Creativity

Innovation

Originality

Imagination

 

Salient

Salient is an excellent design with a fresh approach for the ever-changing Web. Integrated with Gantry 5, it is infinitely customizable, incredibly powerful, and remarkably simple.

Download

Διδακτορική διατριβή τής Άννας Κουλικούρδη με θέμα «Πληροφοριακή Συμπεριφορά των Ατόμων με Αναπηρία (ΑμεΑ) και οι Υποστηρικτικές Τεχνολογίες σε Περιβάλλον Βιβλιοθηκών». Εικοστό έβδομο μέρος (Κεφάλαιο όγδοο: Η Οπτική των Βιβλιοθηκονόμων για τα ΑμεΑ & τις Υποστηρικτικές Τεχνολογίες - Βάθος & εύρος επιμόρφωσης των βιβλιοθηκονόμων στα αναπηρικά ζητήματα).

Βάθος & εύρος επιμόρφωσης των βιβλιοθηκονόμων στα αναπηρικά ζητήματα

Αφού εξετάστηκε η εκπαίδευση των βιβλιοθηκονόμων στις σχολές βιβλιοθηκονομίας και επιστήμης της πληροφόρησης, στο υποκεφάλαιο αυτό εξετάζεται ποιό πρέπει να είναι το βάθος και το εύρος της επιμόρφωσης του βιβλιοθηκονόμου που εργάζεται σε μια βιβλιοθήκη. Αν δηλαδή πρέπει να υπάρχει ένας βιβλιοθηκονόμος ο οποίος να είναι εξειδικευμένος, να έχει μελετήσει τη γλώσσα και τον πολιτισμό των ΑμεΑ ή αν πρέπει όλοι οι βιβλιοθηκονόμοι να λαμβάνουν μια βασική επιμόρφωση, χωρίς όμως να έχουν την ισχύ να παρεμβαίνουν σε καίριας σημασίας ζητήματα για τα ΑμεΑ, π.χ. διαμόρφωση πολιτικής, κριτήρια επιλογής υλικού εναλλακτικής μορφής, κτλ. Όταν ρωτήθηκαν κάποιοι βιβλιοθηκονόμοι ποιες από τις δυο προσεγγίσεις προτιμούσαν, η πλειονότητα ήθελε και τις δυο. Όταν όμως έπρεπε να διαλέξουν, όλοι προτίμησαν τη δεύτερη λύση θεωρώντας την πιο δίκαιη για όλους (Jeal et al., 1996). Πέρα από το τι είναι δίκαιο και τι όχι, γενικότερα δεν είναι καλή ιδέα να ξέρει μόνο ένα άτομο πώς δουλεύει ο εξειδικευμένος εξοπλισμός της βιβλιοθήκης, ποιά είναι η πολιτική της, κ.ά. και να εξαρτώνται όλοι από αυτό το άτομο. Όλο το προσωπικό ανεξαιρέτως πρέπει να λαμβάνει τη σχετική εκπαίδευση.

Παρά τα όσα προαναφέρθηκαν, κάποιες βιβλιοθήκες συνεχίζουν να ορίζουν ένα συγκεκριμένο μέλος του προσωπικού τους ως υπεύθυνο και γνώστη των υπηρεσιών για ΑμεΑ ή ένα μέλος του προσωπικού με τεχνικά προσόντα, το οποίο αναλαμβάνει την εκμάθηση και διατήρηση του υποστηρικτικού εξοπλισμού.

Εδώ όμως τίθεται ένα άλλο ερώτημα, κατά πόσο η επιμόρφωση του προσωπικού για τις αναπηρίες πρέπει να είναι γενική (general disability awareness) ή ειδική π.χ. συγκεκριμένα για την κώφωση (Deaf Awareness Training‐ DAT). Κάποιοι προτιμούν τη γενική επιμόρφωση διότι “το προσωπικό πρέπει να εκπαιδεύεται σε πολύ γενικές γραμμές για το πώς να αντιδρά στις αναπηρίες”. Άλλοι πάλι προτιμούν την επιμόρφωση για συγκεκριμένους τύπους αναπηρίας. Η επιμόρφωση, οποιαδήποτε και αν είναι αυτή, μπορεί να λαμβάνει χώρα είτε εντός της βιβλιοθήκης (in‐house) ή εκτός, όπου την παρέχει ένας εξωτερικός οργανισμός, π.χ. το RNID στη Βρετανία. Η επίδραση της επιμόρφωσης του προσωπικού ορισμένες φορές είναι τόσο ορατή όπου μια ηλικιωμένη κυρία δήλωσε χαρακτηριστικά πως “ήταν ολοφάνερο ότι το προσωπικό είχε εκπαιδευτεί, η διαφορά ήταν τόσο αξιοσημείωτη” (Jeal et al., 1996).

