Creativity

Innovation

Originality

Imagination

 

Salient

Salient is an excellent design with a fresh approach for the ever-changing Web. Integrated with Gantry 5, it is infinitely customizable, incredibly powerful, and remarkably simple.

Download

Διδακτορική διατριβή τής Άννας Κουλικούρδη με θέμα «Πληροφοριακή Συμπεριφορά των Ατόμων με Αναπηρία (ΑμεΑ) και οι Υποστηρικτικές Τεχνολογίες σε Περιβάλλον Βιβλιοθηκών». Όγδοο μέρος (Κεφάλαιο τέταρτο: Πληροφοριακή Συμπεριφορά των ΑμεΑ - Άτομα με Αισθητηριακές Αναπηρίες Όρασης) - Γενικά, Εκπαίδευση των Ατόμων με Αναπηρία Όρασης, Άτομα με Αναπηρία Όρασης & η Σχέση τους με την Ανάγνωση, Άτομα με Αναπηρία Όρασης & Braille, Πληροφοριακές Ανάγκες & Πηγές Πληροφόρησης, Υλικό.

Άτομα με Αισθητηριακές Αναπηρίες Όρασης

Στο κεφάλαιο αυτό μελετάται η ομάδα των ατόμων με αισθητηριακές αναπηρίες όρασης (τυφλοί και αμβλύωπες με χαμηλή όραση), η οποία έχει απασχολήσει ως επί το πλείστον τη βιβλιοθηκονομική κοινότητα και βιβλιογραφία, μιας και η ανάγνωση απαιτεί πρωταρχικά την αίσθηση της όρασης. Αναλυτικότερα, εξετάζεται το εκπαιδευτικό υπόβαθρό τους, η σχέση τους με το βιβλίο και τις βιβλιοθήκες, το υλικό που χρησιμοποιούν αλλά και η αλληλεπίδρασή τους με τις on‐line τεχνολογίες.

• Γενικά
• Εκπαίδευση των Ατόμων με Αναπηρία Όρασης
• Άτομα με Αναπηρία Όρασης & η Σχέση τους με την Ανάγνωση
• Άτομα με Αναπηρία Όρασης & Braille
• Πληροφοριακές Ανάγκες & Πηγές Πληροφόρησης
• Υλικό
• Σχέση των Ατόμων με Αναπηρία Όρασης & των Βιβλιοθηκών
• Εμπειρίες & Μαρτυρίες Χρηστών με Αναπηρία Όρασης
• On‐line Τεχνολογίες


Γενικά

Ο όρος οπτική αναπηρία (visual impairment) είναι ευρύς διότι περιλαμβάνει άτομα με τύφλωση (blindness), αμβλυωπία, δαλτωνισμό, καταρράκτη, σωληνοειδές οπτικό πεδίο, εμβαλωματική όραση, περιφερειακή τύφλωση, φλοιώδη τύφλωση, περιορισμό οπτικού πεδίου, άτομα που δεν μπορούν να διαβάσουν το κανονικό έντυπο και άλλες ποικίλες καταστάσεις. Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία (Ν.958/1979) τυφλό νοείται κάθε άτομο του οποίου η οπτική οξύτητα είναι μικρότερη από το 1/20 της φυσιολογικής στον οφθαλμό που βλέπει καλύτερα και με την καλύτερη δυνατή διόρθωση. Επίσης, τυφλό θεωρείται κάθε άτομο που, αν και μπορεί να παρουσιάζει ικανοποιητική οπτική οξύτητα, η περιφερειακή του όραση είναι περιορισμένη στις 10 μοίρες κεντρικά ή λιγότερο.

Κάθε μέρα εκατό άνθρωποι αρχίζουν να χάνουν την όρασή τους. Ένας στους δώδεκα από εμάς θα τυφλωθεί ή θα χάσει μερική από την όρασή του μόλις φτάσει την ηλικία των 60 ετών. Αυτός ο αριθμός αυξάνει από 1 στους 6 από τη στιγμή που ο άνθρωπος αγγίζει τα 75 καθώς οι αναπηρίες όρασης αναπτύσσονται με την αύξηση της ηλικίας. Γι’ αυτό η γεροντική τύφλωση αποτελεί την πιο συνηθισμένη αιτία απώλειας της ικανότητας ανάγνωσης του έντυπου υλικού. Επίσης, ο δείκτης τύφλωσης στην Αφρική είναι 10 φορές μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο δείκτη της Ευρώπης. Σήμερα περίπου το 5% των ατόμων με σοβαρή αναπηρία όρασης είναι ηλικίας κάτω των 16 ετών ενώ το 70% άνω των 65.

Στην πραγματικότητα, μόνο το 18% των τυφλών ανθρώπων είναι ολοκληρωτικά τυφλοί ενώ οι υπόλοιποι μπορούν να ξεχωρίζουν μεταξύ του σκοτεινού και του ανοιχτόχρωμου. Παραδείγματος χάρη, τα άτομα με σοβαρές μορφές καταρράκτη μπορούν να διακρίνουν το φως και τις έντονες χρωματικές αντιθέσεις αλλά δεν μπορούν να διαβάζουν έντυπα. Επίσης, κάποιος με περιορισμό οπτικού πεδίου, μπορεί να είναι ικανός να δει μια μικρή περιοχή μιας έντυπης σελίδας αλλά να μη μπορεί να δει ένα λεωφορείο να πλησιάζει προς το μέρος του. Γι’ αυτό ο βιβλιοθηκονόμος δεν πρέπει να συμπεραίνει αυτόματα πως όταν ο χρήστης έχει αναπηρία όρασης, δεν μπορεί να διαβάσει απαραίτητα και την έντυπη πληροφορία.

Τα τυφλά άτομα κατηγοριοποιούνται σε εκείνα που γεννήθηκαν τυφλά (και συνεπώς έχουν μάθει το braille στα πρώτα χρόνια της ζωής τους) και σε εκείνα που τυφλώθηκαν αργότερα. Για τους δεύτερους η κατάσταση είναι πολύ πιο δύσκολη διότι πρέπει να κάνουν απίστευτες προσπάθειες μέχρι να προσαρμοστούν και να ξανακερδίσουν την ανεξαρτησία τους. Διαπιστώνεται πως αντί για μια ομοιογενή ομάδα, έχουμε να κάνουμε με μια ποικιλία ανθρώπων με τελείως διαφορετικά υπόβαθρα, εμπειρίες, προσωπικότητες και ικανότητες, όπου ο μόνος παράγοντας που τους συνδέει είναι η αναπηρία.

Λόγω της ανομοιογένειας αυτής, οι αναπηρίες όρασης παρουσιάζουν μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις προσβασιμότητας. Και με τον όρο “προσβασιμότητα”, εννοούμε πολλά περισσότερα από το να γνωρίζει ο χρήστης τη θέση του βιβλίου και να το εντοπίσει. Σίγουρα η φυσική προσβασιμότητα αποτελεί προϋπόθεση της περαιτέρω προσβασιμότητας στην ίδια την πληροφορία (του βιβλίου, του μαθήματος, κτλ) (Κανελλοπούλου‐Μπότη, 2006). Ωστόσο, η προσβασιμότητα έχει να κάνει επιπλέον με την ικανότητα του χρήστη να πάρει την πρωτοβουλία να αναζητήσει, να ελέγξει τα αποτελέσματα, να δανειστεί υλικό χωρίς να στηρίζεται σε μεσολαβητές, κ.ο.κ. Επίσης, η προσβασιμότητα δεν είναι μονοδιάστατα ωφέλιμη για τα άτομα με αναπηρία όρασης και τα ΑμεΑ γενικότερα αλλά και για όλους τους πολίτες ανεξαρτήτως ηλικίας, διαστάσεων και ικανότητας.


