Creativity

Innovation

Originality

Imagination

 

Salient

Salient is an excellent design with a fresh approach for the ever-changing Web. Integrated with Gantry 5, it is infinitely customizable, incredibly powerful, and remarkably simple.

Download

Διδακτορική διατριβή τής Άννας Κουλικούρδη με θέμα «Πληροφοριακή Συμπεριφορά των Ατόμων με Αναπηρία (ΑμεΑ) και οι Υποστηρικτικές Τεχνολογίες σε Περιβάλλον Βιβλιοθηκών». Εικοστό έκτο μέρος (Κεφάλαιο όγδοο: Η Οπτική των Βιβλιοθηκονόμων για τα ΑμεΑ & τις Υποστηρικτικές Τεχνολογίες).

8. Η Οπτική των Βιβλιοθηκονόμων για τα ΑμεΑ & τις Υποστηρικτικές Τεχνολογίες

Επειδή τα ΑμεΑ είναι αλληλεπιδρώντα στοιχεία με τους βιβλιοθηκονόμους, το κεφάλαιο αυτό εξετάζει την οπτική των βιβλιοθηκονόμων για τα ΑμεΑ και τις ΥΤ. Επιπλέον, εστιάζει στην ανάγκη εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης του προσωπικού και μελετά κατά πόσο τα αναπηρικά ζητήματα έχουν αρχίσει να ενσωματώνονται στα προγράμματα σπουδών των σχολών βιβλιοθηκονομίας.

• Εκπαίδευση των βιβλιοθηκονόμων στα αναπηρικά ζητήματα
• Βάθος & εύρος επιμόρφωσης των βιβλιοθηκονόμων στα αναπηρικά ζητήματα
• Στάση των βιβλιοθηκονόμων απέναντι στα ΑμεΑ
• Σχέση των βιβλιοθηκονόμων με τις υποστηρικτικές τεχνολογίες
• Εκπαίδευση χρηστών με αναπηρία από τους βιβλιοθηκονόμους


8. Η Οπτική των Βιβλιοθηκονόμων για τα ΑμεΑ & τις Υποστηρικτικές Τεχνολογίες

Στη σημερινή εποχή της πληροφορίας οι βιβλιοθηκονόμοι έχουν να αντιμετωπίσουν ένα αυξανόμενο “κύμα” δυνητικών χρηστών, τα ΑμεΑ, τα οποία αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε βιβλιοθήκη σχεδιασμένη για τον “μέσο” χρήστη. Για την καλύτερη εξυπηρέτησή τους και για την παροχή σε αυτά ισότιμων υπηρεσιών με αυτές των αρτιμελών, απαιτείται ουσιαστική γνωριμία μεταξύ των βιβλιοθηκονόμων και του νέου αυτού διευρυμένου κοινού, απέναντι στο οποίο μέχρι τώρα είχαν υπάρξει άκρως επιφυλακτικοί.

Απαραίτητη προϋπόθεση της γνωριμίας αυτής είναι πρώτα από όλα ο εντοπισμός του πληθυσμού αυτού. Σύμφωνα με έρευνες, οι περισσότεροι βιβλιοθηκονόμοι εκπλήσσονται όταν ανακαλύπτουν πόσα άτομα με αναπηρία υπάρχουν στην κοινότητά τους. Συνήθως αγνοούν αυτό το κοινό και δεν γνωρίζουν ποια είναι τα ΑμεΑ, ποιες είναι οι κατηγορίες των ΑμεΑ, όπως π.χ. οι εντυποανάπηροι. Αφού εντοπίσουν το κοινό‐στόχο, το επόμενο βήμα είναι να μελετήσουν τις ανάγκες και τις πρακτικές αυτών των χρηστών. Ωστόσο, τα ΑμεΑ είναι μια ομάδα “δύσκολη προς προσέγγιση”, όπου ακόμη και η καλύτερη τεχνική λύση παύει να είναι πολύτιμη αν η χρήση της δεν βασίζεται στην παρατήρηση και στη μελέτη.

Η επόμενη πραγματική πρόκληση των βιβλιοθηκονόμων είναι να αλλάξουν την νοοτροπία που επικρατεί στο χώρο των βιβλιοθηκών. Πρέπει να αναγνωρίζουν την ιδιαίτερη ταυτότητα των ΑμεΑ και να αποδέχονται ότι όλοι οι χρήστες, ακόμη και οι πιο αδύναμοι, αποτελούν δυνητικούς “φορείς δύναμης”. Πρέπει να σέβονται, να “αφουγκράζονται” τις ανάγκες τους και να προσαρμόζουν όπου χρειάζεται, τους τρόπους με τους οποίους έχουν συνηθίσει μέχρι τώρα π.χ. να μην ακούν μόνο εκείνους που ξέρουν να μιλήσουν με τρόπους αποδεκτούς και οικείους στα αυτιά τους. Τα στερεότυπα, οι υποθέσεις και η άγνοια του προσωπικού μπορούν να απομακρύνουν τα ΑμεΑ από τις βιβλιοθήκες και να προκαλέσουν παρεξηγήσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε παράπονα, νομικές κινήσεις και αρνητική δημοσιότητα της βιβλιοθήκης.