Καλό θα είναι επίσης, το προσωπικό να υποβάλλεται σε συνθήκες εξομοίωσης (simulating disabiling conditions) στο πλαίσιο εργαστηρίων επιμόρφωσης του, που δίνουν τη δυνατότητα στο βιβλιοθηκονόμο να νιώσει τι προκαλεί μια αναπηρία ή να καταλάβει τι μπορούν να κάνουν τα ΑμεΑ. Ωστόσο, δεν παρέχουν πραγματική εμπειρία των περισσοτέρων αναπηριών διότι όταν το παιχνίδι σταματά, ο βιβλιοθηκονόμος παύει να είναι ανάπηρος. Σε όλες τις περιπτώσεις πάντως, η εξομοίωση ή η συζήτηση πρέπει να τονίζει τα θετικά και τα αρνητικά (τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν τα ΑμεΑ) και μετά να ακολουθούν follow‐up συζητήσεις για σχόλια.

Όταν η βιβλιοθήκη διαθέτει εξειδικευμένο προσωπικό (library specialists), αυτό μπορεί να λειτουργεί σε δυο επίπεδα:

• Σε λειτουργικό επίπεδο, όπου για παράδειγμα ο βιβλιοθηκονόμος είναι υπεύθυνος να βοηθά τους χρήστες με τον συνθέτη φωνής, να μεταφέρει τα βιβλία από και προς τα ράφια εκ μέρους των ΑμεΑ, κ.ά.

• Σε επίπεδο όπου αναλαμβάνει διοικητικές (managerial) ευθύνες για τις υπηρεσίες των ΑμεΑ. Ένα τέτοιο άτομο πρέπει να αναζητά πόρους για νέο εξοπλισμό, να προτρέπει το προσωπικό στην παρακολούθηση σεμιναρίων επιμόρφωσης, να προωθεί τις υπηρεσίες για ΑμεΑ, να αναπτύσσει πολιτικές, κτλ.

Το προσωπικό το οποίο εξυπηρετεί τα ΑμεΑ, συχνά στη βιβλιογραφία συναντάται με τον όρο “front‐line” προσωπικό, επειδή αποτελεί το πρώτο σημείο επικοινωνίας με τους αναγνώστες με αναπηρία. Ωστόσο, το προσωπικό αυτό συνήθως λειτουργεί σε part‐time βάση και στόχος του είναι να καλλιεργήσει μια πολύ θετική εικόνα της βιβλιοθήκης, διότι η πρώτη εντύπωση ενθαρρύνει ή αποθαρρύνει το χρήστη να επισκεφτεί πάλι τη βιβλιοθήκη.

Σύμφωνα με ερωτηματολόγιο που εστάλη σε όλες τις βιβλιοθήκες‐μέλη του SCURL το 2003, αποδείχτηκε πως το frontline προσωπικό είναι πρόθυμο να βοηθήσει αλλά η ύπαρξή του ως υπηρεσία σπάνια καταγράφεται ή ακόμη πιο δύσκολα αποτελεί μέρος της επίσημης πολιτικής της βιβλιοθήκης. Πολλές φορές το αποτέλεσμα είναι ο χρήστης με την αναπηρία να μην γνωρίζει ότι η βιβλιοθήκη διαθέτει τέτοιο προσωπικό μέχρις ότου ρωτήσει. Επίσης, κάποιες φορές το προσωπικό αυτό είναι διαθέσιμο κυρίως τις ώρες αιχμής ή συγκεκριμένες ώρες, με αποτέλεσμα να υπάρχουν κενά στην υποστήριξη των ΑμεΑ τις βραδινές ώρες και τα Σαββατοκύριακα, απογοητεύοντας πολλούς χρήστες (Whyte, 2005).


