Creativity

Innovation

Originality

Imagination

 

Salient

Salient is an excellent design with a fresh approach for the ever-changing Web. Integrated with Gantry 5, it is infinitely customizable, incredibly powerful, and remarkably simple.

Download

Διδακτορική διατριβή τής Άννας Κουλικούρδη με θέμα «Πληροφοριακή Συμπεριφορά των Ατόμων με Αναπηρία (ΑμεΑ) και οι Υποστηρικτικές Τεχνολογίες σε Περιβάλλον Βιβλιοθηκών». Τριακοστό όγδοο μέρος (Κεφάλαιο ένατο: Βιβλιοθήκες & η Σχέση τους με τα ΑμεΑ & τις ΥΤ - Κατάλογοι & συλλογές των βιβλιοθηκών για ΑμεΑ).

Κατάλογοι & συλλογές των βιβλιοθηκών για ΑμεΑ

Στο παρόν υποκεφάλαιο εξετάζονται οι κατάλογοι των βιβλιοθηκών, οι συλλογές τους, τα συστήματα διαδανεισμού τους και γενικότερα η κάλυψη του υλικού εναλλακτικής μορφής.

Αν υποθέσει κανείς ότι οι βιβλιοθήκες μιας χώρας διαθέτουν πλούσιο σε αριθμό υλικό εναλλακτικής μορφής, το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι ο τρόπος με τον οποίο ενημερώνουν τα ΑμεΑ για το περιεχόμενο των συλλογών τους.

Η πλειονότητα των βιβλιοθηκών για τυφλούς συνήθως παρέχει:

1. Τον κατάλογο braille και
2. Τον έντυπο όπου κάθε επιλογή έχει τα μειονεκτήματά της.

Από τη μια πλευρά, ο κατάλογος braille δεν εξυπηρετεί μεγάλο αριθμό χρηστών διότι ο αριθμός των αναγνωστών braille είναι σχετικά μικρός (συνολικά μόνο το 0.2% των τυφλών είναι επιδέξιοι αναγνώστες braille). Από την άλλη, ο έντυπος καθιστά τον τυφλό εξαρτημένο από τους τρίτους που πρέπει να του τον διαβάσουν ώστε να επιλέξει το βιβλίο που θέλει. Επιπλέον, και στις δυο περιπτώσεις είναι αδύνατο η ενημέρωση του καταλόγου να γίνεται σε καθημερινή, εβδομαδιαία ή μηνιαία βάση. Ο αριθμός των τίτλων αυξάνεται με αποτέλεσμα ο κατάλογος να γίνεται μεγάλος σε όγκο και η χρήση του πολύ δύσκολη.

Γι’ αυτό οι βιβλιοθήκες πρέπει να δίνουν προτεραιότητα στο σχεδιασμό του καταλόγου τους για να μην αποκλείουν τα ΑμεΑ από αυτό το πολύτιμο εργαλείο. Πλην από τον braille και τον έντυπο, κάποιες βιβλιοθήκες προσπαθούν να βρουν κατάλληλες μορφές για τους καταλόγους τους, άλλες διαθέτουν ηχογραφημένους καταλόγους και κάποιες σε δισκέτες ή διαθέσιμες στο Διαδίκτυο. Ο ηχογραφημένος κατάλογος μπορεί ναι μεν να απαλλάσσει τον χρήστη από μεσολαβητές, ωστόσο είναι δύχρηστος ως προς τον εντοπισμό των βιβλίων και την ενημέρωσή του. Επίσης, οι κατάλογοι στη δισκέτα ή στο Διαδίκτυο μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο από γνώστες των υπολογιστών, αποκλείοντας έτσι όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με αυτές τις τεχνολογίες.

Για να εντοπίσει κανείς ποια είναι η ιδανικότερη μορφή καταλόγου μιας βιβλιοθήκης για ΑμεΑ, πρέπει να εξετάσει πρώτα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ΑμεΑ κατά τη χρήση των OPACs. Τα πιο συχνά είναι:

• Η χρήση επαναλαμβανόμενων συνδέσμων όπως “Εμφάνιση λεπτομερειών της εγγραφής”.

• Η χρήση ακρωνυμίων όπως MARC (Machine Readable Cataloguing), ILL (InterLibrary Loaning), κ.ά.

• Υπάρχει “time out” για λόγους ασφαλείας, το οποίο συχνά είναι πολύ σύντομο π.χ. 30 δευτερόλεπτα σε δημόσιες βιβλιοθήκες, με αποτέλεσμα τα ΑμεΑ να μην προλαβαίνουν.