Εκπαίδευση των Ατόμων με Αναπηρία Όρασης

Σύμφωνα με τον Ν. 3699/2008 (ΦΕΚ 199/Α’/2.10.2008) είναι υποχρεωτική η παροχή ΕΑΕ στα σχολεία Προσχολικής, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ως επίσημη γραφή των τυφλών μαθητών αναγνωρίζεται η γραφή braille. Επίσης, στο ΥΠΕΠΘ συνιστάται Επιτροπή‐Συλλογικό Όργανο Διοίκησης με την επωνυμία Εθνικός Φορέας Πιστοποίησης της Επαρκούς Γνώσης της Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας και της Γραφής braille, όπου μια από τις αρμοδιότητές της είναι η αξιολόγηση όλων των εκπαιδευτικών υλικών που παράγονται στη γραφή braille, πριν την ενσωμάτωσή τους στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Αντιθέτως, στο παρελθόν ειδικά σχολεία υπήρχαν μόνο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Οι μαθητές του γυμνασίου και λυκείου πήγαιναν στα κοινά σχολεία για βλέποντες και φοιτούσαν στις συνηθισμένες δομές της γενικής εκπαίδευσης. Έτσι η δευτεροβάθμια εκπαίδευση τέλειωνε με τις όποιες δυσκολίες και από εκεί και πέρα ήταν στην επιλογή του καθενός να ακολουθήσει κάποια πανεπιστημιακή σχολή. Συνήθως προτιμούνταν οι θεωρητικές κατευθύνσεις για τον λόγο ότι τα άλλα τμήματα παρουσιάζουν ειδικές δυσκολίες, όπως παραδείγματος χάρη η σχολή της ιατρικής.

Μεταβαίνοντας στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, έχει σημειωθεί βελτίωση από τότε που οι τυφλοί φοιτητές έπαιρναν τα βιβλία τους καθυστερημένα, με αποτέλεσμα να περιμένουν έως και τρεις μήνες για να τα μεταγράψει το ΚΕΑΤ (Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών) και πολλές φορές να χάνουν ακόμη και τις εξετάσεις. Συνήθως τα βιβλία έβγαιναν μόλις ένα μήνα πριν από την εξεταστική και στη συνέχεια οι φοιτητές ήταν αναγκασμένοι να τα πηγαίνουν στα τυπογραφεία του ΚΕΑΤ και να τα μεταγράφουν σε κασέτες ή braille. Η διαδικασία αυτή μπορούσε να κρατήσει 3‐4 μήνες γιατί στο ΚΕΑΤ τυπώνονταν βιβλία braille για όλη την εκπαίδευση. Πολλές φορές το Κέντρο, εξαιτίας του μεγάλου φόρτου εργασίας, τύπωνε λιγότερα βιβλία ή έδινε προτεραιότητα στους φοιτητές της επαρχίας. Ανυπέρβλητα εμπόδια συναντούσαν όμως οι τυφλοί φοιτητές των πανεπιστημίων και στις παραδόσεις των μαθημάτων, όταν έπρεπε να κρατούν σημειώσεις (Χαραλαμπάκης, 2003).

Σήμερα αρκετοί φοιτητές με αναπηρία όρασης χρησιμοποιούν αυξητικά ΥΤ και ηλεκτρονικά βιβλία καθώς επίσης σε πολλές περιπτώσεις την όλη διαδικασία (από το να ληφθεί το βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή μέχρι να παραχθεί σε προσβάσιμη μορφή και να παραδοθεί στο φοιτητή) την κάνει το ίδιο το πανεπιστήμιο.


Άτομα με Αναπηρία Όρασης & η Σχέση τους με την Ανάγνωση

Η σημασία της ανάγνωσης και του βιβλίου για τα άτομα με αναπηρία όρασης αποτυπώνεται με τον καλύτερο τρόπο στη φράση του Luis Braille, ο οποίος είχε πει κάποτε στον πατέρα του πως “χωρίς βιβλία, ο τυφλός δεν μπορεί ποτέ πραγματικά να μάθει” (Χιουρέα, 1998). Ο τυφλός όσο περισσότερο απασχολεί το πνεύμα του, τόσο περισσότερο απαλλάσσεται από την αναπηρία του.

Δυστυχώς οι φοιτητές με αναπηρία όρασης πλήττονται αρκετά από τη δυσκολία πρόσβασης όχι μόνο στο χώρο αλλά και στη μάθηση (εργαστήρια, Η/Υ, βιβλιοθήκες). Η συμβολή των βιβλίων για αυτούς είναι αναμφισβήτητη, όμως τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν, τα αποθαρρύνουν από το να αγαπήσουν την ανάγνωση και να την κατατάξουν στις αγαπημένες δραστηριότητές τους. Οι δάσκαλοι των παιδιών προσχολικής ηλικίας με αναπηρία όρασης βλέπουν πως λίγα αγαπούν την ανάγνωση, ενώ τα περισσότερα “κοιμούνται” με τα βιβλία τους και ζητούν επίμονα από άλλους να τους διαβάσουν (MacComiskey, 1996). Δεν βιώνουν αρκετά τη διασκέδαση και τον ενθουσιασμό της ανάγνωσης που θα τα βοηθήσει να χτίσουν ένα σταθερό περιβάλλον αλφαβητισμού. Μπορούν όμως να υποκινηθούν και να θελήσουν να διαβάσουν, εάν τα άτομα του στενού οικογενειακού τους περιβάλλοντος έχουν αναπτύξει μια υγιή στάση για την ανάγνωση, μια διαδικασία που για μερικά παιδιά μπορεί να πάρει αρκετό χρόνο (Παπαδόπουλος, 2005). Είναι πολύ σημαντικό αυτή η διαδικασία να λαμβάνει χώρα πολύ νωρίς και ο τυφλός, πριν τυφλωθεί, να έχει επαφή με το βιβλίο, διότι για να μπορεί κανείς να εντοπίσει κάτι, πρέπει να έχει προηγούμενη εμπειρία του ίδιου του αντικειμένου. Είναι πολύ πιο δύσκολο να ερμηνεύσει την εικόνα ενός αντικειμένου, αν δεν έχει προηγούμενη εμπειρία της, είτε αυτή η εικόνα είναι βιβλίο, είτε φωτογραφία, σχέδιο ή πίνακας.

Πρέπει σε κάθε περίπτωση να αναπτύσσεται ένα ενθαρρυντικό περιβάλλον στο σπίτι, στη βιβλιοθήκη, κ.ο.κ. που να τονώνει την επιθυμία του παιδιού με αναπηρία για διάβασμα. Τα παιδιά που διαβάζουν στο σπίτι τους συνήθως είναι πιο καλοί αναγνώστες, γράφουν καλύτερα, έχουν καλύτερο λεξιλόγιο και συνήθως ανακαλύπτουν συγκεκριμένες θεματικές περιοχές που τους ενδιαφέρουν, όπως επιστήμη ή ιστορία (Cooper, 2005). Επίσης, η τακτική μεγαλόφωνη ανάγνωση σε ένα παιδί από τη νηπιακή ακόμη ηλικία αποτελεί το σημαντικότερο παράγοντα για τη δημιουργία μιας βάσης για την ευχαρίστηση και την επιτυχία κατά την ανάγνωση. Μέσω της μεγαλόφωνης ανάγνωσης το παιδί ανακαλύπτει ότι τα βιβλία είναι διασκεδαστικά, κατανοεί ότι η ιστορία που ακούει προέρχεται από το έντυπο υλικό και ακούει τη “γλώσσα των βιβλίων”. Μάλιστα τα παιδιά καταλαβαίνουν καλύτερα το νόημα του κειμένου όταν τους διαβάζει μια οικεία φωνή παρά μια άγνωστη. Για τους παραπάνω λόγους πολλές βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία έχουν συχνά “read aloud” ενότητες για παιδιά στο πλαίσιο λειτουργίας τους.


Άτομα με Αναπηρία Όρασης & Braille

Στη συνέχεια, προκειμένου να μελετηθεί περαιτέρω η σχέση των ατόμων με αναπηρία όρασης με το διάβασμα, κρίνεται σκόπιμο να γίνει αναφορά στο σύστημα braille ως πρωταρχικό μέσο ανάγνωσης, γραφής και εκπαίδευσης των τυφλών παιδιών, καθώς από εδώ και πέρα θα γίνεται συχνή αναφορά στους αναγνώστες braille.