Στάση των βιβλιοθηκονόμων απέναντι στα ΑμεΑ

Αν ρωτήσει κανείς τους επαγγελματίες της πληροφόρησης πώς νομίζουν ότι θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τα ΑμεΑ, συνειδητοποιεί από τις απαντήσεις πόσο ελλιπώς ενημερωμένοι είναι. Στην ερώτηση αυτή, οι περισσότεροι απαντούν πως θα τους παρείχαν υλικό braille. Όντως με την ανακάλυψη του συστήματος braille τον 19ο αιώνα ο Frenchman Louis Braille έδωσε τη δυνατότητα στα τυφλά άτομα να έχουν ίση πρόσβαση στην εκπαίδευση, τον πολιτισμό και γενικότερα στο έντυπο υλικό. Με το ιστορικό αυτό βήμα, οι άνθρωποι είναι πλέον ικανοί να μοιράζονται όλες τις ιδέες που αναπτύσσονται μέσα στα βιβλία και να δομούν τις δικές τους σκέψεις. Τότε η απάντηση αυτή των βιβλιοθηκονόμων θα αρκούσε, σήμερα όμως που η κοινωνία έχει μετατραπεί σε μια κοινωνία οπτικοακουστικών τεχνολογιών και τεχνολογιών της πληροφορίας και οι ανάγκες έχουν αυξηθεί, το braille έπαψε να αποτελεί τη μοναδική λύση. Η πρώτη απάντηση των βιβλιοθηκονόμων φαντάζει ελλιπής στη σημερινή εποχή.

Ως προς τις άλλες διατάξεις εναλλακτικής μορφής (πλην του braille) οι βιβλιοθηκονόμοι θεωρούν τα ομιλούντα βιβλία λιγότερο χρηστικά, βαρύτερα και πιο εύθραυστα από τα κανονικά βιβλία (π.χ. οι κασέτες και οι πλαστικές θήκες σπάνε). Επιπλέον, πρέπει να τα εξετάζουν όταν επιστρέφονται (π.χ. να γυρίζουν την κασέτα στην αρχή) αλλά και πάλι είναι δύσκολο να εντοπίσουν τις ζημιές σε αυτό το υλικό. Εκτός των άλλων όμως, τα ομιλούντα βιβλία ενοχλούν κάποιους βιβλιοθηκονόμους επειδή πρέπει να μελετούν προσεκτικά την αγορά ενός τίτλου ομιλούντος βιβλίου όταν γνωρίζουν ότι με τα ίδια χρήματα θα μπορούσαν να αγοράσουν πέντε αντίστοιχα, κανονικά βιβλία (Balslev, 1997). Έχοντας αυτή την αρνητική εικόνα για τα ομιλούντα βιβλία, δεν είναι πρόθυμοι να προτείνουν ή να προβούν στην αγορά και παροχή τέτοιου υλικού για την καλύτερη εξυπηρέτηση των ΑμεΑ.

Ως προς τη συμπεριφορά, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των βιβλιοθηκονόμων είναι ότι είναι πολύ συχνά αντιδραστικοί (re‐active) παρά προνοητικοί (pre‐active) κατά το σχεδιασμό υπηρεσιών για ΑμεΑ, ιδιαίτερα στον ακαδημαϊκό χώρο. Αναλυτικότερα, μόνο όταν ένας χρήστης με αναπηρία ζητήσει κάτι, σκέφτονται την προετοιμασία και τους πόρους που χρειάζονται για να φιλοξενήσουν το χρήστη. Μόνο όταν ο χρήστης απαιτήσει κάτι, κινητοποιούνται για να προσπαθήσουν να μαζέψουν τις απαραίτητες πληροφορίες ή για να βρουν κάποιον γνώστη της πολιτικής της βιβλιοθήκης και του εξοπλισμού της. Και ακόμη και αν το προσωπικό ορισμένων βιβλιοθηκών έχει κινητοποιηθεί για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις των ΑμεΑ μέσα από μια ποικιλία ΥΤ, αυτό συχνά το κάνει με έναν επί τούτου, αυτοσχέδιο τρόπο για να καλύψει τη συγκεκριμένη μεμονωμένη ανάγκη που αντιμετωπίζει εκείνη την ώρα, χωρίς να προνοεί για μελλοντικούς χρήστες.

Η αντιδραστική αυτή προσέγγιση έχει διπλή εξήγηση. Κατά πρώτον, ο ειδικός εξοπλισμός που απαιτείται για τα ΑμεΑ είναι ιδιαίτερα δαπανηρός και οικονομικά μη ανεκτός, με αποτέλεσμα οι βιβλιοθήκες να μην αγοράζουν ακριβές συσκευές, οι οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθούν για μικρό χρονικό διάστημα από ένα ή δυο άτομα. Κατά δεύτερον, η έλλειψη εμπειρίας ή εκπαίδευσης των βιβλιοθηκονόμων τους κάνει να μη θέλουν να δουλέψουν με ΑμεΑ.