• Ο on‐line κατάλογος της βιβλιοθήκης, εξαιτίας της γραφικής του φύσης, απαιτεί το χειρισμό ποντικιού, αποκλείοντας έτσι τα άτομα με κινητικές αναπηρίες στα άνω άκρα.

• Συχνά ο on‐line κατάλογος αναγκάζει τα ΑμεΑ να προμηθεύονται πρόσφατες εκδόσεις του Internet Explorer, που δεν μπορούν ωστόσο να αποκτήσουν για οικονομικούς λόγους.

• Πολλοί κατάλογοι βιβλιοθηκών διακρίνονται για τη φτωχή αντίθεση χρωμάτων ή τους πολύ μικρούς χαρακτήρες.

• Όσοι χρησιμοποιούν τον on‐line κατάλογο από το σπίτι τους, το κάνουν με ευκολία και αυτό διότι χρησιμοποιούν το δικό τους εξοπλισμό στο σπίτι όπου οι ρυθμίσεις είναι προσαρμοσμένες στις ανάγκες τους. Αντίθετα, δεν γνωρίζουν πάντα την τεχνολογία της δημόσιας βιβλιοθήκης και ούτε έχουν τη διάθεση να την μάθουν ή να αλλάζουν κάθε φορά τις ρυθμίσεις ασφαλείας που έχει θέσει η βιβλιοθήκη.

Βέβαια κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει και τα πλεονεκτήματα του on‐line καταλόγου. Πριν την εμφάνιση του on‐line καταλόγου, οι τυφλοί χρήστες βιβλιοθηκών δεν μπορούσαν να προσπελάσουν εργαλεία όπως ο καρτοκατάλογος. Σήμερα που ο κατάλογος της βιβλιοθήκης και οι πόροι της είναι διαθέσιμοι σε ηλεκτρονική μορφή και οι υποστηρικτικές συσκευές μπορούν να διευκολύνουν κατά πολύ τη χρήση του, ο χρήστης με την αναπηρία μπορεί να γίνει ο ίδιος “information locator”.

Παρόλο που η προσβασιμότητα των OPACs είναι καταλυτικής σημασίας, οι αναφορές και οι έρευνες για αυτήν στη βιβλιογραφία είναι ελάχιστες. Σύμφωνα με το πρόγραμμα TESTLAB το 1998 οι OPACs των περισσοτέρων βιβλιοθηκών (δημοσίων ή ακαδημαϊκών) δεν μπορούν να είναι προσβάσιμοι αν δεν ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα, π.χ. εγκατάσταση προσβάσιμων σταθμών και δημιουργία προσβάσιμων διεπιφανειών των καταλόγων (vanBodengraven & Pollitt, 2003). Άλλες δυο έρευνες μελέτησαν το Voyager της Endeavor (όπου διαπιστώθηκε πως “μπορεί επιτυχώς να πλοηγηθεί από έμπειρους χρήστες των ΥΤ”) και το Epixtech’s Ipac 2.0 (το οποίο συναντάται πιο εύκολα σε δημόσιες βιβλιοθήκες) (Axtell & Dixon, 2002; Johns, 2002).

Στη συνέχεια, ακολουθούν προσπάθειες διαφόρων ινστιτούτων και των βιβλιοθηκών τους να παρέχουν στους χρήστες τους προσβάσιμους καταλόγους. Η NLS της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσσου ήταν η πρώτη που έλαβε την πρωτοβουλία για ένα συλλογικό κατάλογο υλικού εναλλακτικής μορφής, πρώτα σε μικροφίς και μετά σε cd‐rom και online. Επί του παρόντος, οι κατάλογοι της NLS περιλαμβάνονται στον Κατάλογο της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσσου.

Το RFB&D στο παρελθόν παρείχε στα ΑμεΑ έντυπους καταλόγους, οι οποίοι όμως ήταν ελαχίστης βοήθειας. Στη συνέχεια παρήγαγε τον “Quarterly Recorder Catalog” σε κασέτα και αργότερα σε δισκέτα, όπου οι χρήστες με τη σειρά τους ζητούσαν το υλικό που ήθελαν μέσω τηλεφώνου ή τύπωναν το αίτημά τους και το έστελναν με ταχυδρομείο ή φαξ στο RFB&D. Αυτοί οι τρόποι όμως πάλι δεν ήταν ικανοποιητικοί ή πλήρως αποτελεσματικοί για τα ΑμεΑ.

