποδομή της και παρέχει όσο το δυνατόν περισσότερες υπηρεσίες και εναλλακτικά σημεία πρόσβασης για να ενσωματώνει όσο το δυνατόν περισσότερους χρήστες με αναπηρία.

Επιστρέφοντας στα παραπάνω, διαπιστώνει κανείς πως όλες αυτές οι μεμονωμένες προσπάθειες, η έλλειψη κατευθυντήριων οδηγιών και τυποποίησης καθώς επίσης και κοινών εργαλείων δημιουργούν προβληματισμό γύρω από την ανάπτυξη των υπηρεσιών πληροφόρησης για τα ΑμεΑ.

Άλλος ένας επίσης σημαντικός παράγοντας που θα επηρεάσει το μέλλον των υπηρεσιών αυτών είναι η νοοτροπία του βιβλιοθηκονόμου και ο φόβος του ή οι επιφυλάξεις του για τις ΥΤ. Αν δεν αλλάξει η νοοτροπία αυτή, υπάρχει ο κίνδυνος να διατηρηθεί ή να διαμορφωθεί (όπου δεν έχει ήδη διαμορφωθεί) το προφίλ του αναχρονιστικού βιβλιοθηκονόμου, ο οποίος πέρα τις έντυπες πηγές πληροφόρησης και τα παραδοσιακά καθήκοντα, δεν είναι σε θέση να υποστηρίξει την τεχνολογική υποδομή και τη διεύρυνση του ρόλου της βιβλιοθήκης όσον αφορά τα ΑμεΑ. Οι περισσότεροι βιβλιοθηκονόμοι επαφίενται στον ήδη υπάρχοντα εξοπλισμό και τεχνολογίες και δεν δείχνουν καμία διάθεση ή δεν αφιερώνουν χρόνο να ασχοληθούν με τις ΥΤ και να τις ενσωματώσουν στη συνολική λειτουργία και φιλοσοφία της βιβλιοθήκης. Αν τα πράγματα συνεχίσουν έτσι, οι βιβλιοθήκες θα συνεχίζουν να λειτουργούν με τις αναλογικές κασέτες και θα υπάρξει πολύ μεγάλη καθυστέρηση και δυσκολία μέχρι να μεταβούν από την αναλογική στην ψηφιακή τεχνολογία.

Όλες αυτές είναι προβλέψεις, οι οποίες προκύπτουν ύστερα από την επεξεργασία της ήδη υπάρχουσας κατάστασης και τάσεων που έχουν περιγραφεί. Ωστόσο, θα ήταν εντελώς ουτοπικό και αόριστο να ισχυριστεί κανείς πως οι βιβλιοθήκες θα έχουν ένα οριστικό, συγκεκριμένο μοντέλο μετά από κάποια χρόνια λόγω της απρόβλεπτης και πολλαπλασιαστικής δύναμης της τεχνολογίας που συνεχώς βελτιώνεται ή αλλάζει. Εκτός όμως από την τεχνολογία που αποτελεί το κύριο μέσο για την επίτευξη της προσβασιμότητας (χωρίς όμως να αποτελεί αυτοσκοπό), ο άνθρωπος συνεχίζει να είναι η μεγαλύτερη μεταβλητή.

Το προσωπικό της βιβλιοθήκης είναι αυτό που θα διατηρήσει ή θα χαλάσει την επιτυχία οποιασδήποτε προσπάθειας ΥΤ. Από αυτούς εξαρτάται το αν θα πετύχουν την παγκόσμια πρόσβαση στην πληροφορία, συνδυάζοντας στρατηγικές χαμηλής και υψηλής τεχνολογικής στάθμης. Αυτοί θα καθορίσουν αν θα προβάλουν τις ΥΤ και συνεπώς, αν θα χρησιμοποιηθούν ή αν θα παραμείνουν αχρησιμοποίητες σε κάποιο αποθηκευτικό χώρο της βιβλιοθήκης.