Kάποιες βιβλιοθήκες προκειμένου να παρέχουν κάποιες υπηρεσίες ή εξοπλισμό (π.χ. διερμηνέα, real‐time captioning, κ.ά.), ζητάνε να τις ενημερώσει ο χρήστης 5 τουλάχιστον εργασιακές μέρες πριν αλλιώς δεν μπορούν να τις παρέχουν. Κάποιες άλλες ορίζουν 2 μέρες, άλλες κάποιες ώρες πριν, κ.ο.κ. Άλλες πάλι φροντίζουν να εξυπηρετούν το χρήστη τη στιγμή που προκύπτει η ανάγκη, με αποτέλεσμα να υπάρχουν αδικαιολόγητες καθυστερήσεις. Συνήθως την 2η προσέγγιση υιοθετούν οι βιβλιοθήκες εκείνες οι οποίες αποφεύγουν να προβλέψουν ή να μεριμνήσουν για τις ανάγκες των ΑμεΑ, προτού αυτοί εμφανιστούν στη βιβλιοθήκη τους.

Οι βιβλιοθηκονόμοι συνήθως υιοθετούν μια από τις τρεις παρακάτω προσεγγίσεις όσον αφορά τον ρόλο της βιβλιοθήκης και τον δικό τους (Hernon & Calvert, 2006):

• Συνεργάζονται με το γραφείο υπηρεσιών για ΑμεΑ και προνοούν από κοινού για την εξυπηρέτηση των ΦμεΑ

• Αφήνουν το γραφείο υπηρεσιών για ΑμεΑ να αναλάβει τις κύριες αρμοδιότητες και ευθύνες. Παραδείγματος χάρη, ένα μέλος του προσωπικού της βιβλιοθήκης συνεργάζεται με αυτό το γραφείο χωρίς να είναι ενεργά εμπλεκόμενο ή δεσμευμένο.

• Το προσωπικό δεν αναλαμβάνει κανένα ρόλο ή ευθύνη πέρα από αυτές που επιβάλλει ο νόμος. Κάποιες μάλιστα βιβλιοθήκες δεν συμμορφώνονται ούτε με αυτές τις επιταγές του νόμου. Σε κάποιες βιβλιοθήκες, το προσωπικό τείνει να αποποιείται οποιαδήποτε ευθύνη για την εξυπηρέτηση των ΑμεΑ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι είναι κάτι πέρα από το πεδίο ελέγχου τους. Συχνά μάλιστα για να απαλλαχτούν από οποιαδήποτε ευθύνη, χρησιμοποιούν ως άλλοθι ότι το κτίριο τους είναι παλαιό και συνεπώς μη προσβάσιμο.

Επειδή όμως αυτή η αντίδραση δεν ωφελεί κανέναν, πρέπει να μάθουν να δρουν και να αναπτύξουν μια κουλτούρα συνειδητοποίησης της αναπηρίας. Πρέπει να πάψουν να αντιδρούν λέγοντας “Ω, αν ξέραμε πως θα ερχόσασταν, θα είχαμε κάνει κάτι για εσάς”. Δυστυχώς πολλές βιβλιοθήκες δεν ανησυχούν να εξυπηρετήσουν ένα ΑμεΑ μέχρι να προκύψει η ανάγκη. Παράδειγμα προς μίμηση αποτελεί το Κέντρο Μάθησης της Βιβλιοθήκης του UW‐Stout, όπου το προσωπικό έχει εγκαταστήσει υποστηρικτικό σταθμό που ικανοποιεί τις ανάγκες των ατόμων με αναπηρία όρασης και ακοής σχεδόν στο 80%‐ 90% των περιπτώσεων προνοώντας για όσο το δυνατόν περισσότερους χρήστες (Lugo, 2000).

Βέβαια δεν είναι πάντα ο κανόνας έτσι. Συνήθως οι υπηρεσίες π.χ. για Κωφά άτομα, αποτελούν πρωτοβουλία ενός καταρτισμένου και ενθουσιώδη βιβλιοθηκονόμου ή κάποιου άλλου άτομου μέσα στη βιβλιοθήκη. Πολλοί δε βιβλιοθηκονόμοι είναι ευαισθητοποιημένοι σε αυτά τα θέματα λόγω μιας προσωπικής εμπειρίας που είχαν με ΑμεΑ.

