Creativity

Innovation

Originality

Imagination

 

Salient

Salient is an excellent design with a fresh approach for the ever-changing Web. Integrated with Gantry 5, it is infinitely customizable, incredibly powerful, and remarkably simple.

Download

Διδακτορική διατριβή τής Άννας Κουλικούρδη με θέμα «Πληροφοριακή Συμπεριφορά των Ατόμων με Αναπηρία (ΑμεΑ) και οι Υποστηρικτικές Τεχνολογίες σε Περιβάλλον Βιβλιοθηκών». Τριακοστό ένατο μέρος (Κεφάλαιο δέκατο: Προσβασιμότητα Ιστοσελίδων Βιβλιοθηκών).

10. Προσβασιμότητα Ιστοσελίδων Βιβλιοθηκών

Η δύναμη του Ιστού έγκειται στην παγκοσμιότητά του, γι’ αυτό πρέπει να είναι προσβάσιμος και χρηστικός σε όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως αναπηρίας. Σε μια εποχή όμως όπου η τεχνολογία δυνητικά μπορεί να διευρύνει τον κόσμο της πληροφορίας για τους εντυπο‐ανάπηρους, ωστόσο τους αποκλείει μέσω της μη προσβάσιμης σχεδίασης του Ιστού και της φτηνής ψηφιοποίησης κειμένου. Στο παρόν κεφάλαιο μελετάται η προσβασιμότητα των ιστοσελίδων των βιβλιοθηκών αλλά και των διαδικτυακών πηγών και των on‐line πόρων της (διαδικτυακή προσβασιμότητα).

10. Προσβασιμότητα Ιστοσελίδων Βιβλιοθηκών

δύναμη του Ιστού έγκειται στην παγκοσμιότητά του, γι’ αυτό πρέπει να είναι προσβάσιμος και χρηστικός σε όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητως αναπηρίας. Η πραγματική όμως ειρωνεία είναι ότι, παρόλο που βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου η τεχνολογία δυνητικά μπορεί να διευρύνει τον κόσμο της πληροφορίας για τους εντυπο‐ανάπηρους, ωστόσο τους αποκλείει μέσω της μη προσβάσιμης σχεδίασης του Ιστού και της φτηνής ψηφιοποίησης κειμένου (Epp, 2006).

Η προσβασιμότητα του Ιστού (web accessibility) αποτελεί πλέον ένα καθιερωμένο όρο στο λεξιλόγιο της σχεδίασης του Ιστού. Ωστόσο ως όρος φέρει μαζί του μια ποικιλία εννοιών, που προκαλούν έντονα και διαφορετικά συναισθήματα στους χρήστες του Ιστού, τους σχεδιαστές και τους προμηθευτές περιεχομένου. Δηλαδή, για τον σχεδιαστή, η προσβασιμότητα του Ιστού μπορεί να είναι ένας εκνευριστικός μπελάς διότι πιστεύει πως ωφελεί λίγους, άρα δεν υπάρχει και λόγος να το κάνει. Από την άλλη, για τις βιβλιοθήκες η προσβασιμότητα της πληροφορίας είναι ιδιαίτερα σημαντική γι’ αυτό πρέπει να προσπαθούν να ευαισθητοποιήσουν τους σχεδιαστές Ιστού σε τέτοια ζητήματα προκειμένου να ικανοποιούν όσο το δυνατόν περισσότερο τις ανάγκες των χρηστών τους. Οι βιβλιοθηκονόμοι που έχουν λόγο στις αποφάσεις αγοράς των ηλεκτρονικών προϊόντων για τις βιβλιοθήκες τους, έχουν κάθε δικαίωμα και υποχρέωση ως πελάτες να ρωτήσουν αν τα προϊόντα είναι προσβάσιμα σύμφωνα με τις οδηγίες WAI. Και μάλιστα αν το κάνουν με σταθερό ρυθμό, η ενημέρωση μεταξύ των προμηθευτών θα αυξηθεί και το αποτέλεσμα θα είναι προσβάσιμα προϊόντα για όλους.

Σε γενικές γραμμές η προσβασιμότητα του Ιστού είναι πάντα ωφέλιμη για όλους. Επίσης, είναι πολύ πιο εύκολο και αποτελεσματικό να δημιουργήσει κανείς μια εξ αρχής προσβάσιμη ιστοσελίδα βιβλιοθήκης παρά να προσπαθήσει αναδρομικά με την παλιά. Ο κώδικας μιας προσβάσιμης ιστοσελίδας είναι “πιο καθαρός”, πιο απλός για διατήρηση και πιο εύκολα παραμετροποιήσιμος για να “αγκαλιάσει” οποιεσδήποτε μελλοντικές τεχνολογικές αλλαγές. Συγκεκριμένα, αναφέρεται πως “μια προσβάσιμη ιστοσελίδα είναι κατά μέσο όρο 50% μικρότερη από ότι η αντίστοιχη μη προσβάσιμή της (Norris, 2006)”. Η δημιουργία προσβάσιμων ιστοσελίδων καθιστά τους χρόνους ανάκτησης δεδομένων μικρότερους από εκείνους μιας απλής ιστοσελίδας, λόγω έλλειψης πολυμεσικών δεδομένων (εικόνες κ.α.) και μεγάλου όγκου, και ταυτόχρονα περιορίζει το απαιτούμενο εύρος ζώνης σε χαμηλά επίπεδα. Επιπλέον, τα εμπόδια πρόσβασης που επιφέρει η μη προσβάσιμη σχεδίαση δεν μπορούν να επιλυθούν ακόμη και με την πιο εκλεπτυσμένη υποστηρικτική εφαρμογή.

Σύμφωνα με το AbilityNet (φιλανθρωπικός οργανισμός), οι ιστοτόποι που είναι συμβατοί με τα πρότυπα προσβασιμότητας είναι 35% ευκολότεροι προς χρήση για τον καθένα (Muncaster, 2006). Επιπλέον, όταν μια βιβλιοθήκη διαθέτει προσβάσιμη ιστοσελίδα, δείχνει αυτόματα στο ευρύ κοινό ότι είναι και τεχνολογικά προηγμένη και ενημερωμένη. Εκτός από ένα μεγάλο αριθμό του προσωπικού των βιβλιοθηκών που πολλές φορές έχει ευθύνη για τις ιστοσελίδες τους, ευθύνη φέρουν επίσης οι σχεδιαστές των ιστοσελίδων γενικότερα του ινστιτούτου, στο οποίο ανήκει και η βιβλιοθήκη.