Ωστόσο, είναι προφανές ότι τα ζητήματα προσβασιμότητας δεν πρόκειται να εξαφανιστούν. Αντίθετα, θα γίνονται ολοένα και πιο έντονα καθώς τα ΑμεΑ μεγαλώνουν και το Διαδίκτυο διεισδύει περισσότερο στην κοινωνία. Είναι εμφανές ότι οι αναπηρίες αντιπροσωπεύουν μια περιοχή στην οποία το επάγγελμα της βιβλιοθηκονομίας έχει ακόμη να αναπτύξει πολλές, νέες ερευνητικές μελέτες και βιβλιογραφία προκειμένου να βελτιώσει την ποιότητα των υπηρεσιών που λαμβάνουν οι χρήστες με αναπηρία.

Σε μερικά χρόνια “δεν θα είναι πια αρκετό απλά να ικανοποιούμε τον χρήστη, οι χρήστες πρέπει να εκπλήσσονται βλέποντας τις ανάγκες τους όχι απλά να ικανοποιούνται, αλλά να υπερβαίνονται” (Hernon & Calvert, 2006). Γι’ αυτό οι βιβλιοθηκονόμοι πρέπει να ασκήσουν επιρροή στη νομοθεσία και στις εθνικές πολιτικές για τη διασφάλιση ισότιμης πρόσβασης στην πληροφορία και από εδώ και στο εξής να απαιτούν από τους κατασκευαστές μόνο προσβάσιμες τεχνολογίες.

Αισίως, τα τελευταία δέκα χρόνια τα προϊόντα για τα ΑμεΑ έχουν γίνει αμέτρητα και λιγότερο ακριβά. Οι πόροι και οι πηγές για να βοηθήσουν τις βιβλιοθήκες στην προσπάθειά τους έχουν αυξηθεί δραματικά και οι τεχνικές απαιτήσεις της εγκατάστασης και χρήσης τους φαντάζουν πολύ λιγότερο απειλητικές.

Παρόλα αυτά, οι βιβλιοθηκονόμοι μελλοντικά πρέπει να καταβάλουν ευσυνείδητες προσπάθειες για να προλαβαίνουν τις ΥΤ και να μάθουν να χρησιμοποιούν ή να βελτιώνουν τις υπηρεσίες για τα ΑμεΑ. Οι οικονομικοί περιορισμοί θα αναγκάζουν τις διοικήσεις των βιβλιοθηκών να αναζητούν και να καταφεύγουν σε εναλλακτικούς τρόπους πρόσβασης σε προγράμματα και υπηρεσίες αντί να δαπανούν τεράστια ποσά για την αγορά υποστηρικτικού εξοπλισμού. Για πολύ καιρό ακόμη οι ΥΤ θα συνεχίσουν να θεωρούνται ως μια επιπρόσθετη και όχι βασική υπηρεσία ή ακόμη και αν αλλάξει αυτό, οι υπηρεσίες αυτές θα στελεχώνονται και θα διοικούνται από “ομάδες ειδικού ενδιαφέροντος” (special interest groups).

Το επάγγελμα του “assistive technologist” δεν θα επικρατήσει στο χώρο των βιβλιοθηκών λόγω των περικοπών προσωπικού, των πενιχρών προϋπολογισμών, της άγνοιας των διοικήσεων των βιβλιοθηκών για τις ΥΤ και της έλλειψης ενδιαφέροντος του προσωπικού για αυτές.