Τα ΑμεΑ θέλουν να ψάχνουν τον κατάλογο και να ζητούν υλικό εκείνη τη στιγμή, on‐line χωρίς να τηλεφωνούν ή να τυπώνουν τις πληροφορίες. Θέλουν ένα ολοκληρωμένο, αυτοματοποιημένο σύστημα παραγγελιών συνδεδεμένο σε έναν διαδικτυακό, προσβάσιμο κατάλογο με στόχο την ανεξάρτητη πρόσβαση, την άμεση επεξεργασία των κρατήσεων βιβλίων (μέσω μιας ηλεκτρονικά διαθέσιμης φόρμας παραγγελίας) και λιγότερη ανάγκη για ανθρώπινη παρέμβαση, οδηγώντας έτσι σε χαμηλότερο κόστος υπηρεσίας και σε αποτελεσματικότερη χρήση των πόρων. Ένα τέτοιο σύστημα θα είναι φιλικό προς χρήση, θα δουλεύει καλά με τις ΥΤ και θα επιτρέπει στους χρήστες να θέτουν τα αιτήματά τους όσο είναι συνδεδεμένοι στο σύστημα. Το σύστημα αυτό βέβαια πρέπει να πιστοποιεί ότι οι χρήστες είναι εγεγγραμμένοι προτού θέσουν τις παραγγελίες τους, να προχωράνε αυτόματα στη διαδικασία παραγγελίας και να τους στέλνει πίσω μια επιβεβαίωση ότι η παραγγελία τους προχώρησε. Επίσης, οι χρήστες θέλουν να έχουν πληροφορίες για τα βιβλία πριν τα ζητήσουν, γι’ αυτό καλό θα είναι το πρωτότυπο αυτό σύστημα να έχει την ικανότητα να περιλαμβάνει περιλήψεις αυτών. Ένα τέτοιο σύστημα με τις παραπάνω προδιαγραφές προσπάθησε να φτιάξει το RFB&D αλλά δυστυχώς απέτυχε (Noble, 1995).

Άλλο παράδειγμα είναι η Βιβλιοθήκη Ομιλούντων και Βιβλίων Braille της Ουάσινγκτον. Μέχρι το 1993 οι χρήστες που αδυνατούσαν να την επισκεφτούν, εντόπιζαν τα βιβλία διαβάζοντας διμηνιαίους καταλόγους νέων βιβλίων σε κασέτα, σε braille και σε μεγαλογράμματη γραφή. Οι κατάλογοι αυτοί και οι ετήσιες αναφορές ήταν τα μόνα μέσα φυλλομέτρησης της συλλογής. Το μειονέκτημά τους ήταν ότι, για να εντοπίσουν ένα τίτλο, συγγραφέα, κ.ά., οι χρήστες έπρεπε να διαβάζουν προσεκτικά όλη τη συλλογή (διαδικασία χρονοβόρα και κουραστική) ή να ρωτούν τηλεφωνικώς. Επίσης, δεν μπορούσαν να ψάξουν ολόκληρη τη συλλογή με συγγραφέα, τίτλο ή θέμα με αποτέλεσμα πολλές φορές να μην διαλέγουν καθόλου βιβλία (Hamilton, 1993). Τέλος, λόγω του απεριόριστου αριθμού καταλόγων που παράγονταν ετησίως, τα παλαιότερα τεύχη δεν είναι πλέον διαθέσιμα και μάλιστα υπάρχει πολιτική που δεν επιτρέπει την επανατύπωση παλαιοτέρων καταλόγων.

Μια μεγάλη προσπάθεια έγινε από το RNIB, το οποίο δημιούργησε τον Εθνικό Ενιαίο Κατάλογο Εναλλακτικής Μορφής (NUCAF), ο οποίος δεν είναι ακόμη πλήρης (Brazier, 2000). Στη Βρετανία περισσότεροι από 230 ειδικοί οργανισμοί μεταγράφουν υλικό από το συμβατικό έντυπο σε άλλα μέσα. Με τόσους οργανισμούς και μορφές μέσων, ήταν απαραίτητο να δημιουργηθεί μια μοναδική και εύκολη προς χρήση πηγή πληροφοριών στην οποία να φαίνονται οι τίτλοι και οι μορφές στις οποίες είναι διαθέσιμοι. Η προσπάθεια αυτή έχει ως απώτερο στόχο την πλήρη προσβασιμότητα και να βγει στο Διαδίκτυο με την ονομασία Reveal.