Από τους online πόρους που παρέχουν οι βιβλιοθήκες, οι ιστοσελίδες έχουν τύχει της εκτενέστερης διερεύνησης. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια έχει διεξαχθεί ένας μεγάλος αριθμός μελετών προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο η αυξημένη ενημέρωση για προσβασιμότητα και καθολική σχεδίαση έχει επηρεάσει το σχεδιασμό και την ανάπτυξη των ιστοτόπων των βιβλιοθηκών. Οι πρωτοβουλίες για την προσβασιμότητα του Ιστού έχουν συζητηθεί από πολλούς συγγραφείς, όπου μπορεί κανείς να βρει συμβουλές και καθοδήγηση για αυτό το θέμα (Nielsen, 2000; Paciello, 2000; Thatcher et al., 2002). Η πιο γνωστή όμως πηγή είναι το W3C, το οποίο δημιουργήθηκε τον Οκτώβρη του 1994. Διαθέτει 400 μέλη‐οργανισμούς ανά τον κόσμο και συστήνει την εκ των προτέρων προσβάσιμη σχεδίαση για όλους.

Προσβάσιμη σχεδίαση σημαίνει καλή σχεδίαση και ωφέλιμη για όλους, όχι μόνο τα ΑμεΑ (“best for some, good for everybody”). Παραδείγματος χάρη ωφελεί όσους έχουν φορητές συσκευές με πρόσβαση στον Ιστό [π.χ. κινητό τηλέφωνο, PDA (Personal Digital Assistant), κτλ.], άτομα που δεν είναι εξοικειωμένα με το online περιβάλλον, χρήστες που δουλεύουν σε θορυβώδες περιβάλλον, που τα Αγγλικά μπορεί να είναι η δεύτερη γλώσσα τους, άτομα που χρησιμοποιούν παλαιότερο υπολογιστικό εξοπλισμό, που χρησιμοποιούν μονόχρωμες οθόνες, κ.ο.κ. Επιπλέον, οι προσβάσιμες ιστοσελίδες επιτρέπουν την καλύτερη δυνατή χρήση του λογισμικού ανάγνωσης οθόνης και άλλου υποστηρικτικού εξοπλισμού.

Γι’ αυτό η ιστοσελίδα των βιβλιοθηκών πρέπει να ακολουθεί τη χρηστοκεντρική προσέγγιση (UDC‐user‐centered design), την οποία έχουν υπερασπιστεί οι Kuhlthau (1991,1999), Wilson (1981, 1997) & Savolainen (1995,1999), στοχεύοντας έτσι στην ενδυνάμωση του χρήστη. Δηλαδή είναι πάνω από όλα φιλική στο χρήστη, επικεντρώνεται στο περιέχομενό της, και όχι στα φανταχτερά γραφικά και ήχους, και λαμβάνει υπόψη το πλήρες φάσμα όλων των δυνητικών χρηστών. Πάνω από όλα, χρειάζεται καλή κωδικοποίηση, που είναι ο καλύτερος τρόπος να καταστήσει κανείς τις ιστοσελίδες προσβάσιμες σε όλους.

Ως προς την έρευνα που έχει γίνει για την προσβασιμότητα των ιστοσελίδων των βιβλιοθηκών, των διαδικτυακών πηγών στις οποίες παραπέμπουν (διαδικτυακή προσβασιμότητα) και των on‐line πόρων που παρέχουν, διαπιστώνει κανείς πως οι “how we did it” περιπτωσιολογικές μελέτες σχεδιασμού ιστοσελίδων βιβλιοθηκών και επανασχεδιασμού τους είναι αμέτρητες (Andrew & Musser, 1997; Bent, 1998; Goudsward, 1997; Harizan & Khoon, 1998; Matsco & Campbell, 1996; Casey, 1999; Fraser & Burgstahler, 1998; Hansen, 1999; Jobe, 1999; Rouse, 1999). Ολόκληρα τεύχη βιβλιοθηκονομικών περιοδικών [Library Journal (2000), The Serials Librarian (1999)] είναι αφιερωμένα σε ζητήματα και διαδικασίες σχεδίασης. Πολλά άρθρα αναφερόμενα στη σχεδίαση ιστοσελίδων εστιάζουν στην παροχή ισότιμης πρόσβασης για τυφλούς και άλλους χρήστες της ΥΤ καθώς επίσης και στη χρηστικότητα των ιστοσελίδων για τα ΑμεΑ. Ωστόσο ξεχωρίζουν οι έρευνες του CERLIM και ιδιαίτερα το NoVA και το REVIEL.

Αναλυτικότερα:

• Ο Michael Providenti με την βοήθεια του WebXact εξέτασε 31 πύλες ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών στο Kentucky, από τις οποίες μόνο το 3% ήταν απόλυτα προσβάσιμο (Providenti, 2004).

• “Αμέτρητα άρθρα και βιβλία εντός και εκτός της βιβλιοθηκονομικής βιβλιογραφίας συζητούν το σχεδιασμό προσβάσιμων ιστοσελίδων” (Spindler, 2002). Ο Spindler εξέτασε 109 πύλες χρησιμοποιώντας το Bobby 3.2 (το σημερινό WebXact) εκ των οποίων μόνο το 42% τηρούσε τους πολύ σημαντικούς κανόνες προσβασιμότητας.

• Σε άλλη μελέτη που διεξήγαγαν πάλι οι Erica B. Lilly και Connie Van Fleet το 1998, χρησιμοποίησαν το Bobby για να αξιολογήσουν τις ιστοσελίδες ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών, τις οποίες εντοπίσαν στο Yahoo’s “America’s 100 Most Wired Colleges” (Greenman et al., 1998). Από αυτές μόνο το 40% κρίθηκε προσβάσιμο.

• Οι Erica B. Lilli και Connie Van Fleet έλεγξαν τις ιστοσελίδες 74 εκ των 100 καλύτερων δημοσίων βιβλιοθηκών σύμφωνα με το Hennen’s American Library Ratings και δημοσίευσαν τα αποτελέσματα της έρευνας τους στο περιοδικό Reference & User Services Quarterly του 2000. Από αυτές, μόνο οι 14 ήταν πραγματικά προσβάσιμες (Minkel, 2001), χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως οι δημόσιες βιβλιοθήκες δεν μπορούν ή δεν ενδιαφέρονται να παρέχουν ισότιμες υπηρεσίες στα ΑμεΑ.

