Creativity

Innovation

Originality

Imagination

 

Salient

Salient is an excellent design with a fresh approach for the ever-changing Web. Integrated with Gantry 5, it is infinitely customizable, incredibly powerful, and remarkably simple.

Download

Διδακτορική διατριβή τής Άννας Κουλικούρδη με θέμα «Πληροφοριακή Συμπεριφορά των Ατόμων με Αναπηρία (ΑμεΑ) και οι Υποστηρικτικές Τεχνολογίες σε Περιβάλλον Βιβλιοθηκών». Εικοστό όγδοο μέρος (Κεφάλαιο ένατο: Βιβλιοθήκες & η Σχέση τους με τα ΑμεΑ & τις ΥΤ).

9. Βιβλιοθήκες & η Σχέση τους με τα ΑμεΑ & τις ΥΤ

Στο παρόν κεφάλαιο εξετάζεται η οπτική των βιβλιοθηκών (ακαδημαϊκών, δημοσίων, σχολικών, ειδικών, εθνικών, κ.ά.) και ο τρόπος με τον οποίο έχουν κινηθεί και δράσει αυτές προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους χρήστες με αναπηρία μέσα από εμπειρίες, περιπτωσιολογικές μελέτες και έρευνες, υπαρκτές διεθνείς πρακτικές και πιλοτικές εφαρμογές. Επίσης, μελετάται κατά πόσο έχει αλλάξει το τοπίο και ο χώρος πληροφόρησης όσον αφορά τα ΑμεΑ από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα και ερμηνεύονται οι λόγοι για τους οποίους τα ΑμεΑ αποτελούν μειονότητα στο χώρο των βιβλιοθηκών και οι ΥΤ υιοθετούνται από αυτές σε τόσο περιορισμένο βαθμό.

• Η παρουσία των βιβλιοθηκονομικών ενώσεων και επαγγελματικών οργανισμών στο χώρο των υπηρεσιών πληροφόρησης για ΑμεΑ
• Ο χώρος πληροφόρησης σχετικά με τα ΑμεΑ από τη δεκαετία του 80 μέχρι σήμερα
• Βιβλιοθήκες & η ανταπόκρισή τους στις ανάγκες των ΑμεΑ
• Ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες & ΑμεΑ
• Δημόσιες βιβλιοθήκες & ΑμεΑ
• Ειδικές βιβλιοθήκες & ΑμεΑ
• Σχολικές βιβλιοθήκες & ΑμεΑ
• Εθνικές βιβλιοθήκες & ΑμεΑ
• Υιοθέτηση & χρήση των ΥΤ από τις βιβλιοθήκες
• Κατάλογοι & συλλογές των βιβλιοθηκών για ΑμεΑ

9. Βιβλιοθήκες & η Σχέση τους με τα ΑμεΑ & τις ΥΤ

Οι βιβλιοθήκες μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά στην ενσωμάτωση των ΑμεΑ και να διαδραματίσουν σημαίνοντα ρόλο στην όσο το δυνατόν ομαλότερη κοινωνικοποίησή τους και στην ελαχιστοποίηση των εμποδίων για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους. Γι’ αυτό οι βιβλιοθήκες πρέπει να είναι “ανοιχτές” και προσβάσιμες σε όλους και να μην περιορίζονται από διατάξεις υλικού, ηλικία, επάγγελμα ή αναπηρία. Εν μέρει φέρουν ευθύνη προκειμένου τα ΑμεΑ να λάβουν πλήρη θέση στην κοινοτική ζωή, διευκολύνοντας την πλήρη συμμετοχή τους στην κοινωνία.

Το επάγγελμα της βιβλιοθηκονομίας φέρει μεγάλη ευθύνη και υποχρέωση όσον αφορά την εξυπηρέτηση αυτής της ομάδας χρηστών, που εκτιμάται να ανέρχεται στο 10% του συνολικού πληθυσμού. Έρευνες παρουσιάζουν τις βιβλιοθήκες να έχουν ένα καλό παρελθόν ως προς την εξυπηρέτηση των ΑμεΑ και τους βιβλιοθηκονόμους να έχουν βρεθεί στην εμπροσθοφυλακή οποιασδήποτε προσπάθειας φιλοξενίας των ΑμεΑ στο χώρο τους και να έχουν υπάρξει πρωτοποριακοί υπερμάχοι και χρήστες των ΥΤ. Κάποιες άλλες μελέτες όμως αμφισβητούν ολοκληρωτικά την εικόνα αυτή.