Εκπαίδευση των βιβλιοθηκονόμων στα αναπηρικά ζητήματα

Οι βιβλιοθηκονόμοι έχουν επικριθεί κατά καιρούς ότι ερμηνεύουν τις πληροφοριακές ανάγκες των ΑμεΑ με στερεότυπο τρόπο, χρησιμοποιώντας το “ιατρικό” μοντέλο της αναπηρίας. Για να αποκτήσει όμως το προσωπικό θετική διάθεση απέναντι στα ΑμεΑ, πρέπει να υιοθετεί το κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας. Σύμφωνα με αυτό το προσωπικό εστιάζει στο τι μπορούν να κάνουν τα ΑμεΑ (και όχι στο τι δεν μπορούν) και κατανοεί ότι το πρόβλημα δημιουργείται επειδή η ίδια η βιβλιοθήκη αδυνατεί να φιλοξενήσει χρήστες με ποικίλες ανάγκες και όχι λόγω της αναπηρίας του ίδιου του χρήστη. Επίσης, σύμφωνα με το κοινωνικό μοντέλο, η βιβλιοθήκη πιστεύει πως το περιβάλλον είναι αυτό που καθορίζει το βαθμό που ένα άτομο θα οριστεί ως ανάπηρο και όχι το ίδιο το άτομο. Παραδείγματος χάρη, ένα άτομο σε αναπηρικό αμαξίδιο δεν είναι ανάπηρο σε μια βιβλιοθήκη που διαθέτει ασανσέρ και ράμπες. Ένα Κωφό άτομο δεν είναι ανάπηρο σε μια βιβλιοθήκη όπου ο βιβλιοθηκονόμος χρησιμοποιεί τη νοηματική γλώσσα. Η φύση ευθύνεται για τις αναπηρίες και η κοινωνία για τον αποκλεισμό των ατόμων με αναπηρία (Ζωντανός, 2006).

Επειδή όμως οι περισσότεροι βιβλιοθηκονόμοι σκέφτονται με το ιατρικό μοντέλο, λόγω βαθιά ριζωμένων προκαταλήψεων ή ανεπαρκούς εκπαίδευσης στις σχολές βιβλιοθηκονομίας, συνήθως σκέφτονται λανθασμένα ή αναπτύσσουν αυθαίρετες εικασίες για τους χρήστες με αναπηρία. Τέτοια χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα εξής:

• Πολλοί βιβλιοθηκονόμοι έχουν την εσφαλμένη εντύπωση ότι τα άτομα με αναπηρία ακοής δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα πρόσβασης στην έντυπη πληροφορία και γι’ αυτό κρίνουν ότι δεν χρειάζονται ειδικές υπηρεσίες πληροφόρησης

• Επίσης, νομίζουν ότι όλοι οι τυφλοί χρησιμοποιούν το σύστημα braille, περιορίζοντας το υλικό των συλλογών τους μόνο σε βιβλία braille

Σε καμία όμως περίπτωση, οι ανάγκες, οι φιλοδοξίες και οι προσδοκίες των ΑμεΑ δεν πρέπει να εικάζονται, διότι “ένας κοινός τρόπος διάκρισης εις βάρος τους είναι να προβαίνουμε σε υποθέσεις για τις ανάγκες τους, χωρίς να τους συμβουλευόμαστε” (McCaskill & Goulding, 2001). Το προσωπικό πρέπει πάντα να ρωτάει και να μην λαμβάνει ποτέ αποφάσεις εκ μέρους ή ερήμην των ΑμεΑ.

Η άγνοια, εκτός από τα παραπάνω, μπορεί να κάνει τους βιβλιοθηκονόμους να αισθάνονται αμήχανα ή να ντρέπονται να βοηθήσουν τους χρήστες με αναπηρία. Επίσης, μια αρνητική εμπειρία με έναν τέτοιο χρήστη μπορεί να κλονίσει την αυτοπεποίθηση του βιβλιοθηκονόμου και να τον αποθαρρύνει να του παρέχει την επόμενη φορά βοήθεια. Σε κάποιο βαθμό σκέφτεται ή φοβάται μήπως προσβάλει τον άνθρωπο με την αναπηρία και τα δικαιώματά του, διότι παρόλο που μπορεί να έχει καλές προθέσεις, στην πράξη καμιά φορά οδηγείται σε εσφαλμένους χειρισμούς. Κάποιες φορές μάλιστα μπορεί να τρομάξει ή να τα χάσει από την ξαφνική είσοδο χρηστών με αναπηρία που απαιτούν την προσοχή του, ακόμη και αν έχουν κλείσει μια συνάντηση μεταξύ τους.

Όταν ο βιβλιοθηκονόμος φέρεται αμήχανα, αντίστοιχα και ο χρήστης με την αναπηρία που χρειάζεται βοήθεια για να βρει π.χ. ένα άρθρο, θα αισθανθεί ακόμη πιο άβολα όταν έχει μπροστά του ένα προβληματισμένο βιβλιοθηκονόμο που απολογείται για τυχόν καθυστερήσεις στην εξυπηρέτηση ή για την άγνοιά του για κάποια πράγματα. Ούτως ή άλλως, ο χρήστης με την αναπηρία πάντα νιώθει κάποια μικρή ενόχληση όταν ο βιβλιοθηκονόμος ψάχνει να βρει την πληροφορία εκ μέρους του, διότι θα προτιμούσε να το κάνει μόνος του. Σίγουρα όμως το κατανοεί και είναι ευγνώμων όταν το προσωπικό της βιβλιοθήκης δουλεύει φιλόπονα να του βρει το υλικό που θέλει (Murtha, 2002).

Με τη βοήθεια της επιμόρφωσης, οι βιβλιοθηκονόμοι θα πάψουν να θεωρούν τους χρήστες με αναπηρία “μπελαλίδικους”, προβληματικούς, δύσκολους στη μεταχείριση και λιγότερο “ενδιαφέροντες” από τους αρτιμελείς. Θα σταματήσουν να εστιάζουν μόνο στους ευνοημένους από τη φύση ή τους μορφωμένους και θα αρχίσουν να αντιμετωπίζουν τα ΑμεΑ ως πρόκληση και όχι ως πρόβλημα ή βάρος.