• Ο Craven εξέτασε 103 ιστοσελίδες πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών, εκ των οποίων οι 38 έλαβαν την έγκριση του Bobby. Η πλειονότητα των προβλημάτων οφειλόταν στην έλλειψη ή ακατάλληλη χρήση εναλλακτικού κειμένου. Σύμφωνα με τα πορίσματα της μελέτης του, χρειάζεται ακόμη μεγάλη προσπάθεια για τη διασφάλιση προσβασιμότητας των ιστοσελίδων των πανεπιστημίων, παρόλο που υπάρχει ένα γενικό επίπεδο ενημέρωσης για τα ζητήματα προσβασιμότητας στο σχεδιασμό και την ανάπτυξη ιστοσελίδων των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών (Craven, 2000).

• Ο Mark Yannie εξέτασε την προσβασιμότητα των ιστοσελίδων ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών δημοσίου και ιδιωτικού χαρακτήρα στη Μινεσότα και διαπίστωσε πως οι βιβλιοθήκες του δημοσίου χαρακτήρα είναι περισσότερο προσβάσιμες από τις αντίστοιχες του ιδιωτικού (Yannie, 2004). Οι δημόσιες διέθεταν καλύτερα εκπαιδευμένο προσωπικό και περισσότερο εξοπλισμό σε αντίθεση με τις ιδιωτικές.

• Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι οι ιστοσελίδες δημοσίων βιβλιοθηκών, βιβλιοθηκών πανεπιστημίων και κολεγίων των ΗΠΑ υστερούν στην παροχή ισότιμης πρόσβασης των ΑμεΑ σε διαδικτυακές πληροφορίες (Lilly & Fleet, 1999; Lilly & Fleet, 2000).

• Οι Ormes και Peacock, χρησιμοποιώντας το WebWatch robot (λογισμικό που καταγράφει τη χρήση των τεχνολογιών του Ιστού), ανακάλυψαν “ότι το επίπεδο και η ενημέρωση για προσβάσιμο HTML στις ιστοσελίδες δημοσίων βιβλιοθηκών χωλαίνει σε πολλά σημεία” (Ormes & Peacock, 1999).

• Έρευνα σε 300 ιστοσελίδες, μουσείων, βιβλιοθηκών και αρχείων στην Αγγλία που διεξήγαγε το City University το 2004 απέδειξε πως το επίπεδο προσβασιμότητας των ιστοσελίδων τους ήταν χαμηλό (Petrie & Hamilton, 2005). Για παράδειγμα, καμία από τις ιστοσελίδες που ελέγχθηκαν δεν παρείχε καμία πληροφορία στη Βρετανική νοηματική γλώσσα, ένα σημαντικό σημείο προσβασιμότητας για πολλούς ανθρώπους που γεννήθηκαν Κωφοί.

• Ο Axel Schmetzke, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Wisconsin στο Stevens Point, χρησιμοποίησε αυτοματοποιημένο λογισμικό και εξέτασε τις κύριες σελίδες (home pages) 24 κολεγίων, γνωστών για τις κορυφαίες βιβλιοθηκονομικές σχολές τους σύμφωνα με το News & World Reports. Η μελέτη του αυτή, αποκαλούμενη “Προσβασιμότητα Ιστού σε Πανεπιστημιακές Βιβλιοθήκες και Βιβλιοθηκονομικές Σχολές” θεωρείται ως μια από τις πιο βαθυστόχαστες μελέτες του είδους. Στην μελέτη αυτή, το 50% των ιστοσελίδων κρίθηκαν προσβάσιμες. “Αυτό που με ανησυχεί”, αναφέρει, “είναι ότι οι οργανισμοί οι οποίοι εκπαιδεύουν την επόμενη γενιά βιβλιοθηκονόμων δεν ενδιαφέρονται για την προσβασιμότητα γιατί αλλιώς θα έπρεπε ήδη να έχουν καταστήσει τις σελίδες τους προσβάσιμες”. Αν οι σχολές πληροφόρησης συνεχίσουν έτσι, είναι “απίθανο να διδάξουν στους φοιτητές αρχές προσβάσιμου σχεδιασμού του Ιστού” (Schmetzke, 2001). Τα χαμηλά αυτά ποσοστά προσβασιμότητας οφείλονται σε “έλλειψη ενημέρωσης για το συγκεκριμένο ζήτημα, έλλειψη χρόνου και σε γενικό τεχνο‐στρες”.

• Μια άλλη μελέτη επίσης του Schmetzke (2001) εξέτασε την προσβασιμότητα 13 πανεπιστημιουπόλεων του Πανεπιστημίου του Wisconsin σε χρονικό ορίζοντα 3 χρόνων και σε τρία είδη ιστοσελίδων: στις γενικές σελίδες της πανεπιστημιούπολης, στις σελίδες των βιβλιοθηκών και στις ιστοσελίδες των ακαδημαϊκών τμημάτων. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα οι προσβάσιμες ιστοσελίδες αυξήθηκαν από 31% το 1999 σε 40% το 2000 και σε 43% το 2001.

• Ο Schmetzke (2002, 2005) διαπίστωσε πως οι ιστοσελίδες διαπιστευμένων σχολών βιβλιοθηκονομίας σημείωσαν κάποια βελτίωση κατά τη χρονική περίοδο 1999‐2002. Συγκεκριμένα το 2002 υπήρξε κάποια βελτίωση αφού το 36% των σχολών βιβλιοθηκονομίας στον Καναδά και το 30% των ιστοσελίδων τους δεν παρουσίαζε προβλήματα προσβασιμότητας.

• Αισιόδοξος φαίνεται να είναι και ο Christensen S., ο οποίος αναφέρει πως “...αν κοιτάξουμε τις ιστοθέσεις των βιβλιοθηκών, είναι πράγματι πολύ πιο προσβάσιμες από ότι ένα χρόνο πριν” (Christensen, 2001).

• Στο διαδικτυακό τόπο που διατηρεί ο Schmetzke με τίτλο “Accessible Webpage Design” μπορεί κανείς να βρει μια λίστα με προσβάσιμες πύλες ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών (η λίστα αυτή όμως δεν ανανεώνεται συχνά). Επειδή οι μελέτες αυτές περιορίζονται στο χώρο των ΗΠΑ, πρέπει οι ερευνητές να είναι επιφυλακτικοί κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων για την κατάσταση σε άλλες χώρες.