Στη βάση δεδομένων NUCAF μπορεί κανείς να βρει ποιοι τίτλοι είναι διαθέσιμοι σε προσβάσιμες μορφές και πώς μπορούν να αποκτηθούν. Οι τίτλοι που υπάρχουν στη βάση είναι κυρίως απτικής και ακουστικής διάταξης και προέρχονται από παραγωγούς που εξυπηρετούν κυρίως άτομα με αναπηρία όρασης. Το πιο συχνά συναντώμενο υλικό (περισσότερες από 40,000 εγγραφές) είναι το braille. Το ακουστικό υλικό χωρίζεται σε κασέτες (πάνω από 24,000 εγγραφές) και ομιλούντα βιβλία (περισσότερες από 11,000 εγγραφές). Επιπρόσθετα, υπάρχουν περίπου 500 εγγραφές σε μεγαλογράμματη γραφή και γύρω στις 70 εγγραφές σε μορφή ηλεκτρονικού κειμένου. Ωστόσο, περισσότερες από 85.000 εγγραφές πρέπει να προστεθούν ακόμη στη βάση δεδομένων (Brazier et al., 1999). Το μοναδικό σημείο στην όλη προσπάθεια που προκαλεί προβληματισμό είναι ότι μια εθνική βάση δεδομένων όπως η REVEAL είναι για μια ακόμη φορά πρωτοβουλία ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού και όχι πρωτοβουλία της εθνικής βιβλιοθήκης ή ενός φορέα εθνικής εμβέλειας.

Οι δημόσιες βιβλιοθήκες της Δανίας, οι οποίες παρέχουν έντυπους καταλόγους δωρεάν, έχουν προχωρήσει στην παραγωγή καταλόγου σε μεγαλογράμματη γραφή και σε ακουστική μορφή. Η εμπειρία τους όμως με τους ακουστικούς καταλόγους δεν υπήρξε και πολύ θετική, καθώς λίγοι μπορούσαν να ανεχτούν την δύσκολη αυτή και βαρετή διαδικασία για να βρίσκουν αυτό που ζητούν (Balslev, 1997). Σε άλλες χώρες οι κατάλογοι υλικού εναλλακτικής μορφής περιλαμβάνονται στις εθνικές βιβλιογραφίες (π.χ. οι Δανικοί και Νορβηγιακοί κατάλογοι).

Ως προς το υλικό εναλλακτικής μορφής, διερωτάται κανείς αν αυτό συμπεριλαμβάνεται στις εθνικές βιβλιογραφίες και βάσεις δεδομένων ή δεν είναι πουθενά επίσημα καταγεγραμμένο. Παρόλο που η συμπερίληψη των εγγραφών braille σε εθνικούς και τοπικούς καταλόγους είναι μία από τις κατευθυντήριες οδηγίες για τις υπηρεσίες βιβλιοθηκών για χρήστες braille, αυτό δεν εφαρμόζεται στην πράξη.

Η κάλυψη και συμπερίληψη του υλικού εναλλακτικής μορφής στην εθνική βιβλιογραφία και στις εθνικές βάσεις δεδομένων, στους τοπικούς ενιαίους καταλόγους και στις βάσεις δεδομένων του εμπορίου του βιβλίου ποικίλλει, με τα εμπορικά δημοσιεύματα να καλύπτονται με τον καλύτερο τρόπο και με τα μη εμπορικά να μην συμπεριλαμβάνονται καθόλου. Υπάρχει μια ανομοιόμορφη κατάσταση, η οποία προκειμένου να αντιμετωπιστεί χρειάζεται ένας ενιαίος κατάλογος του υλικού εναλλακτικής μορφής με τον οποίο οι βιβλιοθηκονόμοι και τα ΑμεΑ θα εντοπίζουν ποιοι τίτλοι έχουν μετατραπεί, σε ποιες μορφές και τους τρόπους ανάκτησής τους.

Ο ενιαίος κατάλογος αποτελεί πρωταρχικό εργαλείο για το βιβλιογραφικό έλεγχο, το δια‐δανεισμό, την προβολή και την προώθηση του υλικού των βιβλιοθηκών. Όταν δεν υπάρχει κατάλληλη καταγραφή, τεκμηρίωση και βιβλιογραφικός έλεγχος του υλικού αυτού, αυτό συνεπάγεται αναπαραγωγή πανομοιοτύπων (διπλά βιβλία braille, κτλ) και χαμένος χρόνος και ενέργεια του προσωπικού των βιβλιοθηκών. Επιπλέον, ο χρήστης δεν μπορεί να εντοπίσει ή να χρησιμοποιήσει το υλικό που ζητά όταν αγνοεί ότι υπάρχει.