Οι βιβλιοθηκονόμοι θα συνεχίσουν να είναι επιφυλακτικοί με τις τεχνολογίες που έχουν να κάνουν με τη συνθετική ομιλία, την αναγνώριση φωνής, κτλ και θα αντιμετωπίζουν το δίλημμα αν πρέπει να τις ενσωματώσουν ή όχι στο χώρο τους διότι η ομιλία αυτή θα αποσπά την προσοχή των άλλων χρηστών και θα δημιουργείται θόρυβος, διαλύοντας έτσι την παραδοσιακή εικόνα της βιβλιοθήκης, που οι χρήστες την έχουν στο μυαλό τους ως μια ήσυχη “όαση” για μελέτη. Επίσης, μέσα σε όλο αυτόν τον κυκεώνα ΥΤ, οι βιβλιοθηκονόμοι (ιδιαίτερα όσοι εξυπηρετούν παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες) πρέπει να είναι προσεχτικοί και να μην περιορίζουν ή αναχαιτίζουν τις μαθησιακές ικανότητες των ΑμεΑ.

Στις ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες, οι ΥΤ θα χρησιμοποιούνται περισσότερο προκειμένου να βοηθούν τους φοιτητές με αναπηρία, οι οποίοι θα επιζητούν υψηλές ακαδημαϊκές επιδόσεις και βαθμούς. Οι ειδικές βιβλιοθήκες θα προσαρμόζουν τον υποστηρικτικό τους εξοπλισμό στους συγκεκριμένους χρήστες ενώ οι σχολικές βιβλιοθήκες θα συνεχίσουν να δουλεύουν ανά περίπτωση (case‐by‐case basis) προκειμένου να φιλοξενούν μεμονωμένους μαθητές με αναπηρία διότι δεν θα έχουν τους πόρους να παρέχουν ειδικό εξοπλισμό και υπηρεσίες.

Σε παγκόσμιο επίπεδο ο διαδανεισμός θα είναι το μέλλον των βιβλιοθηκών για τους τυφλούς. Βέβαια η έλλειψη προτύπων θα συνεχίζει να επηρεάζει σημαντικά τις δυνατότητες του διαδανεισμού. Παραδείγματος χάρη, είναι αδύνατο δυο βιβλιοθήκες από δυο διαφορετικές χώρες να ανταλλάξουν ηχο‐βιβλία όταν κάθε μια χρησιμοποιεί διαφορετικό είδος κασέτας και δεν έχουν συμβατούς μεταξύ τους εξοπλισμούς υποστήριξής της.

Σίγουρα, η απότομη άνοδος των ΑμεΑ, που θα είναι γνώστες των υπολογιστών, θα οδηγήσει σε μεγάλες επενδύσεις ψηφιοποίησης. Το ψηφιακό υλικό με τη βοήθεια του ειδικού εξοπλισμού θα μπορεί να μετατρέπεται σε μορφές που εξυπηρετούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις ανάγκες των χρηστών και η ψηφιοποίηση θα ανακουφίσει τις βιβλιοθήκες από την επιτακτική ανάγκη για αλλαγή της πολιτικής αγοράς υλικού και από τις επιπλέον επενδύσεις για την προμήθεια υλικού εναλλακτικής μορφής. Η πρόσβαση στο Διαδίκτυο θα χρησιμοποιείται ως πανάκεια για την εναλλακτική πρόσβαση και η πρόβλεψη υπηρεσιών, ακόμη και βιβλιοθηκονομικών προγραμμάτων μέσω ηλεκτρονικών μέσων, θα αποτελεί ένα τρόπο συμμόρφωσης με τη νομοθεσία.

Οι υπηρεσίες διανομής (outreach services) σε γηροκομεία, κέντρα αποκατάστασης, κ.ά. θα είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς αλλά παράλληλα θα απαιτούν την υποδομή, το προσωπικό, τις δυνατότητες διανομής υλικού, κ.ά. Για να παρέχουν όμως οι βιβλιοθήκες υπηρεσίες σε ένα κοινό απομακρυσμένο χωροταξικά, πρέπει να λάβουν υπόψη και άλλα μέτρα όπως η θεσμοθέτηση της αποκέντρωσης των λαϊκών βιβλιοθηκών, κινητές βιβλιοθήκες, προγράμματα σε νοσοκομεία, γηροκομεία, κτλ (Χωρέμη, 2006).