• Οι Emma Santillan‐Rivero και Javier Valles‐Valenzuela, οι οποίοι ανέλυσαν τις ιστοσελίδες δέκα εθνικών βιβλιοθηκών (ως προς τη διαθεσιμότητα υπηρεσιών και εξοπλισμού για ΑμεΑ) διαπίστωσαν πως επτά από τις δέκα περιλαμβάνουν στις ιστοσελίδες τους πληροφορίες για ΑμεΑ (Santillan‐Rivero & Valles‐Valenzual, 2007). Ωστόσο χρειάζεται επανασχεδιασμός των ιστοσελίδων τους για περισσότερη προσβασιμότητα και αποτελεσματικότερες υπηρεσίες.

• Στην Ελλάδα δεν έχει δοθεί η δέουσα προσοχή στο θέμα της προσβασιμότητας των ΑμεΑ και πιο συγκεκριμένα στους δικτυακούς τόπους των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών, πλην από μια‐δυο εισηγήσεις στο πλαίσιο των Πανελληνίων Συνεδρίων Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών.

Το συμπέρασμα αυτών των ερευνών είναι πως, παρόλο που η προσβασιμότητα έχει βελτιωθεί σε κάποια σημεία (π.χ. βιβλιοθήκες του Πανεπιστημίου του Wisconsin), η πλειονότητα των δεδομένων δεν δείχνει κάποια σημαντική πρόοδο (π.χ. οι ιστοσελίδες των σχολών βιβλιοθηκονομίας της Βόρειας Αμερικής τείνουν να μην είναι προσβάσιμες). Είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι η αμέλεια αυτή για προσβάσιμο σχεδιασμό Ιστού αντανακλά όχι μόνο τη στάση των σχεδιαστών Ιστού αλλά επίσης και των καθηγητών και προσωπικού των σχολών βιβλιοθηκονομίας, οι οποίοι προσλαμβάνουν τους σχεδιαστές και τους δίνουν οδηγίες. Το δεύτερο συμπέρασμα είναι πως τα ποσοστά προσβασιμότητας των ιστοσελίδων των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών είναι υψηλότερα από αυτά των δημοσίων βιβλιοθηκών.

Στη συνέχεια διαπιστώνει κανείς πως οι παραπάνω έρευνες παρουσιάζουν κάποια τρωτά σημεία. Αναλυτικότερα:

• Κατά τις έρευνες αυτές χρησιμοποιήθηκαν τα εξής εργαλεία: ο έλεγχος συμμόρφωσης (compliance checking) και ο έλεγχος λειτουργικότητας με τη χρήση ΥΤ. Ο έλεγχος συμμόρφωσης γίνεται είτε “χειρωνακτικά” είτε με τη βοήθεια ενός εργαλείου αυτοματοποιημένου ελέγχου, του Bobby.

Το κατά πόσο βέβαια μπορεί να εμπιστεύεται κανείς τυφλά τη χρήση εργαλείων αυτοματοποιημένου ελέγχου (όπως το Bobby), υπάρχουν κάποιες επιφυλάξεις. Με πολύ λίγες εξαιρέσεις, οι περισσότερες μελέτες προσβασιμότητας του Ιστού στηρίζονται αποκλειστικά στις αυτοματοποιημένες ικανότητες ελέγχου του Bobby. Όμως ο αυτόματος έλεγχος αυτού του είδους δεν αξιολογεί τουλάχιστον το 30% των κριτηρίων πρόσβασης. Επιπλέον, η αποκλειστική χρήση του Bobby για αξιολόγηση είναι προβληματική μιας και παράγει μερικά λανθασμένα θετικά και αρνητικά αποτελέσματα. Τα αποτελέσματα των αυτοματοποιημένων εργαλείων αξιολόγησης προσβασιμότητας μπορούν να παρερμηνευτούν και να μην παρέχουν πλήρη εικόνα. Γι’ αυτό πρέπει, εκτός από τον αυτόματο έλεγχο, να διενεργείται και “expert testing”, όπου οι ειδικοί της προσβασιμότητας εξετάζουν τον κώδικα και την ιστοσελίδα, εφαρμόζοντας τις γνώσεις τους. Ένας ιστοτόπος που φέρει την έγκριση του Bobby, δεν σημαίνει απαραίτητα πως είναι πλήρως προσβάσιμος διότι τα χρώματα, οι αντιθέσεις και μερικά χαρακτηριστικά πλοήγησης με δυσκολία μπορούν να ελεγχθούν αυτόματα. Χρειάζεται ανατροφοδότηση από τους χρήστες (Taha & Pertucci, 2002). Στο σημείο αυτό πρέπει να διενεργείται το “user testing”, το οποίο φέρνει στην επιφάνεια θέματα χρηστικότητας σχετικά με το σχεδιασμό της σελίδας.

Ωστόσο, παρόλα τα ελαττώματά του, το Bobby είναι ένα καλό εργαλείο αξιολόγησης όταν πρόκειται για την αξιολόγηση εκατοντάδων ή χιλιάδων μεμονωμένων ιστοσελίδων.

• Οι παραπάνω έρευνες παρουσιάζουν μια ανομοιομορφία. Δηλαδή, για τον έλεγχο λειτουργικότητας, κάποιοι συγγραφείς εκτέλεσαν κάποιες αναζητήσεις με τη χρήση ΥΤ ενώ κάποιοι άλλοι διενέργησαν τις αναζητήσεις μόνοι τους. Άλλοι πάλι συνεργάστηκαν με χρήστες με αναπηρία όρασης, γνώστες ήδη των ΥΤ.

• Τέλος, όλες οι μελέτες εστίασαν συγκεκριμένα στις σελίδες αναζήτησης ή τις σελίδες που λειτουργούν σαν πύλη (gateway) σε full‐text υλικό, χωρίς να επεκταθούν σε άλλους πόρους ή σε περισσότερο βάθος.

Όσον αφορά την προσβασιμότητα των ιστοσελίδων των βιβλιοθηκών, στο σημείο αυτό προκύπτει ένα άλλο ζήτημα, κατά πόσο πρέπει η βιβλιοθήκη να καθιστά προσβάσιμη την κύρια ιστοσελίδα της ή να παρέχει μια εναλλακτική ιστοσελίδα για τα ΑμεΑ.