Επίσης, οι Clare Harris και Charles Oppenheim κατέγραψαν την ενημέρωση και συμμόρφωση 230 βιβλιοθηκονόμων που εργάζονταν σε εκπαιδευτικά κολέγια της Αγγλίας, της Σκωτίας και της Ουαλίας ως προς το νομοθέτημα SENDA του 2001 (Harris & Oppenheim, 2003). Παρόλο που το προσωπικό προσπαθούσε να βρει μεθόδους καλύτερης πρακτικής και προσβασιμότητας των υπηρεσιών τους, διαπιστώθηκε μεγάλη ποικιλία στο επίπεδο συμμόρφωσής του. Στη συνέχεια, σύμφωνα με άλλη έρευνα που διεξήχθη στις ΗΠΑ, μόνο το 50% των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκονόμων είναι θετικά προδιατεθειμένο προς τα ΑμεΑ. Μάλιστα από το ποσοστό αυτό οι γυναίκες και οι βιβλιοθηκονόμοι νεότερης ηλικίας (κάτω των 30) είναι εκείνοι που έχουν την καλύτερη στάση και νοοτροπία. Τις διαφορές στη νοοτροπία και τη συμπεριφορά των βιβλιοθηκονόμων επιβεβαιώνεται και από έρευνα μελέτησε τη στάση των βιβλιοθηκονόμων απέναντι στους χρήστες με αναπηρία (Wilhelmus, 1996).

Ενώ οι βιβλιοθηκονόμοι έχουν παρουσιάσει κάποια βελτίωση της συμπεριφοράς τους, παρόλα αυτά τα προβλήματα αντίληψης των πραγματικών δυνατοτήτων των ΑμεΑ και της αξίας του ορθού σχεδιασμού υπηρεσιών και του περιβάλλοντος χώρου παραμένουν. Είναι φυσικό οι αντιλήψεις των βιβλιοθηκονόμων να διαφέρουν από αυτές των ΑμεΑ μιας και οι δυο αυτές πλευρές δεν προσλαμβάνουν με τον ίδιο τρόπο τον περιβάλλοντα χώρο. Ωστόσο, το προσωπικό και η διοίκηση της βιβλιοθήκης πρέπει να μάθει να συμπεριλαμβάνει σε όλα τα στάδια τις ανάγκες των ΑμεΑ, καθώς επίσης να χειρίζονται τις ΥΤ ώστε να τις αποδίδουν με σαφήνεια και ευνόητο τρόπο σε άτομα που πιθανόν δεν έχουν τις ίδιες αντιληπτικές ικανότητες με τους άλλους χρήστες.


Σχέση των βιβλιοθηκονόμων με τις υποστηρικτικές τεχνολογίες

Η πλειονότητα των βιβλιοθηκονόμων δεν έχει επαρκή εμπειρία ή ενημέρωση για τις ΥΤ αλλά ούτε χρόνο να την αποκτήσουν. Σε πολλούς μάλιστα η προσπάθεια να παραμένουν ενημερωμένοι για τις ραγδαία εναλλασσόμενες τεχνολογίες, τους προκαλεί φόβο και κούραση. Η σκέψη ότι πρέπει να εξοικειωθούν με το εξειδικευμένο υλικό και λογισμικό που χρησιμοποιούν τα ΑμεΑ, τους φαίνεται ιδιαίτερα απαιτητική. Πέρα από την “πληροφοριακή υπερφόρτωση” (information overload), τους τρομάζει επίσης το γεγονός ότι πρέπει συνέχεια να παραμένουν ενημερωμένοι για κάθε νέα έκδοση πακέτων λογισμικού (upgrade fatigue syndrome). Ως αποτέλεσμα αντιμετωπίζουν τις ΥΤ ως ένα επιπλέον βάρος και δαπάνη, γι’ αυτό οι βιβλιοθήκες σπάνια ξοδεύουν για αυτές χρήματα από το γενικό προϋπολογισμό τους. Συνήθως η αγορά τους βασίζεται σε χορηγίες και δωρεές διότι θεωρούν τον υποστηρικτικό εξοπλισμό ως μια προστιθέμενη, συμπληρωματική και όχι βασική υπηρεσία. Η πλειονότητα δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη δαπάνη τεράστιων ποσών απλά για την εξυπηρέτηση μιας τόσο μικρής ομάδας χρηστών. Πόσο μάλλον σε κοινωνίες όπου τα επίπεδα αλφαβητισμού των ΑμεΑ είναι πολύ χαμηλά, υπάρχει ο φόβος ότι τέτοιες υπηρεσίες βιβλιοθηκών (π.χ. σταθμοί εργασίας εξοπλισμένοι με συνθέτη φωνής) δεν θα τις εκτιμήσουν ή δεν θα τις αντιληφθούν στο βαθμό που πρέπει τα ΑμεΑ.

Επειδή οι επιλογές είναι πάρα πολλές και οι βιβλιοθηκονόμοι δεν έχουν την τεχνική γνώση να επιλέξουν τον κατάλληλο εξοπλισμό, συχνά κολλάνε στην “τεχνολογική λάσπη” και παθαίνουν σύγχυση (technological paralysis). Δυσκολεύονται να λάβουν αποφάσεις για:

• Την αγορά μονόχρωμου ή έγχρωμου CCTV
• Τη χωρητικότητα της μνήμης και του σκληρού δίσκου για να τρέξουν οι ΥΤ, κ.ο.κ.