Η άνετη εκμάθηση του braille είναι μια χρονοβόρα και σύνθετη διαδικασία. Για να διαβάσει κανείς braille, πρέπει να έχει αναπτύξει μια καλή αίσθηση της αφής, κάτι συνήθως δύσκολο για τους ηλικιωμένους. Το braille είναι ευκολότερο να το μάθει κανείς όταν είναι νέος καθώς η ευαισθησία στα δάχτυλα και τα επίπεδα συγκέντρωσης είναι σε αρμονία με τη μάθηση. Υπάρχουν οι επιδέξιοι αναγνώστες braille, οι γρήγοροι δηλαδή απτικοί αναγνώστες και εκείνοι που γνωρίζουν braille σε επίπεδο ανάγνωσης ετικετών, επιγραφών αλλά όχι βιβλίων, γι’ αυτό και προτιμούν τη μεγαλογράμματη γραφή ή την κασέτα. Βέβαια με τα συστήματα μετατροπής κειμένου σε ομιλία και τα ψηφιακά ακουστικά βιβλία, η πρόσβαση στο έντυπο και ηλεκτρονικό περιεχόμενο έχει αλλάξει δραστικά τα δεδομένα αλλά παρόλα αυτά το braille παραμένει ζωτικής σημασίας για όσους μπορούν να το διαβάσουν.

Με το χαρακτηρισμό ικανών και μη αναγνωστών braille, ο βιβλιοθηκονόμος θα διερωτάται ποια είναι η ταχύτητα ανάγνωσης ενός βιβλίου braille που τους διακρίνει σε επιδέξιους και μη και γιατί τα άτομα με αναπηρία όρασης δεν διαβάζουν πολλά βιβλία. Μερικοί αναγνώστες είναι ικανοί να διαβάζουν με το ένα χέρι περίπου 125 λέξεις το λεπτό ενώ εκείνοι που διαβάζουν και με τα δυο χέρια, μπορούν να διπλασιάσουν αυτή την ταχύτητα στις 250 λέξεις το λεπτό (η ταχύτητα αυτή ανάγνωσης αντιστοιχεί στο εξάστιγμο braille, πρώτη βαθμίδα). Γενικά, ο μέσος όρος ανάγνωσης υπολογίζεται ότι είναι περίπου 104 λέξεις το λεπτό (Χιουρέα, 1998) και η ταχύτητα ανάγνωσης του ελληνικού braille είναι 4 φορές μικρότερη από την αντίστοιχη των βλεπόντων. Ακόμη και στην ανάγνωση για ψυχαγωγικούς σκοπούς, ο μεγάλος χρόνος που καταναλώνεται λειτουργεί τις περισσότερες φορές αποτρεπτικά, γι’ αυτό και πολλές ομάδες πληθυσμού, όπως τυφλοί μαθητές ή εργαζόμενοι, που πρέπει να διαβάζουν καθημερινά ένα μεγάλο όγκο αναγνωσμάτων, δεν καλύπτονται από αυτή την ταχύτητα.

Τα άτομα με αναπηρία όρασης προκειμένου να διαβάσουν ένα βιβλίο braille κινούν τα δάχτυλά τους με ανιχνευτικές, σειριακές δαχτυλικές κινήσεις πάνω στα γράμματα, συμμετέχοντας σε μια ενεργητική απτική εξερεύνηση. Φυσικά δεν μπορούν να ανακτήσουν την ίδια ποσότητα πληροφοριών που μπορεί να ανακτήσει κανείς μέσω της οπτικής ανάγνωσης. Συνεπώς, η ανάγνωση ενός βιβλίου είναι αργή επειδή η αντίληψη του σχήματος με την αφή (απτική οξύτητα) είναι μικρή, λιγότερο ακριβής και απαιτεί περισσότερο χρόνο από ότι η αντίληψη μέσω της όρασης (Παπαδόπουλος, 2005). Επίσης, ο χρήστης μπορεί να δυσκολεύεται να αλλάζει γρήγορα τις σελίδες του βιβλίου.

Όλοι οι παραπάνω λόγοι έρχονται να επιβεβαιώσουν τις διαπιστώσεις του Josephson ο οποίος μελέτησε τις δραστηριότητες τυφλών ενηλίκων στον ελεύθερο χρόνο τους, ότι δηλαδή η ανάγνωση βιβλίων braille σπάνια αποτελεί ευχάριστη δραστηριότητα (Josephson, 1961). Γι’ αυτό στρέφονται σε άλλα μέσα, όπως κασέτες και ανάγνωση κειμένου μέσω του λογισμικού ανάγνωσης οθόνης συνοδευόμενου από σύστημα μετατροπής κειμένου σε ομιλία, κ.ά. Κάποιοι άλλοι μάλιστα προτιμούν την παθητική αποδοχή πληροφοριών, ακούγοντας τηλεόραση ή ραδιόφωνο. Ο Josephson επίσης αναφέρει πως πολλοί τυφλοί αναγνώστες καταλήγουν να διαβάζουν βιβλία braille όταν δεν υπάρχει πια κανένα άλλο εναλλακτικό μέσο για να αποκτήσουν την πληροφορία που θέλουν.

Πέρα όμως από την ταχύτητα, τα άτομα με αναπηρία όρασης δεν μπορούν να εξετάζουν ένα βιβλίο ταυτόχρονα και αποσπασματικά. Για παράδειγμα, δεν μπορούν με ευκολία να επιλέξουν διάφορα τμήματα του βιβλίου, ούτε να εντοπίσουν συγκεκριμένα σημεία χωρίς να απαιτείται η ολική ψηλάφησή του. Έτσι τα άτομα με οπτική εξασθένιση δεν έχουν την ευκαιρία για τυχαία ανάγνωση σε αντίθεση με τις πολλαπλές ευκαιρίες των βλεπόντων. Δεν μπορούν να συγκρίνουν βιβλία με ευκολία και ταχύτητα (η αφή υστερεί πολύ σε αυτόν τον τομέα) όταν βρίσκονται στο χώρο μιας βιβλιοθήκης ώστε να επιλέξουν το καταλληλότερο για τις ανάγκες τους. Έτσι μπορεί να κάνουν λανθασμένες επιλογές και να σπαταλούν αρκετό χρόνο ψηλαφώντας πλειάδα βιβλίων μιας και είναι αδύνατον να ψηλαφήσουν όλα τα αντικείμενα του χώρου και συγκεκριμένα όλο το υλικό μιας βιβλιοθήκης.

Επίσης, ο βιβλιοθηκονόμος δεν πρέπει να απορεί για το πόσες ώρες διαβάζει ένας τυφλός μερικές σελίδες ενός βιβλίου braille. Ο συνολικός χρόνος ανάγνωσης των αργών αναγνωστών περιλαμβάνει ένα μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν πραγματοποιείται ανάγνωση. Συχνά παραστρατίζουν από τη γραμμή ανάγνωσης και σπαταλούν πολύτιμο χρόνο για να συνεχίσουν από το σημείο που είχαν σταματήσει. Συγκεκριμένα ένας μέσος όρος 7% του συνολικού χρόνου ανάγνωσης καταναλώνεται στον επαναπροσδιορισμό των άκρων της νέας γραμμής και στην προσπάθεια να προσανατολιστούν χωρικά (Eatman, 1942). Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να μαθαίνουν να χειρίζονται σωστά ένα βιβλίο, όσον αφορά τον εντοπισμό των χωρικών σχέσεων (πάνω‐κάτω, αριστερά‐δεξιά), την κατεύθυνση της ανάγνωσης, κ.ά.