Στην παρούσα μελέτη, υιοθετείται η άποψη πως η παροχή ενός εναλλακτικού δικτυακού τόπου ενισχύει τον κοινωνικό αποκλεισμό και τη διάκριση εις βάρος των ΑμεΑ. Επιπλέον, μερικά τυπικά προβλήματα που επιφέρει ένας τέτοιος δικτυακός τόπος είναι τα πρόσθετα διαχειριστικά βάρη στον οργανισμό και η απουσία χαρακτηριστικών λειτουργικότητας. Ακόμη, ένα παράλληλο σύστημα δημιουργεί υποχρεώσεις ενημέρωσης και συγχρονισμού του με τον κυρίως δικτυακό τόπο και συνεπώς, απαιτεί τη δέσμευση του οργανισμού για την επιμέλεια και την ενημέρωσή του. Αντίθετα, η δημιουργία προσβάσιμων ιστοσελίδων δεν απαιτεί επιπρόσθετα χρήματα, μόνο λίγο χρόνο και μελέτη. Έχει εκτιμηθεί ότι το να προσθέσει κανείς το alternative text tag, “ALT”, απαιτεί επιπρόσθετα 10 δευτερόλεπτα από το χρόνο του σχεδιαστή του Ιστού (Kirkpatrick & Morgan, 2001).

Ωστόσο, στη βιβλιογραφία υπάρχει διχογνωμία. Από τη μια οι κριτικοί υποστηρίζουν ότι οι σχεδιαστές πρέπει να στρέφονται στη δημιουργία πλήρως προσβάσιμων ιστοτόπων και όχι στη δημιουργία εναλλακτικών τόπων. Σύμφωνα με τις W3C κατευθυντήριες οδηγίες, οι σχεδιαστές πρέπει να δημιουργούν την εναλλακτική ιστοσελίδα μόνο σε έσχατες περιπτώσεις. Από την άλλη, αναφέρεται πως “οι εναλλακτικές εκδοχές των ιστοτόπων δεν είναι μόνο μια καλή ιδέα, είναι μια υπέροχη ιδέα για την ανάπτυξη του Ιστού και για τη συνεχή πρόσβαση των ΑμεΑ στο περιεχόμενο” (Mayfield, 2001).

Ως προς την προσβασιμότητα των on‐line πόρων, ευρετηρίων, on‐line περιοδικών, βάσεων δεδομένων, κ.ά. που παρέχουν οι βιβλιοθήκες στους χρήστες τους, διερωτάται κανείς αν υπάρχουν τέτοιες έρευνες ή αν έχουν περιοριστεί μόνο στην αξιολόγηση της προσβασιμότητας των ιστοσελίδων των βιβλιοθηκών.

Μέχρι το 2002, η πληροφόρηση για την προσβασιμότητα αυτών των διαδικτυακών πόρων των βιβλιοθηκών ήταν σπάνια. Όσο όμως μετά τα τέλη του 1990 οι διαδικτυακοί πόροι χρησιμοποιούνταν ολοένα και περισσότερο στις βιβλιοθήκες, οι βιβλιοθηκονόμοι ξεκίνησαν να συνειδητοποιούν ότι πολλοί από αυτούς ήταν απροσπέλαστοι στα ΑμεΑ. Ωστόσο μόλις το 2002 ξεκίνησαν να εμφανίζονται στη βιβλιοθηκονομική βιβλιογραφία οι πληροφορίες για την προσβασιμότητα των διαδικτυακών βάσεων δεδομένων. Το 2002 το Library Hi Tech αφιέρωσε δυο ειδικά τεύχη που περιελάμβαναν μελέτες προσβασιμότητας επιλεγμένων διαδικτυακών πληροφοριακών πόρων βιβλιοθηκών. Πολλά από τα άρθρα αυτά εστίασαν στην προσβασιμότητα ευρετηρίων βιβλιοθηκών και βάσεων δεδομένων. Από το 2003 όμως και μετά, πάλι λίγες μελέτες έχουν ασχοληθεί με την προσβασιμότητα βάσεων δεδομένων στις οποίες έχουν συνδρομή οι βιβλιοθήκες.

Αυτή τη στιγμή οι βιβλιοθηκονόμοι, οι οποίοι δεν έχουν το χρόνο να ελέγχουν διεξοδικά τους online πόρους για προσβασιμότητα, πόσο μάλλον να δημιουργούν εγχειρίδια για να βοηθούν τους χρήστες ΥΤ, δεν έχουν παρά μόνο τα αποτελέσματα των παρακάτω ερευνών στα χέρια τους που ίσως να τους βοηθήσουν στη διαδικασία της αξιολόγησής τους.

• Ο Coonin εξέτασε την προσβασιμότητα 11 μεγάλων ερευνητικών περιοδικών για χρήστες με οπτική ή κινητική αναπηρία (Coonin, 2001). Ανάμεσα σε αυτές ήταν και βάσεις ηλεκτρονικών περιοδικών με επιστημονικό περιεχόμενο όπως η HighWire, η IDEAL, η JSTOR, η Science Direct, η BioOne (SPARC), η SpringerLink, η Emerald και η Wiley InterScience. Η προσβασιμότητά τους αξιολογήθηκε σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες του WAI και χρησιμοποιώντας το Bobby. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι παραπάνω προμηθευτές είναι ανεπαρκώς ενημερωμένοι για θέματα προσβασιμότητας. Μάλιστα, εκτός από μια εξαίρεση (την Kluwer online) εντοπίστηκαν μερικά σημαντικά λάθη προσβασιμότητας στις “βασικές σελίδες πρόσβασης” όλων των περιοδικών.

• Σε άλλη έρευνα, ο Horwath εξετάσε τέσσερις βάσεις δεδομένων (την EBSCOhost MasterFile Elite, την Electric Library Plus, την Encyclopedia Britannica Online και το Oxford English Dictionary Online) χρησιμοποιώντας ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα 11 ανθρώπων με αναπηρία όρασης. Καμία βάση δεδομένων δεν αποδείχτηκε πλήρως προσβάσιμη σε όλα τα επίπεδα ενώ μόνο δύο ήταν ευκολότερες στη χρήση από τις άλλες (Horwath, 2002).