Παρόλα αυτά πολλοί από τους τίτλους συλλογών για άτομα με νοητικές ή φυσικές αναπηρίες δεν εντοπίζονται στους καταλόγους παραδοσιακών βιβλιοθηκών. Εξαίρεση αποτελεί η Δανία όπου όλες οι δημόσιες βιβλιοθήκες πρέπει να προμηθεύονται υλικό ειδικής μορφής και να το συμπεριλαμβάνουν στους διαδανεισμούς τους και μέσω της εθνικής βιβλιοθήκης σε διεθνείς διαδανεισμούς (Vitzansky, 1994). Στη Σκανδιναβία το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας ορίζει πως όλα τα ομιλούντα βιβλία πρέπει να καταγράφονται και να καταλογογραφούνται. Αντίθετα, στη Μεγάλη Βρετανία παρόλο που εδώ και πολλές δεκαετίες έχει καθιερωθεί σύστημα δια‐δανεισμού για το συμβατικό έντυπο υλικό, το υλικό εναλλακτικής μορφής έχει αποκλειστεί από αυτό το συνεργατικό δίκτυο.

Σίγουρα όμως όλες οι παραπάνω προσπάθειες για το υλικό εναλλακτικής μορφής ωχριούν μπροστά στις προσπάθειες που γίνονται για το συμβατικό έντυπο. Χαρακτηριστικά το 1997 οι εγγραφές του Ενιαίου Καταλόγου Υλικού Εναλλακτικής Μορφής 5 αγγλόφωνων χωρών (μεταξύ των οποίων η Αυστραλία, ο Καναδάς και οι ΗΠΑ) άγγιζαν περίπου τους 250.000 τίτλους, δηλαδή λιγότερο από τον αριθμό τίτλων μιας μεσαίου μεγέθους δημόσιας βιβλιοθήκης σε οποιαδήποτε αναπτυγμένη χώρα.

Πέρα όμως από το εθνικό επίπεδο, ο ενιαίος κατάλογος υλικού προσβάσιμων μορφών χρειάζεται προκειμένου να γίνεται αποτελεσματικό “cross‐searching” των καταλόγων αυτών σε διεθνές επίπεδο καθώς υπάρχουν εκατοντάδες παραγωγοί τέτοιου υλικού σε διάφορες χώρες. Ενώ υπάρχουν μεγάλοι online εθνικοί κατάλογοι υλικού σε προσβάσιμες μορφές (π.χ. της Εθνικής Βιβλιοθήκης για Τυφλούς στο Ηνωμένο Βασίλειο, του Εθνικού Καναδικού Ινστιτούτου για Τυφλούς και της NLS της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσσου), ωστόσο δεν διασυνδέονται μεταξύ τους. Η διασύνδεση των βάσεων δεδομένων των βιβλιοθηκών για τυφλούς θα ήταν ένα σημαντικό βήμα στη δημιουργία μιας παγκόσμιας βιβλιοθήκης υλικού εναλλακτικής μορφής.

Το Τμήμα Βιβλιοθηκών για Τυφλούς της IFLA φιλοδοξεί σε μια “ιδεατή παγκόσμια βιβλιοθήκη εναλλακτικών μορφών” και προτείνει οι βιβλιοθήκες για τυφλούς να χρησιμοποιούν εθνικά και διεθνή πρότυπα διάταξης για τους καταλόγους τους. Μάλιστα συστήνουν στις βιβλιοθήκες αυτές να προσθέτουν τις εγγραφές τους στο Συλλογικό Κατάλογο της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσσου για υλικό ειδικής μορφής και προτείνουν τη χρήση του Διεθνούς Ευρετηρίου Βιβλιοθηκών για Τυφλούς ως ένα σημαντικό εργαλείο για τους διαδανεισμούς (Sköld, 1999b).

Βέβαια ο διαδανεισμός υλικού εναλλακτικής μορφής ανακουφίζει οικονομικά τις βιβλιοθήκες αλλά στην πραγματικότητα είναι μια σχετικά αδύναμη λύση. Πρώτον διότι ικανοποιεί ένα μικρό αριθμό χρηστών καθώς ο αριθμός των διαθέσιμων αντιτύπων σε εναλλακτική μορφή είναι αρκετά περιορισμένος. Δεύτερον, περιλαμβάνει μακρές περιόδους αναμονής από τη στιγμή που το υλικό γίνεται διαθέσιμο προς διαδανεισμό όταν δεν χρησιμοποιείται από τη βιβλιοθήκη‐διαθέτη (host). Άλλες πάλι βιβλιοθήκες θέτουν ως πολιτική να αποκλείουν ηχογραφημένο ή οπτικό υλικό από συμφωνίες διαδανεισμού και αυτό δικαιολογημένα λόγω του φόβου απώλειας αξιόλογων πληροφοριακών πόρων (π.χ. οι κασέτες σπάζουν ή τα cds γρατσουνίζονται εύκολα, κ.ά. και είναι ακριβή η αγορά νέων).