Για όλους τους παραπάνω αποτρεπτικούς λόγους, τα άτομα με αναπηρία όρασης έχουν περιορισμένη εμπειρία με τα βιβλία. Η γνώση των παιδιών για τη μορφή των βιβλίων και τον τρόπο χειρισμού τους είναι μια βασική επιδεξιότητα που πρέπει να αποκτούν πριν ξεκινήσει η διδασκαλία της ανάγνωσης και που μπορεί να επιτευχθεί με επισκέψεις και γνωριμία με βιβλιοθήκες, όπου θα έρθουν σε επαφή με βιβλία διαφορετικών μεγεθών και μορφών.


Πληροφοριακές Ανάγκες & Πηγές Πληροφόρησης

Είναι σαφές ότι οι πληροφοριακές ανάγκες της σημερινής γενιάς των ατόμων με αναπηρία όρασης είναι πολύ διαφορετικές από αυτές των προηγούμενων γενεών. Σήμερα τα άτομα αυτά θέλουν να έχουν πρόσβαση στη γνώση, σε όλες τις περιοχές εκμάθησης και στο ίδιο επίπεδο με τους βλέποντες συνομήλικούς τους. Η άποψη ότι θα είναι πάντα ανίσχυρα και εξαρτώμενα άτομα έχει πλέον καταδικαστεί ανεπιφύλακτα.

Χωρίς καμία έκπληξη, οι αναπηρίες και οι τρόποι αντιμετώπισής τους αποτελούν τα ζητήματα‐κλειδιά για τα οποία θέλουν να πληροφορηθούν τα άτομα με αναπηρία όρασης διότι, κατά τα άλλα, οι καθημερινές πληροφοριακές ανάγκες τους είναι σχεδόν παρόμοιες με αυτές των άλλων ανθρώπων. Η υγεία και το εισόδημα είναι επίσης από τα πιο σημαντικά ζητήματα που τους ενδιαφέρουν (Williamson et al., 2001). Απαιτούν πληροφορίες για την αποκατάσταση, την εκπαίδευση, τις ευκαιρίες εργοδοσίας, τις τεχνικές βοήθειες, τον υποστηρικτικό εξοπλισμό, την πρόσβαση σε πόρους της βιβλιοθήκης, κ.ά. Έχουν ερωτήματα για την ιστορία, τη μαγειρική, τον καιρό, τις ιατρικές και κοινωνικές πλευρές των οπτικών διαταραχών, τις κυβερνητικές πληροφορίες (π.χ. εκλογές), τα ταξίδια και την εργασία. Βέβαια την πληροφοριακή τους συμπεριφορά φαίνεται να επηρεάζει και να κατευθύνει κατά πολύ η οικονομική τους κατάσταση, διότι ένα μεγάλο τμήμα των ατόμων με αναπηρία όρασης σε όλο τον κόσμο τυγχάνει να είναι από τα πιο φτωχά στην κοινωνία (Newell, 1994).

Ως προς τις πηγές πληροφόρησης, κατά παράδοση, την πρόσβασή τους στο έντυπο υλικό τους την παρέχει συνήθως κάποιο οικογενειακό μέλος, βοηθός ή οργανισμός. Η απλή ανάγνωση μιας εφημερίδας μπορεί να είναι ένα μεγάλο τόλμημα ή το να περιμένουν πότε ένα οικογενειακό μέλος, φίλος ή αναγνώστης επί πληρωμή θα είναι διαθέσιμος για την επόμενη συνάντηση, θέλει πολλή υπομονή. Το ραδιόφωνο αποτελεί επίσης σημαντική πηγή πληροφορίας (Nussbaum et al., 1989), παρόλο που μειονεκτεί διότι απαιτεί από τους ακροατές να περιμένουν την πληροφορία να φτάσει σε εκείνους. Πέρα από το ραδιόφωνο, οι κασέτες και το τηλέφωνο αποτελούν επιπλέον βασικά μέσα πρόσβασής τους στην πληροφορία.

Σε άλλη έρευνα για τις πηγές πληροφόρησης, το 85% των ατόμων με αναπηρία όρασης ιεραρχεί την επικοινωνία πρόσωπο με πρόσωπο ως τον πρωταρχικό τρόπο ανάκτησης της πληροφορίας. Το 64% προτιμά την τηλεόραση, το 63% το ραδιόφωνο και το 41% τα τοπικά περιοδικά και εφημερίδες. Επιπρόσθετα, το 13% ιεραρχεί τις κασέτες ή τα ομιλούντα βιβλία ως σημαντικές πηγές, το 7% προτιμά τις ομιλούσες εφημερίδες και μόνο το 1% επιλέγει τα βιβλία braille (Hopkins, 2002). Σε άλλη έρευνα χρηστών με τύφλωση και χαμηλή όραση, το 68% δήλωσε πως διαβάζει περισσότερο αφότου τυφλώθηκε, γεγονός που διαπιστώνεται στη βιβλιογραφία (Chartres, 1998). Το γεγονός ότι διαβάζουν περισσότερο μετά την εμφάνιση της οπτικής αναπηρίας, το 67% το αποδίδει στον ελεύθερο χρόνο που έχει και το 14% στο ότι η ανάγνωση αποτέλεσε ένα νέο ενδιαφέρον που απέκτησε λόγω της αναπηρίας.

Είναι λανθασμένη η αντίληψη που πιθανότατα έχει ο βιβλιοθηκονόμος ότι με την αναπηρία της όρασης, ο άνθρωπος σταματάει αυτόματα και το διάβασμα. Φαίνεται περίεργο αλλά η ανάγνωση γίνεται πιο σημαντική όσο η όρασή τους επιδεινώνεται. Θέλουν να συνεχίζουν να διαβάζουν το συμβατικό έντυπο, να χρησιμοποιούν βιβλιοθήκες (αν συνήθιζαν και από πριν να το κάνουν) για ψυχαγωγία, ευχαρίστηση, εκπαίδευση και δια βίου μάθηση, για να καλύψουν τις εργασιακές τους ανάγκες, κ.ά. Αυτό που θέλουν είναι πρόσβαση στο ίδιο περιεχόμενο, όπως η υπόλοιπη κοινωνία. Οι πληροφοριακές τους ανάγκες είναι τόσες και ποικίλλουν όπως αυτές των σωματικά ακέραιων συνομήλικών τους. Το μόνο που θέλουν είναι να μην τυγχάνουν μεροληπτικής συμπεριφοράς.

Πέρα όμως από τις διαφορές μεταξύ των βλεπόντων και των μη, υπάρχει μια βασική ομοιότητα που τους ενώνει: Ο στόχος της ανάγνωσης βιβλίων και γενικότερα της πληροφόρησης είναι κοινός καθώς και οι δυο στοχεύουν στην επικοινωνία με νέες ιδέες. Η επαφή με νέες εμπειρίες και έννοιες αποτελεί τον πυρήνα της ανάγνωσης, αν και στα παιδιά με αναπηρία όρασης η εμπειρία αυτή μπορεί να είναι συγκριτικά περιορισμένη.

Μέχρι σήμερα η βιβλιογραφία στην πλειονότητά της κάνει λόγο για ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης των αναγκών των ατόμων με αναπηρία όρασης (και όλων των ΑμεΑ γενικότερα) και εις βάθος μελέτη της πληροφοριακής συμπεριφοράς τους. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως υπάρχει και εκείνη η πλευρά που υποστηρίζει πως, επειδή οι τυφλοί άνθρωποι δεν αποτελούν κάποιο άλλο είδος από εμάς και πως όλοι έχουμε μεγάλες πιθανότητες να γίνουμε ένας από αυτούς με την πάροδο των χρόνων, δεν χρειάζεται να διεξάγουμε πολλές και πολύπλοκες έρευνες για το πώς είναι, πώς μοιάζουν και τι χρειάζονται από τις βιβλιοθήκες και τα βιβλιοπωλεία. Τα γνωρίζουμε ήδη διότι ισχύουν τα ίδια με αυτά που ισχύουν και για τον υπόλοιπο, γενικό πληθυσμό.