Προκειμένου να καταργηθούν οι προκαταλήψεις, τα στερεότυπα και η άγνοια που συνοδεύουν τις αναπηρίες στη δυτική κοινωνία, χρειάζεται εκπαίδευση του προσωπικού ώστε να ευαισθητοποιηθεί και να νιώσει άνετα κατά την αλληλεπίδρασή του με τα ΑμεΑ π.χ. να κοιτά πρόσωπο με πρόσωπο τους Κωφούς φοιτητές που διαβάζουν τα χείλη του βιβλιοθηκονόμου, να αναγνωρίζει πιθανές δυσκολίες δυσλεξικών φοιτητών με την δεκαδική ταξινόμηση, τα σύμβολα ή τις αριθμητικές σειρές, κ.ο.κ. Η εκπαίδευση των βιβλιοθηκονόμων μπορεί να είναι καταλυτικής σημασίας διότι μπορεί να απαλύνει την αμηχανία πολλών χρηστών που νιώθουν φοβισμένοι όταν χρησιμοποιούν τη βιβλιοθήκη.

Ωστόσο, η προσαρμογή των βιβλιοθηκονόμων σε μια σύγχρονη απελευθερωτική οπτική, δεν μπορεί να επιβληθεί ούτε να αναπτυχθεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Χρειάζεται στρατηγική και σταδιακά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, με βασικό εργαλείο τη γνώση. Επιπλέον, πέρα από την επιμόρφωση που λαμβάνει το προσωπικό, πρέπει οπωσδήποτε να έρχεται και σε άμεση επαφή με τα ΑμεΑ. Εκτός από την εκπαίδευση, οι βιβλιοθηκονόμοι πρέπει να αφιερώνουν χρόνο στους χρήστες με αναπηρία. Δεν είναι λίγες οι φορές που το προσωπικό βιβλιοθηκών αντιμετωπίζει προβλήματα στην εξυπηρέτηση ΑμεΑ, κυρίως σε θέματα επικοινωνίας και χρόνου που απαιτείται για να βοηθήσουν άτομα σε αναπηρικά αμαξίδια, κ.ά. Για τα ΑμεΑ είναι πολύ σημαντικό να έχουν ένα συγκεκριμένο πρόσωπο με το οποίο να επικοινωνούν, να συζητούν εμπιστευτικά ή και προσωπικά ζητήματα με τον βιβλιοθηκονόμο και εκείνος να τους βοηθά να λαμβάνουν ό,τι χρειάζονται από τη βιβλιοθήκη.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η βιβλιοθήκη μπορεί να πάρει την πρωτοβουλία και να προσκαλέσει στο χώρο της ένα δυσλεξικό άτομο να μιλήσει για την αναπηρία του και τις εμπειρίες του ως χρήστης της βιβλιοθήκης. Άλλη πρωτοβουλία είναι η προετοιμασία ενός βίντεο, το οποίο θα ευαισθητοποιεί και θα ενημερώνει το προσωπικό των βιβλιοθηκών για ένα ευρύ φάσμα αναπηριών (κάτι το οποίο έκανε η βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Μπρίστολ στη Βρετανία). Επίσης, αρκετές βιβλιοθηκονομικές ενώσεις όπως η SCURL ή το CALIM (Consortium of Academic Libraries in Manchester), παρέχουν κατευθυντήριες οδηγίες για το προσωπικό των βιβλιοθηκών μελών τους όσον αφορά την εξυπηρέτηση των ΑμεΑ (Charles & Foster, 2004).

Ένα ακόμη καθήκον του βιβλιοθηκονόμου είναι να διδάσκει τον χρήστη με αναπηρία τη διαδικασία έρευνας (research process). Σκοπός του προσωπικού δεν είναι να κάνει τις αναζητήσεις εκ μέρους των ΑμεΑ, να επιλέγει τις κατάλληλες εγγραφές, κ.ά. αλλά να τους διδάσκει να εκτελούν την έρευνα μόνοι τους. Ο χρήστης πρέπει να μάθει τι άρθρα χρειάζεται για συγκεκριμένη έρευνα, τα χαρακτηριστικά των θεματικών επικεφαλίδων, πώς να ξεχωρίζει τη μια θεματική επικεφαλίδα από την άλλη, κτλ. Οι βιβλιοθηκονόμοι πρέπει πάντα να αφήνουν περιθώρια λαθών στα ΑμεΑ, εξηγώντας τους ότι το να μάθει κανείς να διεξάγει έρευνα είναι μια δεξιότητα την οποία αποκτά μέσα από πολλαπλά και διαδοχικά βήματα. Με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει να μειώνει την ανησυχία του φοιτητή με αναπηρία και του δείχνει ότι δεν είναι σημάδι αποτυχίας όταν δεν αναζητά σωστά το θέμα που τον ενδιαφέρει.

Δείχνοντας στους χρήστες τον δελτιοκατάλογο ή τον on‐line κατάλογο της βιβλιοθήκης και τον τρόπο χρήσης του, τα ΑμεΑ συγκρατούν την πληροφορία αυτή και συχνά τη μεταφέρουν και στους ισότιμούς τους (Karuth, 1983). Επίσης, έχει διαπιστωθεί πως ένα άτομο με αναπηρία γλιτώνει 2‐3 ώρες όταν δουλεύει με το βιβλιοθηκονόμο παρά με ένα αναγνώστη επί πληρωμή, ο οποίος πιθανότατα δεν έχει διεξάγει ποτέ του έρευνα. Για αυτό το λόγο η βιβλιοθήκη πρέπει να επιδιώκει την αυτόνομη πρόσβαση παρά την πρόσβαση με τη διαμεσολάβηση των άλλων.

Η σημασία της εκπαίδευσης των βιβλιοθηκονόμων τονίζεται στα περισσότερα δημοσιεύματα, μελέτες και γενικότερα στη διεθνή βιβλιογραφία (Evans, 2000; Mates, 2004). Χαρακτηριστικά το 2002 στο συνέδριο της PLA (Public Library Association) στην Αριζόνα ένας ομιλητής τόνισε πως το κλειδί για να καλύψει κανείς επιτυχώς τις ανάγκες των ΑμεΑ είναι η “εκπαίδευση προσωπικού, εκπαίδευση προσωπικού, εκπαίδευση προσωπικού!”.