• Ο Horwath επίσης μελέτησε την ηλεκτρονική έκδοση 2 πόρων, της Encyclopedia Britannica Online και του Oxford English Dictionary, από τα οποία το δεύτερο ήταν προσβάσιμο. Ωστόσο, η προσβασιμότητα του δεύτερου προκάλεσε έκπληξη στο συγγραφέα διότι όταν ρώτησε για την προσβασιμότητα του Oxford English Dictionary τον υπεύθυνο πωλήσεων του εκδότη σε μια έκθεση κατά τη διάρκεια του συνεδρίου της ALA το 2000, εκείνος απέφυγε οποιαδήποτε συζήτηση επί του θέματος διότι δεν είχε καμία σχετική ενημέρωση.

• Σε άλλη έρευνα, η Riley (2004) εξέτασε την προσβασιμότητα τριών βάσεων δεδομένων (EBSCOhost, Thomspon Gale/Infotrac & OCLC FirstSearch) χρησιμοποιώντας αναγνώστες οθόνης, όπου διαπίστωσε πως και οι 3 αντιμετώπιζαν προβλήματα. Γι’ αυτό η Riley παροτρύνει τους βιβλιοθηκονόμους να ζητούν από τους παροχείς βάσεων δεδομένων να ελέγχουν και να αξιολογούν την προσβασιμότητα των προϊόντων τους αλλιώς οι πρώτοι να μην προβαίνουν στην αγορά τους.

• Σε μια αξιολόγηση των PubMed, OVID MEDLINE, MEDLINEplus, CANCERLIT, Hazardous Substances Data Bank, TOXLINE & 2 Material Safety Data Sheets (MSDS) το 2002, καμία από αυτές δεν βρέθηκε πλήρως προσβάσιμη για χρήστες ΥΤ. Παρόλο που αυτές οι βάσεις δεδομένων είναι σε κάποιο βαθμό προσβάσιμες για άτομα που χρησιμοποιούν ΥΤ, ωστόσο παρουσιάζουν πολλά προβλήματα προσβασιμότητας και χρηστικότητας (McCord et al., 2002).

• Σε άλλη έρευνα αξιολογήθηκε η προσβασιμότητα τεσσάρων βάσεων δεδομένων (η EBSCO, η Academic Search Premier, η Lexis‐Nexis και η Pro‐Quest) με τη χρήση του λογισμικού WindowEyes ως εργαλείου ανάγνωσης οθόνης. Ο Bowman χρησιμοποίησε ένα δημοφιλή αναγνώστη οθόνης και διενήργησε δυο αναζητήσεις, μια απλή αναζήτηση με λέξη‐κλειδί και μια δεύτερη, πιο σύνθετη (Bowman, 2002). Η Lexis‐Nexis ήταν η πιο προσβάσιμη για τα WindowEyes και παρείχε την μεγαλύτερη ανεξαρτησία στο χρήστη που βασίζεται σε έναν αναγνώστη οθόνης.

• Οι Byerley, Chambers & Thohira μελέτησαν την προσβασιμότητα online βάσεων δεδομένων προσκαλώντας τις ίδιες τις εταιρείες να συμμετάσχουν σε μια έρευνα για την προσβασιμότητα των προϊόντων τους (Byerley & Chambers, 2003). Συγκεκριμένα, επέλεξαν 17 προμηθευτές βάσεων δεδομένων εκ των οποίων απάντησαν οι 12 (ABC‐CLIO, ACS, EBSCO, ELSEVIER, H.W. WILSON, IEEE, JSTOR, LexisNexis, ProQuest, CSA Illumina, MetaPress & Thompson Gale). Στο πλαίσιο της έρευνας αυτής διαπιστώθηκε πως η μέθοδος διανομής των τεκμηρίων μπορεί να αποτελεί τεράστιο εμπόδιο για τα άτομα με αναπηρία όρασης. Οι πιο συχνές μορφές για τη διανομή των εγγράφων είναι η html fulltext, η html full‐text plus graphics και η pdf. Η html full‐text θεωρείται η πιο προσβάσιμη και είναι η πλατφόρμα που προτιμάει περισσότερο η κοινότητα των ΑμεΑ. Ωστόσο, αρκετοί προμηθευτές στηρίζονται στο pdf για τη διανομή των εγγράφων, διάταξη μη φιλική για τους αναγνώστες οθόνης.

Από τις συμμετέχουσες εταιρείες μόνο έξι (IEEE, ELSEVIER, JSTOR, LexisNexis, ProQuest και Thompson Galr) παρέχουν επίσημες δηλώσεις προσβασιμότητας αναρτημένες στις εταιρικές ιστοθέσεις τους. Η IEEE, η ProQuest και η Thompson Gale είναι οι μόνες εταιρείες που δηλώνουν ότι τυπώνουν πληροφορίες προσβασιμότητας στα φυλλάδια των προϊόντων τους. Έξι εταιρείες (η CSA Illumina, η H.W. Wilson, η JSTOR, η LexisNexis, η ProQuest και η Thompson Gale) καθοδηγούν τους αντιπροσώπους πωλήσεων όσον αφορά τη συμμόρφωση των προϊόντων τους με τα πρότυπα προσβασιμότητας και τους ενθαρρύνουν να συζητούν την προσβασιμότητα των προϊόντων τους με τους πελάτες. Στο πλαίσιο της έρευνας αυτής διαπιστώθηκε πως 8 εταιρείες διεξάγουν έλεγχο προσβασιμότητας χρησιμοποιώντας αναγνώστες οθόνης και/ή εργαλεία ελέγχου και πέντε από αυτές τις οκτώ διεξάγουν και μελέτες χρηστικότητας για άτομα με αναπηρία όρασης. Οι προμηθευτές των βάσεων δεδομένων για βιβλιοθήκες ξεκινούν σιγά σιγά να αναγνωρίζουν και να ανταποκρίνονται στις ανάγκες προσβασιμότητας των ΑμεΑ και οι αντιπρόσωποι πωλήσεων καταλαβαίνουν και αναγνωρίζουν τη σημασία συμμόρφωσης με τη νομοθεσία.

Σε κάποιο βαθμό, η ευθύνη είναι και των ίδιων των βιβλιοθηκονόμων, ειδικά όσων είναι υπεύθυνοι για την επιλογή των βάσεων δεδομένων. Αν οι βιβλιοθηκονόμοι δεν θέτουν ως κριτήριο την προσβασιμότητα όταν επιλέγουν online πόρους και δίνουν την εντύπωση ότι δεν τους ενδιαφέρει, τότε σίγουρα δεν θα ενδιαφέρει και τις ίδιες εταιρείες.