Υλικό

Το σενάριο της πληροφόρησης για τα άτομα με αναπηρία όρασης χωρίζεται σε δυο εποχές, οι οποίες διαφέρουν κατά πολύ η μια από την άλλη. Στην “προ‐Γουτεμβέργιου” (ante Gutenberg) εποχή οι τυφλοί δεν είχαν πολλά προβλήματα με τα έντυπα τεκμήρια επειδή ο λόγος ήταν το κύριο εργαλείο για επικοινωνία και διάχυση της γλώσσας. Η επανάσταση όμως του Γουτεμβέργιου έφερε στο προσκήνιο τις εντυπο‐αναπηρίες. Στην “μετά‐Γουτεμβέργιο” (post Gutenberg) εποχή, η οποία ξεκίνησε το 1980, οι εντυπο‐ανάπηροι αντιμετώπισαν προβλήματα με τα έντυπα, στα οποία όμως αργότερα απέκτησαν πρόσβαση πιο ανεξάρτητα και αποτελεσματικά με τη χρήση των υπολογιστών και των υποστηρικτικών τεχνολογιών (Kottstorfer & Miesenberger, 2002). Τα τελευταία χρόνια η εισαγωγή των ηλεκτρονικών υπολογιστών στη διαδικασία παραγωγής υλικού για τυφλούς έχει συμβάλει τόσο έτσι ώστε οι τυφλοί και αμβλύωπες με χαμηλή όραση να διεκδικούν εξομοίωση της μόρφωσής τους με τα άτομα με ακέραιη όραση. Μάλιστα έχουν ξεκάθαρες προτιμήσεις για συγκεκριμένες διατάξεις και τεχνολογικές λύσεις, σύμφωνα με τον Astbrink, ο οποίος διερεύνησε τις πληροφοριακές ανάγκες τους (Astbrink, 1996).

Δυστυχώς όμως ακόμη υπάρχει μεγάλη ανεπάρκεια υλικού διαθέσιμου για άμεση χρήση, παρόλο που το πιο σημαντικό όπλο στο οπλοστάσιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι η πληροφορία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Ηνωμένο Βασίλειο όπου το 96% των βιβλίων που δημοσιεύονται δεν είναι διαθέσιμο σε κάποια εναλλακτική μορφή ώστε να μπορεί να το διαβάσει ένα άτομο με αναπηρία όρασης. Νέα έρευνα που διεξήχθη για την εβδομάδα “Δικαίωμα στην Ανάγνωση” δείχνει ότι μόνο 3 βιβλία σε κάθε 200 (δηλαδή το ενάμισι τοις εκατό) που δημοσιεύονται στο Ηνωμένο Βασίλειο τα τελευταία 5 χρόνια είναι διαθέσιμα σε μεγαλογράμματη γραφή, το 2% σε braille και λιγότερο του 3% σε ήχο. 3.000.000 άτομα (παιδιά και ενήλικες) στο Ηνωμένο Βασίλειο στερούνται το δικαίωμα στην ανάγνωση λόγω της αναπηρίας τους και τα λίγα βιβλία που παράγονται σε προσβάσιμες μορφές σπάνια είναι διαθέσιμα ταυτόχρονα με την έντυπη εκδοχή και συνήθως είναι πολύ πιο ακριβά. Επίσης, στις ΗΠΑ λιγότερο από το 10% των δημοσιευμένων έργων καθίσταται προσβάσιμο (Kerscher & Fruchterman, 2002).

Το αναγνωστικό υλικό για τα άτομα με αναπηρία όρασης είναι ανεπαρκές όχι μόνο στις αναπτυσσόμενες χώρες αλλά πρακτικά σε όλο τον κόσμο με αποτέλεσμα τα παιδιά αυτά να μην μπορούν να διαβάσουν το έντυπο υλικό (το αποκαλούμενο από τους τυφλούς “inkprint”). Μόνο το 1‐2% όλων των δημοσιευμάτων καθίσταται διαθέσιμο στους εντυπο‐ανάπηρους. Τα περισσότερα τεκμήρια που μεταγράφονται σε προσβάσιμη μορφή, χρησιμοποιούνται μόνο 1‐3 φορές και ένας σημαντικός αριθμός αυτών παράγεται 2 ή περισσότερες φορές σε διάφορα μέρη (από ιδιώτες ή επαγγελματικούς οργανισμούς). Δεδομένης αυτής της πραγματικότητας, τα άτομα αυτά αποκλείονται από το σύνολο σχεδόν των έντυπων συλλογών των βιβλιοθηκών και από την πρόσβαση στο Διαδίκτυο και τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες.

Όμως και οι βιβλιοθήκες δεν διαφέρουν κατά πολύ από τον εκδοτικό χώρο. Διαθέτουν μικρά αποθέματα βιβλίων μεγαλογράμματης γραφής με απίστευτα περιορισμένες επιλογές, φέρνοντας τα ΑμεΑ αντιμέτωπα με έναν “λιμό” βιβλίων (book famine) δίχως τέλος. Επίσης, στον Καναδά παρόλο που μερικές βιβλιοθήκες και εκδότες καταβάλλουν αξιόλογες προσπάθειες, λιγότερο από το 5% του έντυπου υλικού είναι διαθέσιμο σε προσβάσιμες μορφές, όπως braille ή ήχο. Οι μέχρι τώρα προσπάθειες του βιβλιοθηκονομικού και εκδοτικού κόσμου ωχριούν σε σύγκριση με τις υπηρεσίες που λαμβάνουν οι σωματικά ακέραιοι χρήστες.

Όλη αυτή η πραγματικότητα, η τρέχουσα οπτική επανάσταση και η απόλυτη στήριξη στην εικόνα έχουν φέρει τα άτομα με αναπηρία όρασης σε μειονεκτική θέση σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου της Βέρνης στη Σουηδία (Muehlethaler & Bolliger, 1998). Δεδομένης αυτής της πρωτοφανούς ανεπάρκειας πληροφορίας, στο σημείο αυτό εξετάζονται οι μορφές υλικού που προορίζονται για τα άτομα με αναπηρία όρασης με τα πλειονεκτήματα και τα μειονεκτήματά τους και τις τάσεις χρήσης τους.

Ύστερα από όλα αυτά, γίνεται αντιληπτό πως ένα άτομο με αναπηρία όρασης εξαρτάται από τη μεταγραφή των πληροφοριών σε κατάλληλα μέσα που μπορεί να χρησιμοποιήσει. Ένας τύπος υλικού που δημιουργείται έχοντας τα άτομα αυτά κατά νου είναι τα βιβλία μεγαλογράμματης γραφής, τα οποία εκδίδονται εδώ και αρκετά χρόνια και άκμασαν στα τέλη του 1980. Η μεγενθυμένη γραμματοσειρά συνήθως αρκεί για να είναι το βιβλίο χρηστικό σε τυφλούς και σε άτομα που η όρασή τους εξαλείφεται. Δεν είναι όμως πάντα η πιο κατάλληλη απάντηση στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρία όρασης. Τις περισσότερες φορές, χρειάζεται λεπτομερής εναρμόνιση στο μέγεθος, τα χρώματα και τις αντιθέσεις.

Επίσης, οι τίτλοι που παράγονται είναι πολλοί λίγοι και η πλειονότητα αυτών είναι μυθιστορήματα (Wade, 2003). Αυτό μπορεί να αρκεί για τον ψυχαγωγικό αναγνώστη, αλλά αποτελεί πρόβλημα για τον ερευνητή που αναζητά πιο εξειδικευμένο υλικό και ο οποίος δεν θα μπορούσε να το βρει πάρα μόνο σε μια ακαδημαϊκή βιβλιοθήκη (και εκεί μάλλον σε μη προσβάσιμη μορφή). Ο αριθμός επίσης των εφημερίδων και των περιοδικών σε μεγαλογράμματη γραφή είναι υπερβολικά μικρός, περιορίζεται κυρίως σε εξειδικευμένα δημοσιεύματα σχετικά με τις αναπηρίες και παράγεται από υπηρεσίες και φορείς αποκλειστικά για ΑμεΑ. Οι εκδότες δεν έχουν προβεί σε εκτενείς, μεγαλογράμματες εκδόσεις, λόγω της μη εμπορικότητάς τους.