Όσον αφορά όμως στην επίσημη εκπαίδευση του προσωπικού των βιβλιοθηκών για την εξυπηρέτηση των ΑμεΑ, παρόλο που εκατοντάδες βιβλία και άρθρα ασχολούνται με την παροχή υπηρεσιών σε ΑμεΑ, ελάχιστα δημοσιεύματα αναφέρονται σε αυτή.

Προκειμένου να διαπιστωθεί η έκταση και το επίπεδο της εκπαίδευσης που λαμβάνουν οι φοιτητές βιβλιοθηκονομίας για ζητήματα αναπηρίας και προσβασιμότητας στο πλαίσιο του προγράμματος σπουδών τους, στις 27 Ιουνίου του 2007 εστάλη ερωτηματολόγιο σε 122 σχολές βιβλιοθηκονομίας σε Αφρική, Ασία, Αυστραλία/ Ωκεανία, Ευρώπη, Μέση Ανατολή, βόρεια Αμερική, Νότια και Κεντρική Αμερική (παράρτημα 7). Τα στοιχεία των σχολών αυτών εντοπίστηκαν από το ευρετήριο “LIS Studies‐Library schools, universities and departments”.

Στο ερωτηματολόγιο απάντησαν 20 σχολές, εκ των οποίων οι 5 δήλωσαν πως είχε πάψει πλέον να λειτουργεί κάποιο τμήμα βιβλιοθηκονομίας στη σχολή τους. Οι συμμετέχουσες σχετικές σχολές που απάντησαν ήταν 15, αριθμός μικρός που δεν επιτρέπει τη γενίκευση αποτελεσμάτων για όλες τις σχολές, η ανάλυση όμως των δεδομένων τους παρουσιάζει ενδιαφέρον.

Πρώτα από όλα, οι σχολές που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της έρευνας παρέχουν σπουδές βιβλιοθηκονομίας και επιστήμης της πληροφόρησης είτε σε επίπεδο πτυχιακών είτε μεταπτυχιακών είτε διδακτορικών σπουδών ή κάποιο συνδυασμό των παραπάνω.

Στο 1ο ερώτημα, αν δηλαδή το πρόγραμμα σπουδών τους εστιάζει σε: α) χρήστες με αναπηρία β) προσβασιμότητα βιβλιοθηκών για ΑμεΑ γ) νομοθεσία σχετική με τις αναπηρίες δ) εναλλακτικές μορφές υλικού και ε) ΥΤ, είναι ιδιαίτερα αισιόδοξο ότι το 86% απάντησε θετικά. Μόνο ένα πανεπιστήμιο συμπλήρωσε πως λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες των ΑμεΑ όχι μόνο στο πλαίσιο του προγράμματος σπουδών του αλλά και στις πρακτικές διαχείρισης των αιτήσεών τους, στο σχεδιασμό των ιστοσελίδων τους και σε όλες τις υπηρεσίες που καθιστούν διαθέσιμες στον κάθε φοιτητή.

Στο δεύτερο ερώτημα, κατά πόσο δηλαδή υπάρχουν μαθήματα που εστιάζουν σε αναπηρικά ζητήματα, σεμινάρια, εργαστήρια (σεμιναριακή επιμόρφωση), κτλ., το 57% δήλωσε πως τα ΑμεΑ και οι πληροφοριακές τους ανάγκες υπάρχουν ως μικρότερες ενότητες στο πλαίσιο κάποιων μαθημάτων. Υφίστανται δηλαδή ως υποενότητες στο μάθημα π.χ. για την πληροφοριακή συμπεριφορά των χρηστών, για το πληροφοριακό περιβάλλον, για το υλικό και τις συλλογές ή ως υποδιαίρεση σε άλλες διδασκόμενες ενότητες. Ωστόσο καμία σχολή δεν προσφέρει ολοκληρωμένα μαθήματα επί αυτών των θεμάτων. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και οι συντονιστές των ακαδημαϊκών προγραμμάτων, τα ακαδημαϊκά συμβούλια και το προσωπικό που στελεχώνει τις σχολές βιβλιοθηκονομίας δεν έχουν συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα των ζητημάτων αναπηρίας στο χώρο της πληροφόρησης, το βάθος και τη μελέτη που χρήζουν και δεν πιστεύουν ότι μπορούν από μόνα τους να αποτελέσουν ένα αυθύπαρκτο διδασκόμενο μάθημα, που μπορεί να σταθεί και να υποστηριχθεί.

Η εκπαίδευση των βιβλιοθηκονόμων μέχρι σήμερα έχει εστιάσει στις “φιλοσοφίες, την οργάνωση και τις ρουτίνες του επαγγέλματος και στους ανθρώπους που χρησιμοποιούν τις βιβλιοθήκες έτσι όπως είναι”, με αποτέλεσμα οι απόφοιτοι να μην ενδιαφέρονται για τους χρήστες με αναπηρία (Leong & Higgins, 2002). Γι’ αυτό ένα τουλάχιστον ειδικό μάθημα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στο πρόγραμμα σπουδών των σχολών βιβλιοθηκονομίας ώστε να ενημερώνει για τις κατάλληλες υπηρεσίες για τα ΑμεΑ σε όλους τους τύπους βιβλιοθηκών (Velleman, 1980).