Όσο για τις διατάξεις υλικού που θα επικρατήσουν στο μέλλον, τα τελευταία λίγα χρόνια έχουν αναπτυχθεί τόσες πολλές και διαφορετικές, που είναι δύσκολο να πει κανείς ποιες θα έχουν μακροχρόνια επίδραση στον τομέα των βιβλιοθηκών. Σίγουρα δημοφιλέστερη θα είναι εκείνη η διάταξη η οποία θα μπορεί εύκολα να χρησιμοποιηθεί και από αρτιμελή άτομα αλλά και από ΑμεΑ. Επίσης, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν κάποια μέρα υπάρξει μια Παγκόσμια Διάταξη για όλους τους τύπους ψηφιακών βιβλίων. Παρόλα αυτά, οι επαγγελματίες του χώρου πρέπει να συνεχίσουν να “κυνηγούν το όνειρο” μιας παγκόσμιας διάταξης ηλεκτρονικού βιβλίου ή οποιασδήποτε άλλης υπόστασης μπορεί να έχει αυτό. Αισίως, η ευρεία ποικιλία και υπόσταση της πληροφορίας σε κείμενο, ήχο, συνδυασμό των δυο, χάρη στην τεχνολογία, μπορεί να ανακτηθεί εύκολα και αποτελεσματικά και παράλληλα εξοικονομεί αποθηκευτικό χώρο, διευκολύνοντας κατά πολύ τις βιβλιοθήκες. Τα βιβλία μεγαλογράμματης γραφής θα είναι ιδιαίτερα δημοφιλή στα ΑμεΑ και στους ηλικιωμένους χρήστες των βιβλιοθηκών, όπως επίσης και οι μεγεθυντές για να τα διαβάζουν ευκολότερα.

Για το ποιες θα είναι συγκεκριμένα οι ΥΤ του μέλλοντος, πώς θα είναι ή τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιούνται, δεν μπορεί να το προβλέψει κανείς, ούτε καν οι ίδιοι οι κατασκευαστές ΥΤ. Το σίγουρο είναι πως πρέπει κανείς να αναμένει πολύ μεγαλύτερη ανάπτυξη και χρήση της υπολογιστικής τεχνολογίας τα επόμενα χρόνια. Οι δυο κυρίαρχες τάσεις στην τεχνολογία, η “ενσωμάτωση” και η “μείωση όγκου”, θα έχουν ως αποτέλεσμα φορητό, εξατομικευμένο και ευπροσάρμοστο εξοπλισμό με συνεπαγόμενη περισσότερη λειτουργικότητα και ποιότητα. Μια ολόκληρη γενιά μικρών και ισχυρών τεχνολογιών (π.χ. PDAs) θα είναι φορητές, με διεπιφάνειες που θα μπορούν να εξατομικευτούν στις ικανότητες του κάθε χρήστη και θα παρέχουν δυνατότητες μηνυμάτων, φωνής, κ.ά.

Αναμφισβήτητα στην επόμενη δεκαετία οι “ειδικές ανάγκες” δεν θα μοιάζουν τόσο “ειδικές” όσο σήμερα. Η βιομηχανία των υπολογιστών έχει ξεκινήσει να “ακούει” τη φωνή των καταναλωτών και έτσι η μηχανή θα προσαρμόζεται περισσότερο στο άτομο και όχι το αντίθετο. Η τεχνολογία αναγνώρισης της φωνής από το 1990 και έπειτα αλλάζει κατά πολύ κάθε δυο χρόνια γι’ αυτό και μελλοντικά ο λόγος θα αντικαταστήσει την ανάγκη για χρήση του ποντικιού και του πληκτρολογίου.