Ένας άλλος τύπος υλικού που προτιμούν τα άτομα με αναπηρία όρασης είναι τα ηχοβιβλία. Τα πολύ διαδεδομένα στο εξωτερικό audiobooks, στην Ελλάδα βρίσκονται σε “εμβρυακή” κατάσταση. Τα βιβλία αυτά, όταν απευθύνονται και προορίζονται για τους τυφλούς, ονομάζονται “ομιλούντα βιβλία” (talking books) ενώ για το γενικότερο πληθυσμό “ηχοβιβλία” (audiobooks). Τα ομιλούντα βιβλία για τος χρήστες με αναπηρία όρασης γενικώς παράγονται από μη κερδοσκοπικές εταιρείες και ο σκοπός τους είναι να διευρύνουν όσο το δυνατόν περισσότερο την αναγνωστική εμπειρία (Getz, 2003). Αξίζει να σημειωθεί ότι τα ομιλούντα βιβλία είναι πλέον εμπορικώς διαθέσιμα στις Ασιατικές γλώσσες και πρέπει οι βιβλιοθήκες να αρχίσουν να τα συμπεριλαμβάνουν σιγά σιγά στις συλλογές τους. Η εμπειρία σε αναπτυγμένες χώρες δείχνει ότι τα ομιλούντα βιβλία είναι δημοφιλή σε άτομα ηλικιωμένα και με αναπηρία όρασης που δεν γνωρίζουν να χρησιμοποιούν το braille. Μάλιστα τα άτομα αυτά έχουν προτιμήσεις ως προς τη δραματοποίηση, την ερμηνεία, την αλλαγή φωνής που αντιπροσωπεύει τους χαρακτήρες του βιβλίου, το φύλο και την ηλικία του αφηγητή και την ταχύτητα ανάγνωσης. Δεν θέλουν τα άτομα που τους διαβάζουν να έχουν μονότονες φωνές και προτιμούν να ακούν την ίδια φωνή για κάθε τίτλο διότι η αλλαγή αφηγητών τους αποσπά την προσοχή.

Τα ομιλούντα βιβλία παλαιότερα ηχογραφούνταν σε αναλογική κασέτα, η ζήτηση της οποίας αυξήθηκε ιδιαίτερα κατά τη χρονική περίοδο 1991‐2001. Γενικώς η χρήση του ακουστικού καναλιού παρουσιάζει μερικά πλεονεκτήματα σε σύγκριση με άλλα, π.χ. την απτική φόρμα. Τα βιβλία σε κασέτες πλεονεκτούν στο γεγονός ότι δεν απαιτούν ογκώδη και άβολο εξοπλισμό και είναι πιο εύκολα και γρήγορα στην παραγωγή. Ωστόσο μειονεκτούν στο σημείο ότι δεν φέρνουν τον τυφλό σε επαφή με τη σωστή ορθογραφία των λέξεων.

Από την άλλη βέβαια υπάρχουν και πολλά άτομα που δεν τους αρέσει η παθητική ακρόαση των ομιλούντων βιβλίων, δεν τα βρίσκουν φιλικά προς το χρήστη διότι η πλοήγηση είναι αργή και κουραστική και προτιμούν το braille επειδή αποτελεί “ενεργητική ανάγνωση” (active reading) (Davies et al., 2001). Προτιμούν δηλαδή να έχουν στα χέρια τους ένα έντυπο υλικό, όπως κάνουν οι βλέποντες χρήστες.

Τα βιβλία braille όμως έχουν και τα μειονεκτήματά τους. Ένα σημαντικό μειονέκτημά τους είναι ο όγκος τους, που δημιουργεί αρνητικά επακόλουθα (για παράδειγμα κάποιο λεξικό braille μπορεί να καταλαμβάνει τεράστιο χώρο σε μια βιβλιοθήκη). Αν ρωτήσει κανείς έναν οποιονδήποτε αναγνώστη braille αν θα ήθελε να έχει μερικούς ακόμη δεκάδες τίτλους στη συλλογή της βιβλιοθήκης του, οι περισσότεροι θα απαντούσαν αναμφισβήτητα ναι αλλά γρήγορα θα αναρωτιόντουσαν πού θα βρουν επιπλέον χώρους να τα αποθηκεύσουν. Δυστυχώς, ένα κανονικό μυθιστόρημα braille (αλλά και μεγαλογράμματης γραφής) καταλαμβάνει αρκετές φορές περισσότερο το χώρο ενός ραφιού από ότι ένα κανονικό αντίστοιχο. Αυτό μπορεί να μην είναι τρομακτικά σημαντικό αλλά παραμένει ένα ελάττωμα που επηρεάζει την πληροφοριακή συμπεριφορά των ατόμων με αναπηρία όρασης και τα αποθαρρύνει από το διάβασμα. Μια κανονική σελίδα μετρίου μεγέθους μπορεί να αντιστοιχεί σε 2‐3 σελίδες braille. Το χαρτί που χρησιμοποιείται για τη γραφή braille είναι πιο παχύ από το απλό χαρτί με αποτέλεσμα τα βιβλία να είναι κατά πολύ μεγαλύτερα σε μήκος, πλάτος και όγκο από τα απλά, π.χ. το κάθε μέρος του βιβλίου “Η Γλώσσα μου” των τάξεων του Δημοτικού, αντιστοιχεί σε 3 βιβλία braille (Χιουρέα, 1998).

Ως προς το περιεχόμενο των βιβλίων braille, τα άτομα με αναπηρία όρασης δεν θέλουν να τροποποιείται ειδικά έτσι ώστε να είναι απλουστευμένο, με περιλήψεις ή περικοπές. Θέλουν ισότητα και όχι ευσπλαχνία. Ένα παιδί με αναπηρία στην όραση δεν σημαίνει ότι έχει και πρόβλημα στην κατανόηση. Βέβαια η μεταγραφή των διδακτικών βιβλίων στη γραφή braille συχνά προϋποθέτει μια διασκευή, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν εικόνες όπου ίσως είναι απαραίτητη μια ελάττωση ή προσθήκη στοιχείων ή επεξηγήσεων. Τα βιβλία μαθηματικών, φυσικής και χημείας και όσα δεν μπορούν να γραφτούν στον υπολογιστή, μετατρέπονται σε ομιλούντα, δηλαδή ηχογραφούνται σε κασέτες που οι μαθητές με τη σειρά τους τις ακούν στο κασετόφωνο. Πολλές φορές και αυτά τα βιβλία παρουσιάζουν πολλά λάθη, ελλείψεις, κτλ, αφού οι διαδικασίες μεταγραφής γίνονται από ανειδίκευτα άτομα.

Ένα άλλο μειονέκτημα του braille αλλά και της μεγαλογράμματης μορφής είναι το κόστος αγοράς και το συνεκδοχικό κόστος επεξεργασίας και αποθήκευσης για τη βιβλιοθήκη. Αν μια βιβλιοθήκη εξυπηρετεί μικρό αριθμό τυφλών, δεν είναι πρακτικό για την ίδια να συλλέγει διπλά αντίγραφα (duplicates) σε μεγαλογράμματη γραφή ή braille. Γι’ αυτό πολλές φορές τα άτομα με αναπηρία όρασης που επισκέπτονται τις βιβλιοθήκες, έρχονται αντιμέτωπα με την πολιτική της αγοράς υλικού ανάλογα με τη ζήτηση (purschasing materials on demand), η οποία οδηγεί όμως σε αδικαιολόγητες καθυστερήσεις για τον χρήστη. Δηλαδή όταν ο χρήστης ζητήσει ένα βιβλίο, τότε μόνο η βιβλιοθήκη κινητοποιείται για να το αγοράσει, να το δανειστεί από κάποια άλλη βιβλιοθήκη ή να το μεταγράψει. Και οι δυο πάντως παραπάνω μορφές (μεγαλογράμματη γραφή και braille) έχουν δημιουργήσει μια εμπορική αγορά, η οποία περιορίζεται στα γενικά και ψυχαγωγικά έργα (δημοφιλή μυθιστορήματα και μη, ιστορία, βιογραφίες, κτλ) με αποτέλεσμα να μην καλύπτει τον αναγνώστη που ψάχνει κάτι πιο εξειδικευμένο.