Το 1991 ο Gunde εμφανίζεται πιο απαισιόδοξος λέγοντας πως δυστυχώς η βιβλιοθηκονομία μέχρι σήμερα έχει ήδη γράψει το κεφάλαιό της όσον αφορά την εξυπηρέτηση των ΑμεΑ και αυτό είναι μελανό. Μπορεί ναι μεν άμεσα να διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος και να θέσει νέες βάσεις για το μέλλον αλλά αν αποτύχει και αυτή η προσπάθειά της, δεν θα έχει μόνο καταστρέψει την ήδη διαλυμένη δημόσια εικόνα της, αλλά θα έχει υποβαθμίσει το περιεχόμενο του επαγγελματικού της χαρακτήρα και θα έχει αποσυνδέσει τις βιβλιοθήκες από τον καθεαυτό λόγο ύπαρξής τους, τους ανθρώπους (Gunde, 1991).

Έρευνα της βιβλιογραφίας δείχνει ότι σήμερα πολλές βιβλιοθήκες αναπτύσσουν και διατυπώνουν δηλώσεις και υποσχέσεις για “ισότιμη πρόσβαση στην πληροφορία μέσω της τεχνολογίας”. Βέβαια οι φράσεις αυτές μένουν συχνά ξεχασμένες στα σχέδια και η θεωρία απέχει πόρρω από την πράξη. Γι’ αυτό πολλοί πολίτες με αναπηρία αναρωτιούνται για την ειλικρίνεια της δέσμευσης των βιβλιοθηκονόμων στις επαγγελματικές αρχές τους, που με τόσο εύγλωττο τρόπο διακηρύττουν σε συνέδρια ή σε αποφάσεις των επαγγελματικών ενώσεών τους. Κανονικά, οι βιβλιοθήκες πρέπει πάντοτε να παρέχουν ισότιμες υπηρεσίες στα ΑμεΑ επειδή το απαιτεί η επαγγελματική τους ηθική και επειδή ο ίδιος σκοπός της βιβλιοθήκης είναι η εξυπηρέτηση όλων άνευ διακρίσεων.

Οι λόγοι για τους οποίους μια βιβλιοθήκη πρέπει να παρέχει ισότιμες και προσβάσιμες σε όλους υπηρεσίες είναι:

• Ηθικοί‐δεοντολογικοί

• Οικονομικοί

• Νομικοί [Για παράδειγμα, οι δικαστικές υποθέσεις και τα παράπονα που υποβάλλονται στα αρμόδια τμήματα των ΗΠΑ για την προσβασιμότητα των μαθημάτων, πόρων, ιστοσελίδων, κ.ά., παρουσιάζουν αυξανόμενο ρυθμό και συνήθως όταν προκύπτουν τέτοιες αντιδικίες, τα ινστιτούτα αναγκάζονται να πληρώνουν υπέρογκα ποσά. Μάλιστα στις ΗΠΑ αρκετοί τυφλοί φοιτητές ενάγουν Πανεπιστήμια διότι η βιβλιοθήκη τους δεν είναι προσβάσιμη (Dona & Edmister, 2001)].