Για αυτούς τους λόγους, δεν μπορεί κάποιος να βασιστεί εξ ολοκλήρου στο διαδανεισμό για να υποστηρίξει τις κύριες αναγνωστικές ανάγκες μιας κοινότητας ΑμεΑ, παρόλο που η φιλοσοφία του είναι η Παγκόσμια Διαθεσιμότητα των Δημοσιευμάτων (Universal Availability of Publications). Καλό θα ήταν να υπήρχαν στοιχεία για την κινητικότητα του υλικού για τα ΑμεΑ αλλά δυστυχώς υπάρχουν πολύ λίγα δεδομένα για το διεθνή διαδανεισμό του. Για αυτό ακριβώς το λόγο θα ήταν καλό να υλοποιηθεί κάποιο ερευνητικό πρόγραμμα που να επιχειρήσει να βρει τον πραγματικό όγκο κινητικότητας και διαδανεισμού του.

Διαπιστώνει όμως κανείς ότι η ανάπτυξη συνεργατικών σχημάτων και δικτύων μεταξύ των βιβλιοθηκών για ΑμεΑ ή ο διαδανεισμός υλικού εναλλακτικής μορφής είναι δύσκολο να υλοποιηθεί. Ακόμα και αν επιτευχθεί κάτι τέτοιο, σίγουρα δεν θα γίνει στο άμεσο μάλλον από τη στιγμή που σήμερα δεν υπάρχει ακόμη:

• Καθιέρωση και τυποποίηση ορισμένων τύπων βιβλίων. Κατά την παραγωγή braille, κάθε χώρα ή έθνος χρησιμοποιεί μια τεχνική και ένα συγκεκριμένο τρόπο γραφής braille, οι οποίοι διαφέρουν μεταξύ διαφορετικών χωρών. Για τα ομιλούντα βιβλία επίσης το πρόβλημα που προκύπτει είναι η έλλειψη της τυποποίησης. Εγγραφές σε μπομπίνες, δίσκους, κασέτες, σε συνάρτηση με τις διαφορές που υπάρχουν στην ταχύτητα ανάγνωσης και τις στροφές ή στους διαφορετικούς τύπους κασετών, απαιτούν κάθε φορά διαφορετικό τεχνολογικό εξοπλισμό από τον χρήστη.

• Ανάπτυξη μιας διεθνούς ανταλλαγής μεταξύ των βιβλιοθηκών

• Όμοια εφαρμογή της τεχνολογίας και των τεχνολογικών μέσων (άλλες βιβλιοθήκες χρησιμοποιούν τις αναλογικές κασέτες, άλλες CD‐ROM, κ.ο.κ.)

Επίσης, υπάρχουν τα εξής επιπλέον εμπόδια:

• Το αποκλειστικό συγγραφικό δικαίωμα

• Η αναγνώριση του τόπου έκδοσης των ειδικών συλλογών για ΑμεΑ. Είναι φανερό πως όταν κάποιος δεν γνωρίζει τον τόπο έκδοσης μιας συγκεκριμένης πηγής, μειώνονται στο ελάχιστο οι δυνατότητες ανεύρεσης αυτών των πηγών.

• Δυστυχώς πολλές από τις βιβλιοθήκες για τυφλούς ιδρύθηκαν πολύ πριν τα βιβλιοθηκονομικά συστήματα υπάρξουν και συνήθως δεν συνδέονταν με επίσημους βιβλιοθηκονομικούς οργανισμούς αλλά ούτε και με άλλες βιβλιοθήκες.

• Ταχυδρομικές και δασμικές ρυθμίσεις. Σε διεθνές επίπεδο οποιαδήποτε αλλαγή στον τομέα αυτό συνεπάγεται και αλλαγές που έχουν σχέση με τη Διεθνή Ταχυδρομική Ένωση και τις ταχυδρομικές υπηρεσίες κάθε χώρας.

• Έλλειψη βιβλιογραφικού ελέγχου. Απαραίτητη βάση της πληροφοριακής διάδοσης είναι η ύπαρξη ενός κατάλληλου βιβλιογραφικού ελέγχου. Παρόλα αυτά οι περισσότερες χώρες δεν διαθέτουν εθνικό βιβλιογραφικό κέντρο για ειδικούς τύπους υλικού. Το κέντρο αυτό πρέπει να χρησιμοποιεί τα ειδικά διεθνή πρότυπα που συμβουλεύει η Διεθνής Επιτροπή Πρότυπης Βιβλιογραφικής Περιγραφής (ISBN/NBM: International Standard Bibliographic Description for Non‐Book Materials).