Για να διερευνηθεί η σχέση του braille και των βιβλιοθηκών, εστάλη σε 13 παραγωγούς braille (στις 19/07/05) ερωτηματολόγιο με 7 ερωτήματα (παράρτημα 2) για να διαπιστωθεί αν οι βιβλιοθήκες αγοράζουν υλικό braille, σε τι ποσοστό, κ.ά.

Στο ερωτηματολόγιο απάντησαν και οι 13 παραγωγοί braille. Ωστόσο, το αξιοσημείωτο είναι πως μόνο μια εταιρεία απάντησε θετικά ότι τα τελευταία 5 χρόνια έχει υπάρξει αυξημένη ζήτηση σε braille από το χώρο των βιβλιοθηκών. Το 20% πιστεύει πως δεν έχει υπάρξει αύξηση, ένα άλλο 20% δεν γνωρίζει να απαντήσει και το 50% προτίμησε να μην απαντήσει καθόλου. Η Αγγλία και οι Κάτω Χώρες έχουν τη μεγαλύτερη εμπειρία όσον αφορά την προμήθεια braille σε βιβλιοθήκες. Οι χώρες αυτές διαθέτουν συστήματα παραγγελίας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για τις βιβλιοθήκες για τυφλούς και έχουν προσπαθήσει επιτυχώς να ενσωματώσουν τις έντυπες, βιβλιοθήκες braille στις ηλεκτρονικές.

Ως προς το υλικό braille, το οποίο ζητάνε οι βιβλιοθήκες, μόνο 3 εταιρείες ήταν σε θέση να απαντήσουν, οι 2 δεν γνώριζαν και οι υπόλοιπες δεν απάντησαν καθόλου. Οι εταιρείες που δέχονται παραγγελίες από βιβλιοθήκες, ανέφεραν ως πελάτες τους δημόσιες βιβλιοθήκες, σχολικές και μια βιβλιοθήκη για τυφλούς.

Επίσης, οι εταιρείες είναι επιφυλακτικές για το αν τα επόμενα 10 χρόνια θα υπάρξει αύξηση στη χρήση και παραγωγή braille. Ναι μεν η ανάγκη για braille θα υπάρχει πάντα αλλά η αύξησή της θα εξαρτηθεί από την τεχνολογία. Στο μέλλον δεν είναι σίγουρο ότι οι τυφλοί θα διαβάζουν τόσο έντυπο braille λόγω του Διαδικτύου, όπου θα μπορούν να βρουν αμέτρητα μυθιστορήματα προσβάσιμα μέσω μιας πινακίδας braille συνδεδεμένης στον υπολογιστή τους είτε να τα ακούν μέσω συνθετικής φωνής. Μια μόνο εταιρεία δήλωσε πως φοβάται πιθανή πτώση διότι το μεγαλύτερο ποσοστό των τυφλών είναι μεγάλοι σε ηλικία και έτσι δύσκολα θα μάθουν braille. Η αγορά πάντως των βιβλίων braille θα αλλάξει σίγουρα επειδή πλέον θα είναι διαθέσιμα σε ηλεκτρονική μορφή. Ωστόσο για τα μαθηματικά επειδή τα κατανοεί καλύτερα κανείς στο έντυπο braille παρά στο ηλεκτρονικό αρχείο, η ζήτησή τους λογικά δεν θα πέσει. Ο τρόπος παραγωγής braille θα αλλάξει όσο η τεχνολογία βελτιώνεται αλλά η μεταγραφή υλικού σε braille δεν θα εξαφανιστεί τελείως.

Το υλικό το οποίο ζητάνε οι τυφλοί είναι:

• Μεταγραφές συνταγών και εγχεριδίων για πράγματα που έχουν αγοράσει, όπως επίσης εκπαιδευτικά εγχειρίδια για τυφλούς εργαζόμενους που τα χρειάζονται για τη δουλειά τους
• Βιβλία μαθηματικών και σημειώσεις για φοιτητές κολεγίων
• Πρόσφατα λογοτεχνικά έργα (για ενήλικες και παιδιά)
• Ποικίλης ύλης υλικό (π.χ. μενού, φυλλάδια)
• Μυθιστορήματα (για έφηβους και μικρότερης ηλικίας άτομα) και σχολικά βιβλία
• Παιδικά βιβλία

Το 27% των παραγωγών braille δεν έχει καμία βιβλιοθήκη ως πελάτη της. Συνήθως παράγουν υλικό για κρατικές υπηρεσίες, που με τη σειρά τους μπορεί να το δανείζουν σε κάποια βιβλιοθήκη για τυφλούς αλλά αυτό δεν μπορούν να το γνωρίζουν. Τις περισσότερες παραγγελίες τις λαμβάνουν από άλλου είδους υπηρεσίες ή ιδιώτες. Μόνο μια εταιρεία αναφέρει αναλυτικά πως εξυπηρετεί βιβλιοθήκες στη Γαλλία ή σε γαλλόφωνες χώρες (Βέλγιο, Καναδά, Σουηδία, Αφρική) και γενικότερα χώρες που χρειάζονται γαλλικά βιβλία braille για τους μαθητές τους, όπως η βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στην Ουάσινγκτον. Ακόμη και εκείνες οι εταιρείες που έχουν βιβλιοθήκες‐πελάτες, κάνουν λόγο για μικρά ποσοστά (από 1‐15%) ενώ το 9% δεν γνωρίζει ακριβώς το ποσοστό.

Από τις 13 εταιρείες μόνο μια εξυπηρετεί τους πελάτες της σε εθνικό επίπεδο. Οι υπόλοιπες ναι μεν έχουν την έδρα τους π.χ. στο Ηνωμένο Βασίλειο αλλά εξυπηρετούν και άλλες χώρες παγκοσμίως. Μια τέτοια εταιρεία είναι η Lutheran Braille Workers, Inc. που εξυπηρετεί περισσότερες από 40 χώρες.

Τέλος, το ποσοστό του υλικού braille το οποίο παράγουν οι εταιρείες που συμμετείχαν στην έρευνα σε ετήσια βάση ποικίλλει ανά εταιρεία, π.χ. άλλη παράγει 70 τίτλους βιβλίων και άλλη φτάνει μέχρι τους 220.000.

Εκτός από το υλικό braille, υπάρχει και το απτικό υλικό για το οποίο όμως δεν υπάρχουν πολλές αναφορές στη βιβλιοθηκονομική βιβλιογραφία. Το braille φαίνεται να αποτελεί πολύ πιο χρήσιμη, δημοφιλή και ουσιαστική διάταξη για τις συλλογές των βιβλιοθηκών.

Ως προς το CD‐ROM, η σημασία του ασφαλώς για έναν τυφλό χρήστη είναι πολλαπλάσια από ότι για έναν βλέποντα εφόσον φυσικά το CD είναι τεχνικά προσπελάσιμο ως προς τις δυνατότητες εντοπισμού, βιβλιογραφικών αναφορών και ενίοτε, των ηχητικών δεδομένων που προσφέρει αυτή η τεχνολογία. Επανάσταση φαίνεται πως έχουν φέρει επίσης οι πολυμεσικές εγκυκλοπαίδειες στον τρόπο που τα ΑμεΑ προσπελαύνουν την πληροφορία. Βέβαια δεν παύει σε κάποια σημεία τα τυφλά άτομα να δυσκολεύονται με την πλοήγηση και με την προσβασιμότητα του οπτικού περιεχομένου τους.