Το αποτέλεσμα είναι να τους διακατέχει τεχνοφοβία και φόβος για το άγνωστο, γι’ αυτό χρειάζεται εξοικείωση και εκπαίδευση τους όσον αφορά στις ΥΤ. Οι ΥΤ είναι ένα αχανές, συνεχώς εναλλασσόμενο πεδίο, όπου το να παραμένει ενημερωμένος ο βιβλιοθηκονόμος είναι μια διαδικασία που απαιτεί πλήρη απασχόληση, χρόνο αλλά και διάθεση. Γι’ αυτό, οι βιβλιοθηκονόμοι δεν πρέπει να δελεάζονται από τις αμέτρητες συσκευές που κατακλύζουν την αγορά, αλλά να φροντίζουν να ενσωματώνουν και να συνδυάζουν παράλληλα λύσεις υψηλής και χαμηλής τεχνολογικής στάθμης.

Σίγουρα για τον βιβλιοθηκονόμο είναι δύσκολο να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή ποια ΥΤ είναι η καταλληλότερη για το χώρο του και τις ανάγκες των χρηστών του. Παρόλο που υπάρχουν πολλές τεχνολογικές λύσεις διαθέσιμες, δεν είναι ευρέως γνωστές στους κύκλους των βιβλιοθηκών, διότι οι προμηθευτές‐εταιρείες δεν έχουν τα χρήματα να προωθούν τα προϊόντα τους σε ένα τόσο εξειδικευμένο κοινό, όπως οι βιβλιοθηκονόμοι. Αποτέλεσμα αυτής της δυσάρεστης κατάστασης είναι πολλοί βιβλιοθηκονόμοι να μην γνωρίζουν τον υποστηρικτικό εξοπλισμό που μπορεί να αλλάξει τη ζωή των ΑμεΑ.

Επιπλέον, οι βιβλιοθηκονόμοι συνήθως έχουν τρεις λανθασμένες εντυπώσεις για τις ΥΤ:

• Θεωρούν πως η τεχνολογία αυτή απευθύνεται μόνο σε μικρές ομάδες ανθρώπων και ότι είναι πολύ ακριβή

• Πιστεύουν πως η ενασχόληση με τις ΥΤ “ δεν είναι δική τους ευθύνη” ή ότι κάποιος άλλος είναι πιο καλά εκπαιδευμένος για να αναλάβει αυτή τη δουλειά

• Τέλος, θεωρούν πως η αγορά παλαιών και δυσκίνητων τεχνολογιών οδηγεί σε άχρηστο εξοπλισμό που μαζεύει μόνο σκόνη

Το 1999 οι David Johnson και Courtney Deines‐Jones ρώτησαν αρκετούς συναδέλφους που εργάζονταν σε ειδικές βιβλιοθήκες (μέλη του Special Library Association) για ποιο λόγο οι ΥΤ δεν αποτελούν υψηλή προτεραιότητα στη βιβλιοθήκη τους. Οι απαντήσεις που προέκυψαν έχουν ως εξής (Johnson & Deines‐Jones, 1999):

• Δεν χρειάζονται ΥΤ επειδή δεν εξυπηρετούν το γενικό κοινό
• Οι ΥΤ θα αποτελούν πολύ ακριβή πρόταση για τις ειδικές βιβλιοθήκες

Άλλες αντιδράσεις βιβλιοθηκονόμων σε ό,τι έχει να κάνει με τροποποιήσεις των βιβλιοθηκών τους προκειμένου να είναι προσβάσιμες, αναφέρουν πως (Wright & Davie, 1991):

• “Αυτό σημαίνει πως πρέπει να τροποποιήσουμε κάθε δωμάτιο και κάθε είσοδο της βιβλιοθήκης”

• “Πιθανότατα δεν μπορούμε να λάβουμε την απαιτούμενη χρηματοδότηση για αυτές τις τροποποιήσεις”

• “Δεν ξέρουμε από πού να λάβουμε βοήθεια για να ενημερωθούμε για την καθολική σχεδίαση”

• “Οι προσαρμογές για προσβασιμότητα θα καταστρέψουν την αισθητική της βιβλιοθήκης μας”

• Επειδή κάποιες ΥΤ είναι ακριβές, κάποιοι βιβλιοθηκονόμοι ανησυχούν ότι η παροχή προσβασιμότητας θα προκαλέσει περικοπή ή μείωση των άλλων υπηρεσιών τους.