Ως προς την ποικιλία και το βάθος του υλικού εναλλακτικής μορφής που έχουν οι βιβλιοθήκες (πολλές βιβλιοθήκες ονομάζουν τις συλλογές αυτές “Disability Resources” ή “Disability collection” ή “Large Print Collection” αν πρόκειται για μεγαλογράμματη γραφή) ακόμη και η NLS δεν προλαβαίνει να συμβαδίζει με τον εκδοτικό κόσμο. Αυτό σημαίνει ότι ο διαθέσιμος αριθμός τίτλων για κάθε θεματική κατηγορία μπορεί να είναι υπερβολικά περιορισμένος. Η NLS φροντίζει να παράγει τίτλους που δεν είναι “time‐sensitive”, δηλαδή δεν απαρχαιώνονται σύντομα μετά την παραγωγή τους. Παραδείγματος χάρη αποφεύγουν τις τοπικές ιστορίες ή τίτλους περιορισμένου ενδιαφέροντος, με αποτέλεσμα όμως η λαϊκή κουλτούρα και οι τοπικές τάσεις να μην καλύπτονται. Το σίγουρο είναι πως δεν υπάρχει πουθενά καμία βιβλιοθήκη που να έχει αναπτύξει μια πλήρη συλλογή, η οποία να καλύπτει πλήρως τις αναγνωστικές συνήθειες της κοινωνίας που εξυπηρετεί. Για αυτό το λόγο, οι βιβλιοθήκες έχουν προσπαθήσει να καθιερώσουν συνεργατικά σχήματα και τη διανομή των πόρων τους μέσω δικτύων.

Πέρα από την κάλυψη και το δανεισμό αυτού του υλικού, ένα άλλο θέμα που προκύπτει είναι η γλώσσα που χρησιμοποιείται στον κατάλογο και γενικότερα το περιεχόμενο των συλλογών. Πολλές φορές η συλλογή και ο κατάλογος μπορεί να ενισχύσουν τις κοινωνικές προκαταλήψεις εναντίον των ΑμεΑ λόγω της γλώσσας που χρησιμοποιείται στις θεματικές επικεφαλίδες του καταλόγου και σε άλλα εργαλεία αναζήτησης. Γι’ αυτό πρέπει να αναθεωρούνται οι θεματικές επικεφαλίδες ώστε να μην προσβάλλουν τα ΑμεΑ. Η συλλογή πρέπει να παρουσιάζει τα ΑμεΑ με ακρίβεια και χωρίς στερεότυπα. Παραδείγματος χάρη, οι περισσότερες πληροφοριακές πηγές στην κοινωνία (βιβλία, περιοδικά, τηλεόραση) παρέλειπαν μέχρι σήμερα οποιαδήποτε αναφορά στα ΑμεΑ. Όταν συμπεριέλαβαν αυτά τα άτομα, τότε η στερεότυπη εικόνα είχε ήδη δοθεί και σχηματιστεί. Γι’ αυτό τα βιβλία ή οποιοδήποτε υλικό περιέχει αναφορές σε ΑμεΑ, πρέπει να τα αντιμετωπίζει ως ένα φυσικό μέρος του γενικού πληθυσμού.

Ο κατάλογος δεν αντικατοπτρίζει μόνο τι έχει (και τι δεν έχει) μια βιβλιοθήκη αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τα ΑμεΑ. Οι θεματικές επικεφαλίδες απαρχαιώνονται γρήγορα και η επιλογή προσβλητικών θεματικών επικεφαλίδων μπορεί να θίξει πολλές ομάδες και να ενισχύσει τις επικρατούσες προκαταλήψεις. Αυτό το πρόβλημα είναι δύσκολο να επιλυθεί διότι οι περισσότερες βιβλιοθήκες δεν κάνουν πρωτότυπη θεματική καταλογογράφηση του υλικού που αποκτούν και έτσι δεν μπορούν να εξαλείψουν το πρόβλημα των στερεότυπων και προσβλητικών θεματικών επικεφαλίδων. Ένα άλλο εμπόδιο είναι το κόστος τροποποίησης των θεματικών επικεφαλίδων και κατά πόσο οι τροποποιήσεις αυτές μπορεί να κάνουν τις εγγραφές της βιβλιοθήκης μη συμβατές με αυτές των συνεργαζόμενων βιβλιοθηκών.