• Λόγοι προσωπικού συμφέροντος αφού ο καθένας μπορεί να χρειαστεί και να ωφεληθεί από αυτές τις διευκολύνσεις

Βέβαια δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι οι περισσότερες βιβλιοθήκες συμμορφώνονται μόνο και μόνο από φόβο για τις νομικές κυρώσεις. Δεν θα ήταν δίκαιο να παραλειφθεί το γεγονός ότι πολλές βιβλιοθήκες έχουν αντιδράσει στο ιατρικό μοντέλο της αναπηρίας και έχουν αλλάξει στάση λόγω του ήθους και της δεοντολογίας της βιβλιοθηκονομίας και όχι λόγω αμυντικού ελιγμού από φόβο για αντιδικίες ή κυρώσεις. Ένας νόμος δεν μπορεί να κάνει αυτόματα τους ανθρώπους να σέβονται ο ένας τον άλλο, διότι ναι μεν η απειλή της ισχύος ή της τιμωρίας μπορεί να κρατήσει μακριά τους ανθρώπους από τη διάπραξη σφαλμάτων αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι θα πράξουν το σωστό για το σωστό λόγο. Σίγουρα η θέσπιση μιας νομικής βάσης, μιας αγωγής ή μιας αποζημίωσης λειτουργεί θετικά, διότι καθένας συμμορφώνεται και σέβεται την εκάστοτε νομοθεσία. Οι βιβλιοθηκονόμοι πρέπει να κάνουν το σωστό και να εξυπηρετούν τα ΑμεΑ με υπεύθυνο, νόμιμο και αξιοπρεπή τρόπο.

Πλην της νομοθεσίας, το κοινωνικό μοντέλο αναπηρίας είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για να εντοπίσει κανείς πού απαιτείται η αλλαγή για ένα πιο προσβάσιμο περιβάλλον διότι η αναπηρία αποτελεί περισσότερο κοινωνικό ζήτημα εφόσον τα εμπόδια προέρχονται από την ίδια την κοινωνική οργάνωση παρά ατομικό. Γι’ αυτό η βιβλιοθήκη πρέπει να υιοθετεί το μοντέλο αυτό, που επιτρέπει την ανάδειξη των δυνατοτήτων των ΑμεΑ, μέσω κάποιων εύλογων προσαρμογών.

Στο σημείο αυτό βέβαια πρέπει να τονιστεί ότι και πριν από τη θέσπιση σημαντικών νομοθετημάτων (π.χ. DDA, SENDA) ομάδες επαγγελματιών της πληροφόρησης είχαν συνεργαστεί και αντιμετωπίσει ζητήματα όπως η διευκόλυνση της πρόσβασης σε βιβλιοθήκες, σε πόρους, κτλ. Το 1981, η ALSC (Association for Library Service to Children) αναγνώρισε την ηθική και νομική ευθύνη των βιβλιοθηκονόμων να εξυπηρετούν παιδιά με αναπηρία, η οποία με τη θέσπιση του ADA το 1990 ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο. Για αυτό το λόγο, πέρα από το να εξετάσουμε τη βελτίωση των υπηρεσιών βιβλιοθηκών για ΑμεΑ τα τελευταία 10‐15 χρόνια καθαρά ως ένα αποτέλεσμα κοινωνικών και νομοθετικών τάσεων, θα ήταν επίσης σωστό να εκλάβουμε αυτή τη βελτίωση ως μέρος της συνεχούς επαγγελματικής αφοσίωσης των βιβλιοθηκονόμων για καλύτερη παροχή υπηρεσιών. Η ιδέα του “να βάζουμε τους ανθρώπους μπροστά” είναι πρωταρχική όσον αφορά τον προσανατολισμό εξυπηρέτησης στο βιβλιοθηκονομικό επάγγελμα. Ωστόσο η αναπόφευκτη ερώτηση ήταν και είναι “ποιους ανθρώπους;”.

Παρόλες τις παραπάνω δηλώσεις των βιβλιοθηκών και τις νομικές κυρώσεις, οι διακρίσεις στο περιβάλλον μιας βιβλιοθήκης συνεχίζουν να υπάρχουν και εμπίπτουν στις τρεις παρακάτω κατηγορίες:

• Συμπεριφορά
• Περιβάλλον
• Οργάνωση

Η διάκριση συμπεριφοράς (attitude discrimination) αναφέρεται στον τρόπο αντιμετώπισης των ΑμεΑ από τους συνανθρώπους τους. Παραδείγματος χάρη, στις δημόσιες βιβλιοθήκες υπάρχει η τάση για τέτοιου είδους διακρίσεις, εικασίες για τις πληροφοριακές ανάγκες των ΑμεΑ, για το τι μπορούν και τι δεν μπορούν να επιτύχουν μέσα στη βιβλιοθήκη, κ.ά., που απορρέουν από την έλλειψη γενικής ενημέρωσης για τις αναπηρίες. Η διάκριση συμπεριφοράς μπορεί επίσης να περιλαμβάνει και την υπερβολική προστασία (πατρονάρισμα) των χρηστών από το προσωπικό ή το αντίθετο, να είναι δηλαδή οι βιβλιοθηκονόμοι ανυπόμονοι και αγενείς μαζί τους.

Η συμπεριφορά των τρίτων είναι μακράν το μεγαλύτερο εμπόδιο στην πλήρη συμμετοχή των ΑμεΑ στην κοινοτική ζωή. Τα εμπόδια στάσης, και όχι τα φυσικά, είναι αυτά που προκαλούν το πραγματικό πρόβλημα. Οκτώ στα δέκα δημοσιεύματα της βιβλιοθηκονομικής βιβλιογραφίας (π.χ. Kolflat & Klug, Pierce, κ.ά.) τονίζουν τη σημασία της συμπεριφοράς του προσωπικού, που αποτελεί την πιο σημαντική προϋπόθεση δημιουργίας ενός προσβάσιμου περιβάλλοντος (Wade, 2003). Χαρακτηριστικά οι Wright και Davie το 1991 στο βιβλίο τους Serving the Disabled: a how‐to‐do‐it manual for Librarians αναφέρουν πως “η συμπεριφορά των ανθρώπων είναι πιο σημαντική από οποιαδήποτε χρηματοδότηση ή τεχνολογία” και πως οποιαδήποτε δυσκολία μπορεί να προσπεραστεί αν οι βιβλιοθηκονόμοι σχεδιάζουν και δουλεύουν με τα ΑμεΑ και όχι για τα ΑμεΑ. Βέβαια η αλλαγή στάσης και νοοτροπίας του βιβλιοθηκονόμου δεν μπορεί ποτέ να είναι μια εξ ολοκλήρου άνετη διαδικασία ούτε μπορεί να γίνει βιαστικά. Οι βιβλιοθηκονόμοι χρειάζεται να αλλάξουν εκ των έσω, να αποκτήσουν γνώση επί των αναπηριών και βάσει αυτής να εξυπηρετήσουν το κοινό στο οποίο απευθύνονται.

Σε μια μελέτη για τη στάση των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκονόμων, διαπιστώθηκε ότι περίπου το 50% αυτών διατηρεί θετική στάση απέναντι στα ΑμεΑ (Dequin, 1988). Αυτό σημαίνει ότι οι υπόλοιποι μισοί χρήζουν εκπαίδευσης για να γίνουν πιο ανοιχτόμυαλοι, λιγότερο φοβισμένοι και πιο ευαίσθητοι απέναντι στις ανάγκες των ΑμεΑ.

Η έλλειψη εκπαίδευσης των βιβλιοθηκονόμων και οι κοινωνικές προκαταλήψεις τους κάνουν να μπαίνουν σε λανθασμένα καλούπια, τρόπους σκέψης και ρόλους, που αποτελούν μορφές διάκρισης συμπεριφοράς. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα:

• Όταν ο βιβλιοθηκονόμος αντιμετωπίζει το άτομο με την αναπηρία ως κατώτερο, μπαίνει υποσυνείδητα στο ρόλο του ανώτερου, που πρέπει να φροντίσει το χρήστη σαν να είναι ο προστάτης του.

• Αν αντιμετωπίζει τα ΑμεΑ ως απειλή ή επικίνδυνα για τους γύρω, τότε μπαίνει στο ρόλο του φύλακα που ανησυχεί αν ο χρήστης με τη ψυχική διαταραχή θα βλάψει το αθώο παιδάκι που βρίσκεται κοντά του.

• Αν βλέπει τα ΑμεΑ ως κάτι αστείο ή γελοίο, τότε τους εμπαίζει και διασκεδάζει μαζί τους.