Ωστόσο, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως η ανάπτυξη ξεχωριστών και αυθύπαρκτων μαθημάτων για τα ΑμεΑ, θα έκανε τους φοιτητές βιβλιοθηκονομίας να διδαχθούν τα αναπηρικά ζητήματα ως κάτι διαφορετικό και ξεχωριστό και να αναπαράγουν και εκείνοι τις μέχρι τώρα συμπεριφορές διάκρισης και στιγματισμού. Γι’ αυτό υπάρχει και εκείνη η πλευρά που πιστεύει πως η αναφορά για τα αναπηρικά ζητήματα και η ενσωμάτωσή τους στο πλαίσιο όλων των μαθημάτων βιβλιοθηκονομίας είναι περισσότερο αποδεκτή από ότι η δημιουργία ενός ξεχωριστού μαθήματος, ολοκληρωτικά αφοσιωμένου σε αυτή την ευπαθή ομάδα.

Το 43% των σχολών αφήνει το θέμα των ΑμεΑ στην κρίση, στο ζήλο και στις γνώσεις του καθηγητή. Το αν δηλαδή ένας μελλοντικός βιβλιοθηκονόμος θα μάθει για τις πληροφοριακές ανάγκες των ΑμεΑ ή πιθανούς τρόπους εξυπηρέτησής τους, εξαρτάται από τον καθηγητή, το υπόβαθρό του και τη διάθεσή του να ασχοληθεί με τους χρήστες με αναπηρία. Εφόσον απουσιάζουν τέτοια μαθήματα, ο καθηγητής επωμίζεται από μόνος του το βάρος του σχεδιασμού του μαθήματος και την εξεύρεση υποστηρικτικών δικτύων του. Μόνο μια σχολή δήλωσε πως διαθέτει ακαδημαϊκό μέλος που εργάζεται επί των ΥΤ και συζητά τις ανάγκες των ΑμεΑ σε αρκετές τάξεις. Τέλος, αν δεν το κάνει ούτε ο καθηγητής, τότε επαφίεται στο ενδιαφέρον του φοιτητή της βιβλιοθηκονομίας να βρει πληροφορίες για αυτά τα θέματα. Ειδάλλως, πρέπει να τα αντιμετωπίσει όταν θα μπει ο πρώτος χρήστης με αναπηρία στη βιβλιοθήκη στην οποία θα εργαστεί, όπου δεν θα ξέρει πώς να αντιδράσει.

Το απαισιόδοξο είναι πως ενώ καμία σχολή βιβλιοθηκονομίας δεν διαθέτει τέτοια μαθήματα, δεν υπάρχουν προοπτικές βελτίωσης ή αλλαγής στα προγράμματα σπουδών τους. Συγκεκριμένα, το 27% αυτών που ανταποκρίθηκαν, δεν προτίθεται να συμπεριλάβει τα αναπηρικά ζητήματα στα προγράμματα σπουδών του ή να κάνει κάτι περισσότερο από αυτό που ήδη κάνει. Δυστυχώς, αποδεικνύεται πως ο αποκλεισμός των ΑμεΑ από τις υπηρεσίες πληροφόρησης δεν έχει επηρεάσει ή προβληματίσει ακόμη τους ιθύνοντες των σχολών που προετοιμάζουν την επόμενη γενιά των βιβλιοθηκονόμων.

Μόνο το 20% προτίθεται να συμπεριλάβει αυτά τα θέματα στο πρόγραμμα σπουδών του μελλοντικά ή όταν έρθει η στιγμή αναθεώρησης του ήδη υπάρχοντος προγράμματος σπουδών.

Ύστερα από τα παραπάνω δεδομένα, είναι ιδιαίτερα αντιφατικό το γεγονός ότι το 93% των σχολών απάντησε ότι το ακαδημαϊκό τους προσωπικό είναι ενημερωμένο για τα παραπάνω θέματα. Μόνο μια σχολή απάντησε αρνητικά, διευκρινίζοντας όμως ότι το ακαδημαϊκό προσωπικό της θα λάβει σύντομα επιμόρφωση και άλλη μια, η οποία ναι μεν απάντησε θετικά, αλλά πρόσθεσε ότι το επίπεδο ενημέρωσής τους είναι χαμηλότερο από όσο θα έπρεπε.

Καμία όμως σχολή δεν προσδιόρισε αν το ακαδημαϊκό τους προσωπικό έχει κάποιο επιστημονικό υπόβαθρο σχετικό με τα ΑμεΑ στο πληροφοριακό περιβάλλον, αν έχουν κάποια επαγγελματική εμπειρία σε χώρους με τέτοιους χρήστες, αν έχουν εμβαθύνει σε παρόμοιες μελέτες, αν έχουν αναλάβει ή συμμετάσχει σε τέτοιες έρευνες ή προγράμματα ή αν στην πραγματικότητα, δεν έχουν έρθει ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο με ένα χρήστη με αναπηρία.

Στο επόμενο ερώτημα που τέθηκε, αν δηλαδή οι σχολές βιβλιοθηκονομίας διεξάγουν έρευνα επί αυτών των θεμάτων, το 57% δήλωσε λακωνικά πως διεξάγει έρευνα κυρίως αναθέτοντας σε φοιτητές διπλωματικές με αυτό το αντικείμενο.

Τέλος, επειδή το να διατείνεται μια σχολή βιβλιοθηκονομίας ότι διδάσκει θέματα εξυπηρέτησης χρηστών με αναπηρία, χωρίς η ίδια να παρέχει μια προσβάσιμη βιβλιοθήκη, θα ήταν το πλέον αντιφατικό, ερωτήθησαν οι σχολές αν διαθέτουν προσβάσιμη για όλους βιβλιοθήκη. Αισίως, το 73% των σχολών διαθέτει βιβλιοθήκη προσβάσιμη στα ΑμεΑ και το 7% δήλωσε πως συνεργάζεται με τους βιβλιοθηκονόμους σε περίπτωση που υπάρχουν ΦμεΑ και ενδιαφέρονται να απασχοληθούν ή να κάνουν την πρακτική τους άσκηση στη βιβλιοθήκη.

Συνοψίζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής συνειδητοποιεί κανείς πως οι σχολές βιβλιοθηκονομίας δεν παρέχουν ακόμη μαθήματα για τα αναπηρικά ζητήματα και τα ΑμεΑ ως χρήστες. Τα αναπηρικά ζητήματα σε καμία σχολή δεν αποτελούν αυθύπαρκτο διδασκόμενο μάθημα. Αυτό που κάνουν είναι με κάποιο τρόπο να αναφέρονται στα ΑμεΑ στο πλαίσιο άλλων μαθημάτων, χωρίς όμως αυτό να γίνεται συστηματικά και οργανωμένα.

Επίσης, το ακαδημαϊκό προσωπικό των σχολών βιβλιοθηκονομίας συνήθως έχει μια γενική γνώση για τα αναπηρικά ζητήματα και τις ΥΤ αλλά στερείται της εξειδίκευσης ή του εκπαιδευτικού υπόβαθρου επί αυτών των ζητημάτων. Αισίως όμως τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να διεξάγεται στις σχολές βιβλιοθηκονομίας έρευνα (διπλωματικές, εργασίες, διδακτορικές διατριβές, κ.ά.) με αντικείμενο την ευπαθή αυτή κοινωνική ομάδα.

Σύμφωνα με άλλη έρευνα του 2000 που εξέτασε όλες τις πιστοποιημένες από την ALA σχολές βιβλιοθηκονομίας, διαπιστώθηκε πως μόνο το 38% των ανταποκριθεισών σχολών καλύπτει τις ΥΤ ως ύλη στο απαιτούμενο μέρος του προγράμματος σπουδών τους (Walling, 2004).

Παρόλο που υπάρχει προβληματισμός για τα εμπόδια που αποθαρρύνουν τη διεξαγωγή έρευνας για τα ΑμεΑ στο χώρο των βιβλιοθηκών, αισίως πολλοί φοιτητές της βιβλιοθηκονομίας έχουν αρχίσει να μελετούν τέτοια θέματα. Παραδείγματος χάρη, η Nicolette Parsons, ούσα η ίδια Κωφή, μελέτησε τη χρησιμότητα των βιβλιοθηκών στους Κωφούς ανθρώπους, στέλνοντας ερωτηματολόγια σε 45 Κωφούς. Παρόλο που οι περισσότεροι συμμετέχοντες ήταν ικανοποιημένοι με τις βιβλιοθήκες, διαπιστώθηκε η ανάγκη βελτίωσης της στάσης του προσωπικού απέναντι στους Κωφούς χρήστες (Bakewell, 1993).

Επίσης, τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχουν γίνει αρκετές βελτιώσεις, όπως πρωτοβουλίες σε σχολικό, πανεπιστημιακό ή κρατικό επίπεδο, ερευνητικά προγράμματα, κ.ο.κ. Για παράδειγμα η New York Library με μια επιχορήγηση του IMLS (Institute of Museum and Library Services) προσπαθεί να επαυξήσει την ενημέρωση των μελλοντικών βιβλιοθηκονόμων χρηματοδοτώντας το “Making It REAL! Scholarship program” για φοιτητές της βιβλιοθηκονομίας. Όσοι συμμετάσχουν στο πρόγραμμα, λαμβάνουν εκπαίδευση για την προσβάσιμη σχεδίαση και συνεργάζονται με βιβλιοθήκες ώστε να βελτιώσουν την προσβασιμότητά τους (Comeaux & Schmetzke, 2007).

Το αισιόδοξο είναι πως τα τελευταία χρόνια παρατηρείται κάποια κινητοποίηση στις σχολές βιβλιοθηκονομίας στο εξωτερικό, με παράδειγμα προς μίμηση την Ουγγαρία. Μερικές σχολές βιβλιοθηκονομίας έχουν αναθεωρήσει τα προγράμματα σπουδών τους ώστε να συμπεριλάβουν μαθήματα που δίνουν προτεραιότητα στα ζητήματα αναπηρίας. Άλλες πάλι έχουν αλλάξει τη διδακτέα ύλη, προσθέτοντας κριτήρια επιλογής υλικού για ειδικούς πληθυσμούς (π.χ. ΑμεΑ) ή αναφορές σε προσαρμογές υπηρεσιών προκειμένου αυτές να είναι προσβάσιμες. Ήδη σχολές βιβλιοθηκονομίας στις ΗΠΑ (π.χ. St. John’s, C.W. Post, University of Pittsburgh) έχουν αρχίσει να ενσωματώνουν στα εκπαιδευτικά τους προγράμματα μαθήματα για την εξυπηρέτηση των ηλικιωμένων, που φέρουν κάποιες αναπηρίες, π.χ. όρασης (Kleiman, 1997). Συμπόσια, εργαστήρια, σεμινάρια, κτλ επί αυτών των θεμάτων είναι πλέον καθιερωμένα σε κάποιες σχολές βιβλιοθηκονομίας, καθώς επίσης αποτελούν πια ρουτίνα οι παρουσιάσεις τέτοιων ζητημάτων σε εθνικά και παρόμοια επαγγελματικά συνέδρια. Από ότι φαίνεται υπήρξε ιδιαίτερα προνοητικό το βιβλίο Librarians Serving Disabled Children and Young People όπου επτά χρόνια πριν θεσπιστεί το ADA, είχε προβλέψει ότι οι σχολές βιβλιοθηκονομίας θα χρειαστεί να παρέχουν υπηρεσίες και υλικό για τους χρήστες με αναπηρία.

Επίσης, το πεδίο της ειδικής βιβλιοθηκονομίας (special librarianship) έχει αναπτύξει μια νέα επαγγελματική υποειδικότητα στην περιοχή της επιστήμης της υγείας, τη λεγόμενη “Rehabilitation Librarianship”. Στόχος αυτής της ειδικότητας είναι να φέρει κοντά το χώρο της αποκατάστασης και της βιβλιοθηκονομίας ώστε να χρησιμοποιηθούν οι επιδεξιότητες του επαγγελματία βιβλιοθηκονόμου στην πρόσκτηση, στην οργάνωση και στην ανάκτηση της πληροφορίας για να βελτιώσουν τα συστήματα διανομής της πληροφορίας στα ΑμεΑ και τους επαγγελματίες που τα εξυπηρετούν (Vellena, 1982).