Αν όμως οι βιβλιοθηκονόμοι ήταν περισσότερο ενημερωμένοι, θα γνώριζαν πως σε καμία περίπτωση δεν χρειάζεται όλες οι προσαρμογές να γίνουν μονομιάς. Άλλωστε καμία βιβλιοθήκη δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά και να επιτύχει ολική προσβασιμότητα. Γι’ αυτό καλό είναι το προσωπικό να ρωτάει τα ΑμεΑ ποιες τροποποιήσεις έχουν προτεραιότητα για αυτούς και να τις υλοποιεί σταδιακά.

Άλλη μια παγίδα στην οποία μπορεί να πέσουν οι βιβλιοθηκονόμοι είναι να υπερ‐ αγοράσουν ή να υπο‐αγοράσουν ΥΤ. Γι’ αυτό πριν από κάθε αγορά, πρέπει να μελετήσουν τη βιβλιογραφία, περιοδικά (π.χ. MacWorld, PC Magazine) και ειδικούς στο χώρο των ΥΤ. Επίσης, μπορούν να επισκεφτούν τοπικoύς προμηθευτές υπολογιστών, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη ότι οι προμηθευτές αυτοί δεν διαθέτουν όλες τις τελευταίες ΥΤ. Άλλη λύση είναι να επικοινωνήσουν με ομάδες γονέων ή καταναλωτών, με κέντρα ανεξάρτητης διαβίωσης, με υπηρεσίες και οργανισμούς αναπηρίας, με δημόσια σχολεία, πανεπιστημιακές υπηρεσίες που απευθύνονται σε ΑμεΑ, καθηγητές‐γνώστες των ΥΤ, ομάδες χρηστών, φίλους και γείτονες, εφημερίδες (που έχουν συχνά άρθρα για ΥΤ και διαφημίσεις προϊόντων) και newsletters για αναπηρίες. Βέβαια με όλη αυτή την εισροή πληροφοριών, είναι πολύ πιθανό ο βιβλιοθηκονόμος να μπερδευτεί. Για να μη συμβεί κάτι τέτοιο, πρέπει να λάβει υπόψη ότι οι τεχνολογικές αποφάσεις είναι προσωπικές. Δεν υπάρχει ο “καλύτερος υπολογιστής” ή το “καλύτερο λογισμικό”, υπάρχουν μόνο εργαλεία τα οποία δουλεύουν καλά ανάλογα με τις εκάστοτε περιστάσεις. Γι’ αυτό ο βιβλιοθηκονόμος πρέπει να έχει χρόνο να μελετήσει όσα βρήκε, διάβασε, άκουσε και να αναζητήσει επιπρόσθετες πληροφορίες από τις παραπάνω χρήσιμες πηγές.

Επίσης, το πιο σημαντικό που πρέπει να θυμάται, είναι ότι ακόμη και η ακριβότερη τεχνολογία είναι άχρηστη αν ο ίδιος ο βιβλιοθηκονόμος δεν είναι πρόθυμος να βοηθήσει το χρήστη να μάθει να τη χρησιμοποιεί. Όσο συγκλονιστική και αν είναι η τεχνολογία, τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει ένα φιλικό και επιδέξιο βιβλιοθηκονόμο. Το να εστιάσει μια βιβλιοθήκη μόνο στην τεχνολογία και να αγνοήσει τον ανθρώπινο παράγοντα εγγυάται σχεδόν την αποτυχία. Η τεχνολογία συνεχίζει να διακηρύσσεται ως ο μεγάλος σωτήρας των βιβλιοθηκών στο μέλλον αλλά δεν εκπλήσσει κανέναν, ιδιαίτερα τους βιβλιοθηκονόμους, ότι η τεχνολογία δεν λύνει πάντοτε τα προβλήματα προσβασιμότητας. Γι’ αυτό το προσωπικό χρειάζεται όχι μόνο εκπαίδευση πάνω στον υποστηρικτικό εξοπλισμό, αλλά και να μάθει να συναναστρέφεται και να επικοινωνεί με ευαισθησία με τους χρήστες με αναπηρία. Αυτό που χρειάζεται το άτομο με την αναπηρία από τη βιβλιοθήκη δεν είναι πρωταρχικά μια λύση υψηλής τεχνολογικής στάθμης αλλά μια αξιοπρεπή συμπεριφορά. Είναι πολύ πιθανό μια βιβλιοθήκη να κτίσει το πιο τέλειο σύστημα ΥΤ αλλά να μην την επισκέπτεται κανένας χρήστης και όλος αυτός ο εξοπλισμός να καταλήγει άχρηστος.