• Ο Stewart διεξήγαγε την πιο πρόσφατη και πιθανότατα την πιο διεξοδική έρευνα προσβασιμότητας‐ χρηστικότητας μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα, έλεγξε τη λειτουργικότητα και συμμόρφωση 37 βάσεων δεδομένων σύμφωνα με τις επιταγές του 508 και WCAG (Web Content Accessibility Guidelines), χρησιμοποιώντας υποστηρικτικό λογισμικό. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ενώ όλες οι βάσεις ήταν λειτουργικά προσβάσιμες, δεν ήταν πάντα φιλικές προς το χρήστη (Stewart et al., 2005).

• Σε άλλη έρευνα, δυο τυφλοί χρήστες αναγνωστών οθόνης έλεγξαν δυο δημοφιλείς βάσεις δεδομένων, την Thompson Gale’s Expanded Academic Index ASAP και το ProQuest’s Periodical Abstracts της OCLC FirstSearch (Byerley & Chambers, 2002). Η μελέτη έδειξε πως, αν και η διεπιφάνεια κάθε βάσης δεδομένων ήταν αρκετά προσβάσιμη, κάθε μια χρειαζόταν βελτίωση της χρηστικότητας για τους χρήστες αναγνωστών οθόνης.

Η πραγματικότητα είναι πως οι περισσότεροι βιβλιοθηκονόμοι δεν έχουν το χρόνο, τους πόρους και/ή τις δεξιότητες (know‐how) αλλά ούτε και λογισμικό για να αξιολογούν το βαθμό προσβασιμότητας των βάσεων στις οποίες έχουν συνδρομή. Δεν μπορούν να πουν αν ένα προϊόν είναι προσβάσιμο ούτε τι πρέπει να κάνουν σε περίπτωση που δεν είναι, αν πρέπει να αρνηθούν την αγορά του προϊόντος ή όχι.

Επίσης, το λυπηρό είναι πως σχεδόν κανείς από τους προμηθευτές on‐line πόρων δεν αναφέρει ούτε καταγράφει πώς λειτουργούν τα προϊόντα τους όταν δοκιμάζονται με πραγματικούς αναγνώστες οθόνης ή άλλες ΥΤ που χρησιμοποιούν τα ΑμεΑ. Οι μεγάλοι εκδότες δείχνουν να μη μεριμνούν για τα ΑμεΑ κατά το σχεδιασμό των συστημάτων τους ή ακόμη και αν το κάνουν, παρέχουν ελάχιστες και περιορισμένης δυναμικής εναλλακτικές. Οι λόγοι που οι περισσότεροι προμηθευτές ηλεκτρονικών περιοδικών δεν παρέχουν προϊόντα που να ανταποκρίνονται στις βασικές απαιτήσεις προσβασιμότητας είναι επειδή: α) οι περισσότεροι εξ αυτών δεν είναι επαρκώς ενημερωμένοι για τις ανάγκες προσβασιμότητας β) δεν έχει υπάρξει συνεχής και επίμονη πίεση από τους πελάτες τους να παρέχουν προσβάσιμα προϊόντα.

Γι’ αυτό οι βιβλιοθηκονόμοι χρειάζονται εγγυήσεις από τους ίδιους τους προμηθευτές ότι τα προϊόντα τους είναι προσβάσιμα (π.χ. πολιτική προσβασιμότητας στις εταιρικές ιστοθέσεις τους όπως κάνει η GALE) και να συμμορφώνονται με τις κατευθυντήριες οδηγίες προσβασιμότητας του Ιστού.

Στον ιστότοπο της Encyclopaedia Britannica υπάρχει “Web Site Accessibility Policy” όπου αναφέρει ότι είναι αφοσιωμένοι να διασφαλίζουν ότι τα online προϊόντα τους και οι ιστότοποί τους έχουν προσβάσιμα χαρακτηριστικά για όλους τους χρήστες, περιλαμβάνοντας και τα ΑμεΑ. Ελέγχουν συνεχώς τις ιστοσελίδες της Encyclopaedia Britannica Online και συμβουλεύονται και μέλη της κοινότητας των ΑμεΑ σε τακτική βάση.

Η online Encyclopedia Britannica είναι ήδη φιλική προς τα ΑμεΑ (Vaknin, 2005). Είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε το Jaws να μπορεί να τη διαβάσει εύκολα καθώς δεν υπάρχουν πλαίσια ή κινούμενες GIF εικόνες. Όλες οι ουσιαστικές οδηγίες και πληροφορίες είναι πάντα διαθέσιμες σε μορφή κειμένου.

Στη συνέχεια, η Julie Connors, εκπρόσωπος τύπου του WorldBook, αναφέρει πως πολλά προϊόντα της WorldBook (όπως η World Book Encyclopedia Online), ελέγχονται για τυχόν προβλήματα προσβασιμότητας. Ο προμηθευτής ωστόσο που έχει σημειώσει την μεγαλύτερη πρόοδο είναι ο Grolier που ξαναχτίζει όλες τις Grolier Online εγκυκλοπαίδειες ώστε να είναι φιλικές προς τα ΑμεΑ και συμβατές με το ADA. Αυτό δεν είναι εύκολη υπόθεση αν αναλογιστεί κανείς πως για να γίνει η Encyclopedia Americana συμβατή με το ADA χρειάστηκαν 18 μήνες και 25 τεχνικοί και σύμβουλοι (Minkel, 2003).

Και το Project MUSE επίσης έχει αναλάβει μια μεγάλη πρωτοβουλία προκειμένου να βελτιώσει την πρόσβαση των ΑμεΑ. Η ιστοσελίδα του Project MUSE χρησιμοποιεί το Bobby WorldWide (TM) online λογισμικό‐εργαλείο προσβασιμότητας. Από τον Μάρτιο του 2003 το Project MUSE συμμορφώνεται με το Section 508 του Rehabilitation Act. Η πλήρης συμμόρφωση με το Section 508 αποτελεί υψηλή προτεραιότητα για το Project MUSE και επίσης διαθέτει στο προσωπικό του έναν “usability & outreach” βιβλιοθηκονόμο, ο οποίος διασφαλίζει την προσβασιμότητα του MUSE και βελτιώνει τη χρηστικότητά του για όλους τους χρήστες.