Παρόλες τις βελτιώσεις όμως, οι ιστοσελίδες των σχολών βιβλιοθηκονομίας και επιστήμης της πληροφόρησης αμελούν μέχρι και σήμερα καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες προσβασιμότητας και συνεχίζουν να αποκλείουν αρκετούς δυνητικούς χρήστες. Η άγνοια ή η ολιγωρία για τέτοια θέματα δεν είναι μόνο κατάφωρα ρατσιστική αλλά έχει και μια δυσάρεστη επίδραση στην μελλοντική εκπροσώπηση των ΑμεΑ μέσα στο βιβλιοθηκονομικό επάγγελμα. Επιπλέον, όταν οι σχολές βιβλιοθηκονομίας και επιστήμης της πληροφόρησης αποτυγχάνουν να ανταποκριθούν σε οποιαδήποτε επιταγή προσβασιμότητας, μπορεί κανείς να υποπτευθεί γενική άγνοια ή αναισθησία του ακαδημαϊκού προσωπικού για αυτό το θέμα και κατ’ επέκταση, ανεπαρκή κάλυψη των αναπηρικών ζητημάτων στο πρόγραμμα σπουδών.

Ένα επίσης αρνητικό σημείο που συνεχίζει να υπάρχει είναι ότι οι σχολές αυτές δεν προωθούν τα προγράμματά τους στην κοινότητα των ΑμεΑ, ώστε να προσελκύουν και υποψήφιους ΦμεΑ.

Στην Ελλάδα δυστυχώς μέχρι πρόσφατα οι σχολές βιβλιοθηκονομίας δεν εστίαζαν σε έννοιες όπως χρήστες με αναπηρία, προσβασιμότητα, υλικό εναλλακτικής μορφής, κ.ά. με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κανένα τέτοιο μάθημα στα προγράμματα σπουδών τους. Ένας λόγος είναι ότι στην Ελλάδα η ειδική επιστημονική εκπαίδευση των βιβλιοθηκονόμων σε επίπεδο ανώτατης εκπαίδευσης ήρθε πολύ αργά, λόγω της εξαιρετικής υστέρησης που παρουσιάζει η χώρα σε αυτόν τον τομέα, με αποτέλεσμα να έχει ολιγωρήσει για το ζήτημα των ΑμεΑ.

Σε καμία από τις 3 σχολές βιβλιοθηκονομίας της Ελλάδος δεν υπάρχει μάθημα αφιερωμένο αποκλειστικά σε τέτοια θέματα. Επαφίεται στην κρίση του καθηγητή αν θα εισάγει τέτοιες έννοιες στο πλαίσιο του μαθήματός του ή μέσω σημειώσεων. Μόνο τα τελευταία 3‐4 χρόνια τα πράγματα έχουν βελτιωθεί και οι καθηγητές αναθέτουν εργασίες και διπλωματικές επί αυτών των θεμάτων (Πολίτη, 2003; Μπαμίδης & Νάστος, 2004; Αποστολοπούλου, 2004; Κουλικούρδη, 2005; Μανωλοπούλου, 2005; Παλαμιώτη & Τσούρη, 2006, κ.ά.). Επιπλέον, οι ελληνικές βιβλιοθήκες έχουν ξεκινήσει τη διεξαγωγή σεμιναρίων προκειμένου να εκπαιδεύσουν το προσωπικό τους. Για παράδειγμα, το πιο πρόσφατο ήταν στις 06‐09/03/07 όπου η βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας σε συνεργασία με τη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Θεσσαλίας, οργάνωσε για 5η φορά το σεμινάριο “Βιβλιοθήκες και προσφορά υπηρεσιών σε άτομα με προβλήματα όρασης” για την εκπαίδευση του προσωπικού στην οργάνωση και προσφορά υπηρεσιών σε αυτή την ομάδα χρηστών.

Ως προς την εκπαίδευση του προσωπικού ανεξαρτήτως με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, η προετοιμασία για τα αναπηρικά ζητήματα πρέπει να επεκτείνεται στους φοιτητές των σχολών βιβλιοθηκονομίας και επιστήμης της πληροφόρησης. Σε καμία περίπτωση η εκπαίδευση αυτή δεν έχει σκοπό να τους κάνει ειδικούς στη διάγνωση αναπηριών. Οι βιβλιοθηκονόμοι δεν πρέπει να έχουν εκτεταμένες ιατρικές γνώσεις αλλά να είναι οικείοι με τα βασικά χαρακτηριστικά των πρωταρχικών συνθηκών αναπηρίας, έτσι ώστε να κατανοούν τον τρόπο με τον οποίο μια αναπηρία μπορεί να επηρεάσει τη χρήση των υπηρεσιών και των συλλογών της βιβλιοθήκης (Dequin, 1983). Πρέπει να μαθαίνουν μέσα από τις real‐life εμπειρίες χρηστών, να παρακολουθούν σεμινάρια, συνέδρια, κ.ά. και να επιδιώκουν τη δια βίου εκπαίδευση. Το να παρακολουθήσει ο φοιτητής της βιβλιοθηκονομίας για ένα εξάμηνο ένα μάθημα για τα ΑμεΑ, δεν αρκεί. Πρέπει να λαμβάνει σχετική επιμόρφωση σε ετήσια βάση έτσι ώστε να παραμένει ενημερωμένος για εξελίξεις, νέες εκδόσεις των ΥΤ, καινοτομίες στο χώρο, κτλ.