Οι βιβλιοθηκονόμοι πρέπει να θεωρήσουν τις ΥΤ και γενικότερα την προσβασιμότητα για τα ΑμεΑ “μια εξαιρετική πρόκληση” παρά ως μια αναγκαστική και πολύπλοκη ή δαπανηρή υπόθεση.


Εκπαίδευση χρηστών με αναπηρία από τους βιβλιοθηκονόμους

Μια βιβλιοθήκη μπορεί να παρέχει στους χρήστες της με αναπηρία εξατομικευμένη (individualized training) ή ομαδική εκπαίδευση (group training). Η εξατομικευμένη επιτρέπει στο χρήστη να προοδεύει με το δικό του ρυθμό, έχοντας όσο χρόνο θέλει για να νιώσει άνετα με τον εξοπλισμό και ορίζοντας τις ώρες εκπαίδευσης που τον βολεύουν. Από την άλλη, η ομαδική εκπαίδευση μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική όταν έχει να κάνει με τηλεπικοινωνίες, τον Παγκόσμιο Ιστό, το e‐mail, κτλ. Αν και μετά από μια ομαδική εκπαίδευση, οι χρήστες χρειάζονται εκπαίδευση σε μεγαλύτερο βάθος, τότε μπορούν να κλείσουν συνάντηση για μια εξατομικευμένη. Και στις δυο περιπτώσεις πάντως είναι σημαντικό να ξέρει το προσωπικό τι περιμένει ο χρήστης από την εκπαίδευση και την τεχνολογία. Κάποιοι χρήστες δεν έχουν ρεαλιστικές προσδοκίες για το τι μπορεί να κάνει η εκπαίδευση και η τεχνολογία, γι’ αυτό ο βιβλιοθηκονόμος πρέπει να είναι ρεαλιστικός και να βγάζει τον χρήστη από πιθανή παραπληροφόρηση. Τέλος, κατά τη μάθηση χρήσης νέων τεχνολογιών, ο χρήστης πρέπει να περιμένει πάντα το απροσδόκητο γι’ αυτό πάντα η αίσθηση του χιούμορ βοηθά όταν προκύπτουν αναπάντεχα π.χ. τεχνικά προβλήματα.

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως κατά τη διαδικασία της εκπαίδευσης επί των ΥΤ όλα κυλάνε ομαλά καθώς πάντα προκύπτει μια τεχνολογική αποτυχία (technology failure). Ωστόσο αυτή η αποτυχία μπορεί να αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της μαθησιακής διαδικασίας διότι με αυτό τον τρόπο οι χρήστες αρχίζουν να καταλαβαίνουν πως οι ΥΤ δεν έχουν ακόμη προσεγγίσει την τελειότητα και πως χρειάζεται πάντα υπομονή κατά τη χρήση τους. Την αγωνία αυτή των χρηστών σχετικά με τους υπολογιστές και την τεχνοφοβία που μπορεί να τους προκαλούν οι ΥΤ, ο βιβλιοθηκονόμος πρέπει να την κατανοεί και να την απαλύνει.

Το περιεχόμενο της εκπαίδευσης πρέπει να ποικίλλει κατά πολύ ανά περίπτωση και ανάλογα με τις μεταβλητές που υπάρχουν, π.χ. οι άνθρωποι και οι αναπηρίες τους, η ποικιλία υποστηρικτικού εξοπλισμού και λογισμικού, οι συχνές αλλαγές και αναβαθμίσεις των φυλλομετρητών, κ.ο.κ. Μια άλλη μεταβλητή σίγουρα είναι το είδος της εκπαίδευσης που προτιμούν τα ίδια τα ΑμεΑ. Παραδείγματος χάρη στο πλαίσιο μιας έρευνας πολλοί συμμετέχοντες με αναπηρία δήλωσαν ότι προτιμούν την one‐on‐one εκπαίδευση. 

Καλό είναι ο βιβλιοθηκονόμος, προκειμένου να βοηθήσει τους χρήστες να βρουν τις πληροφορίες που χρειάζονται, να διεξάγει μια συνέντευξη με το χρήστη, που θα τον βοηθά να καταλάβει τους στόχους και τις επιδιώξεις του π.χ. ποια είναι η αναπηρία του, ποια ΥΤ είναι η καταλληλότερη για αυτόν, τι πρέπει να μάθει ο χρήστης για αυτή την τεχνολογία μιας και πολλοί χρήστες γνωρίζουν πολλά για υπολογιστές αλλά δεν είναι εξοικειωμένοι με τις ΥΤ.