Ως προς τα ψηφιακά ακουστικά βιβλία και γενικότερα το ψηφιακό ακουστικό υλικό, αυτό αποτελεί την πλέον ενδιαφέρουσα και επιτυχή εφαρμογή της τεχνολογίας υποστήριξης της πρόσβασης. Τα ψηφιακά ομιλούντα βιβλία (Ψ.Ο.Β.) εμφανίζονται σε μορφή CD, DVD, mini disk ή memory sticks με χρήση τεχνολογίας συνθετικής ομιλίας. Οι συσκευές Ψ.Ο.Β. επιτρέπουν στους χρήστες να έχουν ακουστική πρόσβαση στο περιεχόμενο βιβλίων παρέχοντας τους σημαντικές δυνατότητες αλληλεπίδρασης όπως περιεχόμενα, ξεφύλλισμα, ευρετήριο, σελιδοδείκτες, κ.ά. Τα ψηφιακά ακουστικά βιβλία πρέπει να ακολουθούν το διεθνές πρότυπο DAISY που προσομοιώνει τη χρήση έντυπων βιβλίων με άλλες αισθήσεις και πλέον ακολουθείται και στην Ελλάδα από τις ψηφιακές βιβλιοθήκες για άτομα με αναπηρία όρασης.

Με την ψηφιακή πληροφορία δεν χρειάζονται μεσάζοντες, όπως εταιρείες που παράγουν υλικό σε προσαρμοσμένες μορφές, εθελοντές και φίλοι που να διαβάζουν στα άτομα με την αναπηρία. Οι χρήστες αποκτούν από μόνοι τους πρόσβαση στις αυθεντικές πηγές πληροφορίας και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για όσους έχασαν την όρασή τους σε προχωρημένη ηλικία.

Σε ελληνικό επίπεδο, σε έρευνα που διεξήγαγε το Polyplano το 1997‐1998 (στο πλαίσιο του έργου TESTLAB) σε 121 τυφλούς για τις υπηρεσίες που παρείχαν τότε οι ειδικές βιβλιοθήκες για τυφλούς της Θεσσαλονίκης, διαπιστώθηκαν τα εξής: Τα ομιλούντα βιβλία χρησιμοποιούνται πολύ περισσότερο από τις άλλες μορφές. Αυτό ισχύει κατά πρώτον διότι είναι σχεδόν η μοναδική, διαθέσιμη μορφή (πρακτικά δεν υπάρχει καθόλου υλικό σε braille) και κατά δεύτερον διότι είναι εύκολη στη χρήση και δεν χρειάζεται να μάθει κανείς τίποτε δύσκολο ή εξειδικευμένο για αυτή. Επίσης, στους τυφλούς αρέσει πολύ το διάβασμα και αποτελεί την πιο προνομιακή τους ασχολία στον ελεύθερό τους χρόνο. Οι ψηφιακές πηγές χρησιμοποιούνται κατά προτίμηση από νεαρά άτομα που εργάζονται ή σπουδάζουν ενώ η πλειονότητα δεν είναι εξοικειωμένη με τις νέες τεχνολογίες, γι’ αυτό και προτιμάει πιο εύχρηστες μορφές υλικού (Sperl, 2001).

Διαπιστώνεται από τα παραπάνω ότι τα άτομα με αναπηρία όρασης χρησιμοποιούν μια ποικιλία μορφών υλικού, περιλαμβάνοντας και το έντυπο με κάποια δυσκολία. Οι διαφορετικές αυτές πληροφοριακές ανάγκες τους πρέπει να καλύπτονται και από διαφορετικές διαδικασίες και τεχνολογίες. Δηλαδή συγκεκριμένοι χρήστες με αναπηρία όρασης προτιμούν τα βιβλία braille για το εκπαιδευτικό διάβασμα και τα ομιλούντα για τη ψυχαγωγική ανάγνωση. Επίσης, συχνά βρίσκουν ευκολότερη την ανάγνωση αν τα γράμματα είναι τυπωμένα σε χρωματιστό χαρτί (π.χ. ανοιχτό καφέ, ανοιχτό μπλε, γκρι ή ανοιχτό πράσινο χρώμα) ώστε να ελαττώνεται η αντίθεση ενώ τα λαμπερά κίτρινα μπορούν να προκαλούν πόνο στα μάτια τους. Κάθε χρήστης χρειάζεται ένα συνδυασμό διατάξεων, που μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το χρόνο, τις προσωπικές ή εξωτερικές συνθήκες, καθιστώντας έτσι την προσβασιμότητα μια δύσκολη υπόθεση. Με την ποικιλία αυτή στις ανάγκες, τις τεχνικές πλατφόρμες και τις υπηρεσίες συμφωνεί και μελέτη του INSERM (Institut National de la Sante et de la Recherche Medicale) και του Βασιλικού Εθνικού Ινστιτούτου για Τυφλούς, θεωρώντας την σημαντικό εμπόδιο στην κοινωνική ενσωμάτωση των τυφλών και αμβλύωπων με χαμηλή όραση.

Ως συνέπεια αυτού του πολλαπλασιασμού διατάξεων και προϊόντων, οι βιβλιοθήκες έρχονται αντιμέτωπες με την πρόκληση να σχεδιάσουν τις υπηρεσίες τους λαμβάνοντας υπόψη όλες αυτές τις μορφές αλλά και οι ίδιοι οι χρήστες πρέπει να μάθουν να τις χρησιμοποιούν.

Στο παρελθόν, μεγάλο πρόβλημα προσβασιμότητας έθετε το υλικό και η πληροφορία που αφορούσε την επιστημονική σημειογραφία, τη μουσική και γενικότερα τις θετικές επιστήμες. Σε μια επισκόπηση της έρευνας από τους Kapperman, Heinze και Strickens, διαπιστώθηκε πως υπάρχει χαμηλό επίπεδο αλφαβητισμού στα μαθηματικά για τους μαθητές με αναπηρία όρασης, οφειλόμενο στην ανεπάρκεια πηγών και υλικού στους τομείς αυτούς (Kapperman et al., 1997). Οι μαθηματικές εξισώσεις και εικόνες, όπως οι χάρτες, οι γραφικές παραστάσεις, τα σχέδια και τα διαγράμματα που περιέχουν ταυτόχρονα γραφικά και χαρακτήρες σε απρόβλεπτες θέσεις, έθεταν μεγάλες απαιτήσεις με αποτέλεσμα πολλά από αυτά να είναι απρόσιτα στους τυφλούς αναγνώστες.

Τα άτομα με αναπηρία όρασης δεν μπορούσαν να είναι ανεξάρτητα από τη στιγμή που εξαρτώνταν από τους βλέποντες για να παράγουν τα μαθηματικά κείμενα σε συμβατική έντυπη μορφή (ο περιορισμός αυτός ίσχυε για κείμενα στον τομέα των μαθηματικών, της στατιστικής, της φυσικής, της χημείας, για τεχνικά κείμενα, κ.ά.). Έτσι οι τυφλοί είχαν μόνο τρεις ρεαλιστικές επιλογές να διαβάζουν βιβλιογραφία που να περιέχει επιστημονική σημειογραφία:

• Μέσω braille
• Μέσω κασετών
• Να τους τη διαβάζουν άλλοι

Από αυτές τις επιλογές οι κασέτες με ηχογράφηση υψηλής ποιότητας είναι προτιμότερες από τους αναγνώστες, οι οποίοι είναι ακριβοί και σπάνια αξιόπιστοι. Βέβαια οι κασέτες χρησιμεύουν περισσότερο για υλικό που μπορεί να διαβαστεί από την αρχή ως το τέλος ενώ για επιστημονικά και μαθηματικά βιβλία, στα οποία ο αναγνώστης διαβάζει εξισώσεις, πίνακες κ.ά., αποτελούν φτωχό υποκατάστατο του βιβλίου. Ως προς το braille, κανένας κώδικας braille δεν ήταν επαρκής για την παρουσίαση των προηγμένων μαθηματικών και των επιστημονικών εργασιών.

Αισίως από το 2004 το ΥΠΕΠΘ με υπουργική απόφαση ΥΠΕΠΘ/10366/Γ6 (30/01/04) υιοθέτησε το σύστημα Nemeth, το οποίο χρησιμοποιείται πλέον στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.