Ακόμη όμως και αν η σχολή βιβλιοθηκονομίας δεν παρέχει την παραπάνω εκπαίδευση, υπάρχει πλούτος πληροφοριών στη διάθεση των βιβλιοθηκονόμων που μπορούν να τους ενημερώσουν και να τους ευαισθητοποιήσουν, όπως το βιβλίο Serving the Disabled: a howto‐ do‐it manual for librarians των Kieth Wright και Judith Davies (1991), το Accessible Libraries on Campus του Tom McNulty (1999), κ.ά. Άλλες χρήσιμες πηγές εκπαίδευσης και ενημέρωσης είναι το Preparing Staff to Serve Patrons with Disabilities (1995) των Courtney Deines‐Jones και Connie Van Fleet’s και το Library Patrons with Disabilities (1996) του Ray Turner. Ένα επίσης εξαίρετο βιβλίο για θέματα προσέγγισης και εξυπηρέτησης των ΑμεΑ είναι το Disability Awareness Kit που ανέπτυξε το 1998 το Βασιλικό Βικτωριανό Ινστιτούτο για Τυφλούς (RVIB) προκειμένου να καθοδηγήσει τους βιβλιοθηκονόμους των δημοσίων βιβλιοθηκών. Σε αυτά τα βιβλία βιβλιοθηκονόμοι που νιώθουν άβολα ή νευρικότητα, όταν συστήνονται σε χρήστες με αναπηρία, μπορούν να βρουν χρήσιμες συμβουλές για να γίνουν πιο εξυπηρετικοί. Οι φόβοι και οι ανασφάλειες του προσωπικού μπορούν να ξεπεραστούν μέσω της ενημέρωσης για τις αναπηρίες καθιστώντας τις έτσι κατανοητές. Γι’ αυτό το προσωπικό πρέπει να υιοθετεί μια εξισορροπημένη προσέγγιση, η οποία να συνδυάζει ευαισθησία, κοινή λογική και σεβασμό.

Επιπλέον, υπάρχουν αρκετοί οργανισμοί οι οποίοι παρέχουν τέτοιου είδους εκπαίδευση, όπως το EASI στο Rochester Institute of Technology, το DO‐IT (Disabilities, Opportunities, Internetworking, and Technology) στο Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον και το SNOW (Special Needs Opportunity Windows) στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο. Επίσης, κατά καιρούς αναπτύσσονται συνεργατικά σχήματα εκπαίδευσης όπως αυτό μεταξύ του British Columbia College και του Institute Library Services (CILS), όπου παραδίδονται εργαστήρια σε βιβλιοθηκονόμους ακαδημαϊκών και δημοσίων βιβλιοθηκών για να μάθουν ποιό είναι το κατάλληλο πληροφοριακό περιβάλλον για τα ΑμεΑ (Epp, 2006).

Γενικότερα, η εκπαίδευση του προσωπικού για τα αναπηρικά ζητήματα έχει γίνει περισσότερο δημοφιλής και εύκολα διαθέσιμη από ποικίλες πηγές τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά τη θέσπιση νομοθετημάτων που επέβαλαν τη συμμόρφωση των βιβλιοθηκών με αυτά (π.χ. το DDA). Εφόσον οι σχολές βιβλιοθηκονομίας κινητοποιήθηκαν μετά τη θέσπιση νομοθετημάτων, θα αναρωτιέται κανείς τι απέγινε με όλη εκείνη τη γενιά των βιβλιοθηκονόμων που αποφοίτησαν πριν το 1990. Οι βιβλιοθηκονόμοι αυτοί μπόρεσαν να αποκτήσουν κάποια πληροφόρηση μέσα από ινστιτούτα, σεμινάρια, εργαστήρια, συνέδρια και δημοσιεύματα. Μάλιστα πολλοί από αυτούς, αν και δεν είχαν λάβει το απαιτούμενο υπόβαθρο επίσημα από τις σχολές που αποφοίτησαν, επηρέασαν τις αλλαγές στα προγράμματα σπουδών βιβλιοθηκονομίας στα τέλη των δεκαετιών 1980 και 1990. Το 1990 όταν εφαρμόστηκε το ADA, σημειώθηκε μεγάλο ενδιαφέρον για τις υπηρεσίες σε χρήστες με αναπηρία. Μάλιστα την περίοδο εκείνη η συμμετοχή στο Academic Librarians Assisting the Disabled Discussion Group της ALA ήταν ιδιαίτερα μεγάλη και οι συζητήσεις στρέφονταν γύρω από τη διασφάλιση της προσβασιμότητας με οποιοδήποτε κόστος (Theiss, 1993).

Βέβαια δεν είναι ακόμη γνωστό πόσο καταλυτική μπορεί να είναι η δύναμη της συστηματικής εκπαίδευσης μέσα στις σχολές βιβλιοθηκονομίας και η επίδρασή της στους μελλοντικούς βιβλιοθηκονόμους. Αυτό θα μπορεί κανείς να το διαπιστώσει μόνο όταν τα αναπηρικά θέματα ενσωματωθούν στα προγράμματα σπουδών των σχολών βιβλιοθηκονομίας. Ωστόσο, προβληματίζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι βιβλιοθηκονόμοι δημοσίων βιβλιοθηκών, όσο καλά και αν ενημερώθηκαν, δεν άλλαξαν κατά πολύ τη νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης τους (Vitzansky, 1994), χωρίς αυτό να αμφισβητεί βέβαια τη δύναμη της εκπαίδευσης των μελλοντικών βιβλιοθηκονόμων. Επίσης, προβληματίζει το ερώτημα κατά πόσο οι σχολές βιβλιοθηκονομίας και επιστήμης της πληροφόρησης είναι τα καλύτερα μέρη για να παρέχουν τέτοια εκπαίδευση από τη στιγμή που οι φοιτητές της βιβλιοθηκονομίας υπεισέρχονται ήδη σε τόσες και διαφορετικές πτυχές της βιβλιοθηκονομίας.