Επίσης, στο μέλλον τις ΥΤ θα τις χρησιμοποιούν όχι μόνο τα ΑμεΑ αλλά και οι αρτιμελείς πολίτες. Όλοι θα χρειάζονται καλό ορθογραφικό και γραμματικό έλεγχο, όχι μόνο οι δυσλεκτικοί. Τα γραφεία με προσαρμόσιμο ύψος θα είναι πιο βολικά και άνετα όχι μόνο για τα άτομα σε αναπηρικά αμαξίδια αλλά για όλους τους πολίτες. Έτσι, οι εφαρμογές ΥΤ θα γίνονται ολοένα και περισσότερο “mainstream” εργαλεία. Οι εξελίξεις στην τεχνολογία για τους τυφλούς αναγνώστες θα ωφελήσουν όλους τους αναγνώστες, ανεξαρτήτως ικανότητας ή αναπηρίας. Άλλωστε, η μεταφορά της τεχνολογίας από την αναπηρία στην κύρια χρήση έχει σταθερό πάγιο προηγούμενο.

Ήδη σε σύγκριση με τα τελευταία 10‐15 χρόνια, ο αριθμός των διαθέσιμων ΥΤ έχει αυξηθεί ιδιαίτερα και το κόστος τους έχει πέσει αξιοσημείωτα. Είναι πλέον εμφανής η τάση για καθολική σχεδίαση των προϊόντων, των συστημάτων και του περιβάλλοντος. Σύμφωνα με τις αρχές της καθολικής σχεδίασης οι υπηρεσίες και οι πόροι θα σχεδιάζονται για άτομα με ευρεία ποικιλία ικανοτήτων και αναπηριών ώστε οποιοδήποτε κομμάτι τεχνολογίας να εξυπηρετεί τις ανάγκες των ΑμεΑ χωρίς επενδύσεις σε ακριβές προσαρμογές. Για παράδειγμα όλοι οι υπολογιστές θα έχουν ενσωματωμένα προγράμματα ανάγνωσης οθόνης, καθιστώντας ικανούς τους χρήστες να ακούν ό,τι υπάρχει στην οθόνη. Μέχρι όμως η καθολική σχεδίαση να γίνει ο κανόνας, θα είναι απαραίτητη η εξειδικευμένη, προσαρμοσμένη ΥΤ. Επίσης, η χρήση των ΥΤ θα συνεχίζει να αυξάνεται ραγδαία διότι ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού γηράσκει και με την πάροδο των χρόνων θα αναπτύσσονται ολοένα και περισσότερα πρότυπα για τη σχεδίαση των ΥΤ.

Τα CCTVs θα χρησιμοποιούνται από χρήστες βιβλιοθηκών που έχουν κάποιον υπολείποντα βαθμό όρασης. Οι OCR σαρωτές θα συνεχίσουν να είναι σημαντικοί στις βιβλιοθήκες ως κάτι παραπάνω από απλές συσκευές που επιτρέπουν στα ΑμεΑ να διαβάζουν έντυπο υλικό. Οι επιπτώσεις όμως των πνευματικών δικαιωμάτων που επιφέρει η σάρωση θα αποτελέσουν “καίρια” προβλήματα προς επίλυση στο βιβλιοθηκονομικό χώρο (π.χ. τι να καταστήσουν διαθέσιμο ηλεκτρονικά και τι όχι, κ.ο.κ.).

Μετά την παράθεση των συμπερασμάτων διαπιστώνει κανείς πως η προσέγγιση “one‐sizefits‐all” δεν θα εξυπηρετεί κανέναν χρήστη και κάθε βιβλιοθήκη πρέπει να παρέχει πολλαπλές επιλογές υπηρεσιών προκειμένου να ικανοποιεί μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη γκάμα χρηστών με αναπηρία. Αν οι βιβλιοθήκες θέλουν να απευθύνονται σε όλους τους χρήστες, το προσωπικό τους έχει πολλά ακόμη να κάνει και να βελτιώσει. Η τεχνολογία, είναι σίγουρο, πως θα αλλάξει. Η πρόκληση είναι να αναπτυχθούν μαζί της οι βιβλιοθήκες και το προσωπικό τους.