Στο JSTOR προκειμένου να αυξήσουν την προσβασιμότητα των αρχειοθετημένων άρθρων των περιοδικών προσφέρουν δυο επιλογές: το High Quality PDF και το TIFF (Tagged Image File Format). Πλέον, το JSTOR είναι συμβατό με το Section 508 του Rehabilitation Act και τα W3C WAI Priority 1 πρότυπα. Η πλοήγηση του ιστοτόπου του JSTOR έχει ελεγχθεί με επιτυχία χρησιμοποιώντας δημοφιλείς αναγνώστες οθόνης περιλαμβάνοντας το JAWS για τα Windows, το WindowEyes και το IBM Home Page Reader και έχει ελεγχθεί και από ΑμεΑ.

Ως προς την ιδανικότερη λύση για τα full‐text άρθρα, προς το παρόν, η καλύτερη λύση για ένα full‐text άρθρο είναι να είναι διαθέσιμο σε HTML, έχοντας επίσης διαθέσιμη την επιλογή του pdf για όσους το προτιμούν (Kerscher, 2006). Παρόλες τις προσπάθειες όμως, οι προμηθευτές βάσεων δεδομένων διανέμουν κατά κύριο λόγο τα έγγραφά τους σε pdf αρχεία, απροσπέλαστα για τους περισσότερους εντυπο‐ανάπηρους. Ένας άλλος τρόπος επίλυσης της προσβασιμότητας αυτών των δημοσιευμάτων είναι η XML, μια δομημένη διάταξη κειμένου που επιτρέπει την εύκολη πλοήγηση στο κείμενο. Άλλη λύση είναι οι εκδότες αντί για .pdf και .doc να παρέχουν κατά προτίμηση unformatted text (.txt) (Engelen & Burger, 2002).

Επειδή λοιπόν οι εκδότες και παροχείς ηλεκτρονικού περιεχομένου δεν μεριμνούν πολύ για τις ανάγκες των ΑμεΑ και την προσβασιμότητα των προϊόντων τους, το προσωπικό πρέπει να εξακριβώνει την προσβασιμότητα των OPACs, των ευρετηρίων και των βάσεων δεδομένων. Ο Norman Coombs, διευθυντής του οργανισμού EASI, αισιοδοξεί πως τα πράγματα θα αλλάξουν λέγοντας πως “πολλοί παραγωγοί λογισμικού και υλικού έχουν αντιμετωπίσει την αγορά της αναπηρίας ως πολύ μικρή για να καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια. Αυτό όμως θα αλλάξει” (Foster, 2001). Επίσης παρατηρεί ότι η συμμετοχή σε on‐line ομαδικά εργαστήρια είναι έντονη και οι ενότητες των συνεδρίων που αφορούν τις ανάγκες των ΦμεΑ ήδη προσελκύουν ευρύ κοινό.

Αισίως, μερικοί μεγάλοι κατασκευαστές όπως η Sun Microsystems, η Microsoft Corp., η Lotus Development Corp. και η IBM Corp. σχεδιάζουν, παράγουν και προωθούν πλήρως προσβάσιμες εκδόσεις των προϊόντων τους (Johnson, 2000). Πολλές από αυτές τις εταιρείες και άλλοι ιδιωτικοί οργανισμοί έχουν καθιερώσει πολιτικές και πρότυπα για να διασφαλίζουν την προσβασιμότητα στα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους.

Σίγουρα η συμμόρφωση μόνο με τα πρότυπα και τη νομοθεσία δεν σημαίνει ότι οι διεπιφάνειες θα είναι απαραιτήτως φιλικές στο χρήστη με αναπηρία. Ο έλεγχος χρηστικότητας είναι η καλύτερη μέθοδος ελέγχου αποτελεσματικής απόδοσης του συστήματος από την οπτική του χρήστη. Μέχρι όμως να καθιερωθεί ο έλεγχος χρηστικότητας, οι βιβλιοθηκονόμοι έχουν έναν αριθμό επιλογών για να αξιολογούν τις βάσεις δεδομένων για προσβασιμότητα και χρηστικότητα. Μπορούν να διεξάγουν ελέγχους μόνοι τους, αν και αυτό δεν είναι τόσο ρεαλιστικό. Τυπικά οι βιβλιοθηκονόμοι έχουν λίγη ή καθόλου εμπειρία στις ΥΤ και για να τις μάθουν χρειάζεται χρόνος. Ωστόσο, οι βιβλιοθηκονόμοι μπορούν να ζητήσουν από τα τμήματα ΥΤ των πανεπιστημίων τους να διεξάγουν τον έλεγχο εκ μέρους τους. Ένας άλλος τρόπος είναι να βασιστούν σε μελέτες προσβασιμότητας βάσεων δεδομένων. Το μειονέκτημα για όλες τις παραπάνω μεθόδους και έρευνες είναι ότι τα αποτελέσματά τους μπορούν γρήγορα να απαρχαιωθούν καθώς οι προμηθευτές βγάζουν συνεχώς νέες εκδόσεις ή αναβαθμίσεις των προϊόντων τους.

Όλη αυτή η έρευνα για την προσβασιμότητα ιστοσελίδων, πόρων, βάσεων δεδομένων, κτλ που έχει προαναφερθεί, μπορεί να βοηθήσει και να φέρει την αλλαγή με τρεις τρόπους:

• Πρώτον, δίνοντας μια γενική εικόνα για το πού βρίσκονται οι βιβλιοθήκες σε επίπεδο προσβασιμότητας και πού πρέπει να φτάσουν, τις ωθεί να αναθεωρήσουν τις υπάρχουσες πολιτικές τους και να γίνουν πιο συμμετοχικές και προσβάσιμες.

• Δεύτερον, όταν οι μελέτες προσβασιμότητας ιστοσελίδων εντοπίζουν ινστιτούτα με χαμηλή προσβασιμότητα, αυτά αποκτούν ένα κίνητρο να βελτιώσουν την εικόνα τους. Σε κανένα ινστιτούτο δεν αρέσει να ξεχωρίζει αρνητικά σε σύγκριση με άλλα σε μελέτες. Επίσης, με τη δημοσίευση αυτών των αρνητικών στατιστικών, τα ινστιτούτα αυτά μπορούν να βρεθούν με ποινικές‐νομικές κυρώσεις εναντίον τους για μη συμμόρφωση με τη νομοθεσία για προσβασιμότητα.

• Τρίτον, η πληροφόρηση για την προσβασιμότητα εμπορικών προϊόντων και οι έρευνες αξιολόγησης σε αυτές τις περιοχές, θα δώσουν έναυσμα για περαιτέρω έρευνα, που θα βοηθήσει τους βιβλιοθηκονόμους να λαμβάνουν πιο σωστές αποφάσεις αγοράς.