• Αν αντιμετωπίζει το χρήστη με την αναπηρία σαν ένα μικρό παιδί, τότε μπαίνει στο ρόλο του γονιού ή του κηδεμόνα που περιπλανιέται συνεχώς πάνω από το άτομο στο αναπηρικό αμαξίδιο, ακόμη και αν εκείνο του λέει πως είναι εντάξει.

• Αν θεωρεί τα ΑμεΑ άρρωστα, τότε μπαίνει στο ρόλο του θεράποντα, του συμβούλου, του ειδικού που πιστεύει πως πραγματικά μπορεί να φροντίσει για αυτά τα άτομα.

Σίγουρα όλοι κάνουν κάποια στιγμή κάποιο από αυτά τα λάθη και ασυνείδητα μπαίνουν στους παραπάνω ρόλους ή αποκτούν τις παραπάνω ιδιότητες. Ίσως γιατί είναι στη φύση των περισσοτέρων ανθρώπων στο πλαίσιο της εργασίας τους να είναι υπερ‐εξυπηρετικοί και γι’αυτό καθένας από εμάς μπορεί να το παρακάνει.

Η περιβαλλοντική διάκριση αναφέρεται στα φυσικά εμπόδια που αποτρέπουν τον χρήστη από την πλήρη χρήση και εκμετάλλευση των υπηρεσιών μιας βιβλιοθήκης. Υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που μπορούν να κάνουν οι βιβλιοθηκονόμοι για να βοηθήσουν τα ΑμεΑ, ακόμη και αν η βιβλιοθήκη τους όταν σχεδιάστηκε, δεν είχε λάβει υπόψη τις ανάγκες αυτών των χρηστών. Το σίγουρο σε οποιαδήποτε περίπτωση είναι πως το κόστος ανέγερσης νέων προσβάσιμων κτιρίων είναι αμελητέο ενώ η μετασκευή ήδη υπαρχόντων κτιρίων μπορεί να αποβεί πολύ πιο δαπανηρή. Συγκεκριμένα το κόστος για επίτευξη προσβασιμότητας σε νέες κατασκευές συνιστά μόνο το 1% του συνολικού ενώ το να καταστήσει κανείς παλαιότερα κτίρια προσβάσιμα είναι πολύ πιο ακριβή διαδικασία (Wright & Davie, 1991). Γενικότερα, η αναδρομική δουλειά για την προσβασιμότητα των ΑμεΑ είναι πολύ πιο ακριβή και λιγότερο αποτελεσματική. Βέβαια σε καμία περίπτωση η εξάλειψη των φυσικών εμποδίων δεν σημαίνει και πλήρη προσβασιμότητα. Η φυσική προσβασιμότητα αποτελεί μόνο ένα μέρος της ολικής προσβασιμότητας.

Η οργανωτική διάκριση παρατηρείται όταν λαμβάνονται αποφάσεις ή διαμορφώνονται στρατηγικές χωρίς τη συμπερίληψη των αναγκών των ΑμεΑ. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο αποκλεισμός των δυσλεξικών ατόμων από εξαιρέσεις προστίμων που ισχύουν π.χ. για τους τυφλούς. Άλλο παράδειγμα είναι η μη πρόσληψη προσωπικού με αναπηρία στο χώρο των βιβλιοθηκών ενώ το κεφάλαιο I του ADA δηλώνει ξεκάθαρα ότι ινστιτούτα, όπως ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες, δεν πρέπει να κάνουν διακρίσεις προς τα ΑμεΑ όσον αφορά την πολιτική τους για εργασία. Αντίθετα, απαιτεί να προσλαμβάνουν και να προωθούν προσοντούχα ΑμεΑ.

Σε κάθε περίπτωση πάντως και ανεξαρτήτως των παραπάνω διακρίσεων, η βιβλιοθήκη ως φορέας υποχρεούται να μην αρνείται μια υπηρεσία και να μην παρέχει κατώτερο επίπεδο υπηρεσίας στα ΑμεΑ από ότι στα αρτιμελή.