Πρέπει να αποφεύγονται λέξεις και φράσεις όπως “καθηλωμένος σε καροτσάκι”, “θύμα”, “σπαστικός”, “καθυστερημένος”, κ.ο.κ. Όσες αντανακλούν ρατσισμό, σεξισμό και προκαταλήψεις για την αναπηρία, πρέπει να εξαφανίζονται από τους δελτιοκαταλόγους και τους online καταλόγους. Το προσωπικό ελέγχει τη συλλογή ώστε το περιεχόμενό της να περιέχει μόνο τρέχουσες και ακριβείς πληροφορίες για τις αναπηρίες. Το περιεχόμενο του υλικού και του καταλόγου της βιβλιοθήκης δείχνουν τι αντιλαμβάνεται το προσωπικό ως “ενδιαφέρον του χρήστη” και κατά πόσο σέβεται τους χρήστες με αναπηρία. Γι’ αυτό μια απαρχαιωμένη και διαλυμένη συλλογή είναι σαν να λέει πως “δεν νοιαζόμαστε για το υλικό που χρησιμοποιείτε”, γι΄αυτό και το προσωπικό φροντίζει να αποσύρει τέτοιους τίτλους.

Επίσης, οποιοδήποτε πληροφοριακό υλικό αφορά αναπηρίες, υπηρεσίες για ΑμεΑ, νομικά δικαιώματα, κτλ πρέπει να ενημερώνεται διότι οι νόμοι αλλάζουν και αθεράπευτες μέχρι τώρα καταστάσεις γιατρεύονται. Δεν είναι λίγες οι φορές που πολλοί κριτικάρουν τις συλλογές βιβλιοθηκών επειδή περιέχουν παρωχημένες πληροφορίες. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι γονείς ατόμων με αναπηρία, επειδή έχουν απογοητευτεί από το υλικό μιας βιβλιοθήκης για μια συγκεκριμένη αναπηρία, καταφεύγουν στη δημιουργία κέντρων πληροφόρησης γονέων, αποφεύγοντας πλήρως οποιαδήποτε επαφή με δημόσιες ή σχολικές βιβλιοθήκες (Wright & Davie, 1991).

Αν ο βιβλιοθηκονόμος δεν είναι σίγουρος για την ακρίβεια του υλικού, καλό θα είναι να ζητήσει από το άτομο με την αναπηρία να κάνει τη δική του κριτική και συστάσεις. Η επιλογή του υλικού για ΑμεΑ πρέπει να βασίζεται στις ίδιες αρχές με αυτές του υπόλοιπου υλικού: δημοφιλή ζήτηση, ποιότητα, θετικές γνώμες στην επαγγελματική βιβλιογραφία, κ.ο.κ. Επίσης, το γεγονός ότι μπορεί να υπάρχει ένα βιβλίο ή ένα φιλμ που να αναφέρεται σε ΑμεΑ, αυτό δεν σημαίνει πως η βιβλιοθήκη πρέπει να το αγοράσει. Πρέπει να αναπτύσσει κριτήρια επιλογής και να αποφεύγει οποιοδήποτε υλικό εστιάζει στην αναπηρία και αγνοεί το άτομο, ανεξάρτητα από το ποιος το δημοσιεύει ή το προτείνει. Κλείνοντας την ενότητα αυτή, διαπιστώνει κανείς πως το πιο σημαντικό που μπορούν να κάνουν οι βιβλιοθήκες είναι να παρέχουν πληροφορίες που θα βοηθήσουν τα ΑμεΑ να ζήσουν, να αγαπήσουν, να μάθουν, να εργαστούν και να ενσωματωθούν στην κοινωνία. Η ιδανική βιβλιοθήκη πρέπει να είναι συμμετοχική, επικεντρωμένη σε ένα διευρυμένο κοινό, με δέσμευση και σεβασμό στη διαφορετικότητα και τη συμμετοχή, μέσω εναλλακτικών επικοινωνιακών και κοινωνικών δράσεων και νέες διόδους επικοινωνίας. Πρέπει να δίνει έμφαση στο άτομο, να ακούει και να ανταποκρίνεται σε καινούργιες φωνές και να υιοθετεί προγράμματα και δράσεις προσαρμοσμένα στις ανάγκες των ΑμεΑ.

Για την επίτευξη ενός περιβάλλοντος όπου όλοι οι χρήστες θα μπορούν να αναζητούν και να ανακτούν τη γνώση, η βιβλιοθήκη πρέπει να συνδυάζει τεχνολογικές λύσεις χαμηλής και υψηλής τεχνολογικής στάθμης, προσαρμοσμένες υπηρεσίες, ΥΤ και αυθεντική διάθεση εξυπηρέτησης.