Creativity

Innovation

Originality

Imagination

 

Salient

Salient is an excellent design with a fresh approach for the ever-changing Web. Integrated with Gantry 5, it is infinitely customizable, incredibly powerful, and remarkably simple.

Download

Διδακτορική διατριβή τής Άννας Κουλικούρδη με θέμα «Πληροφοριακή Συμπεριφορά των Ατόμων με Αναπηρία (ΑμεΑ) και οι Υποστηρικτικές Τεχνολογίες σε Περιβάλλον Βιβλιοθηκών». Ένατο μέρος (Κεφάλαιο τέταρτο: Πληροφοριακή Συμπεριφορά των ΑμεΑ - Άτομα με Αισθητηριακές Αναπηρίες Όρασης) - Σχέση των Ατόμων με Αναπηρία Όρασης & των Βιβλιοθηκών, Εμπειρίες & Μαρτυρίες Χρηστών με Αναπηρία Όρασης, On‐line Τεχνολογίες.

Σχέση των Ατόμων με Αναπηρία Όρασης & των Βιβλιοθηκών

Πιθανότατα λόγω της παραδοσιακά οπτικής φύσης των συλλογών των βιβλιοθηκών, τα άτομα αυτά αντιμετωπίζονται ως εκείνοι οι χρήστες που θα βρουν τις βιβλιοθήκες πιο δύσκολες στη χρήση από όλα τα άλλα ΑμεΑ. Γι’ αυτό το Τμήμα της IFLA “Βιβλιοθήκες για Τυφλούς” αναγνωρίζει και προσπαθεί να αντιμετωπίσει την υπο‐ανάπτυξη των υπηρεσιών πληροφόρησης για τα άτομα με αναπηρία όρασης και όχι μόνο. Τα άτομα με μειωμένη όραση ή τύφλωση αποτελούν μια ομάδα, με την οποία η διεθνής βιβλιοθηκονομική κοινότητα έχει ασχοληθεί σε ικανοποιητικό βαθμό. Μια εύλογη εξήγηση είναι ότι η σύγχρονη τεχνολογία φαίνεται να έχει αντιμετωπίσει με επιτυχία τα προβλήματα ανάγνωσης των ατόμων με τύφλωση ή μειωμένη όραση ενώ συνεχώς προκύπτουν νέες τεχνολογικές εφαρμογές που διευκολύνουν την πρόσβασή τους στο υλικό.

Και πάλι όμως πολλοί είναι εκείνοι οι βιβλιοθηκονόμοι τοπικών βιβλιοθηκών που δεν αναγνωρίζουν τις ανάγκες των ατόμων με αναπηρία όρασης με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν αφεθεί στα χέρια των κοινωνικών εργατών ή των εθελοντών που παράγουν braille και ομιλούντα βιβλία για τους τυφλούς. Οι βιβλιοθήκες αποκλειστικά για τυφλούς προσφέρουν περιορισμένο αριθμό πόρων και συνήθως είναι ιδιωτικές. Στην πραγματικότητα οι περισσότερες από αυτές είναι δύσκολο να ονομαστούν βιβλιοθήκες λόγω της ποιότητας και της ποσότητας στους τίτλους τους και επίσης, επειδή τις στελεχώνουν κοινωνικοί εργάτες ή εθελοντές, και όχι επαγγελματίες βιβλιοθηκονόμοι. Για παράδειγμα, η Δημόσια Βιβλιοθήκη Calgary στην Αλμπέρτα στον Καναδά έχει 14.000 τίτλους σε εναλλακτική μορφή για τα άτομα με αναπηρία όρασης ενώ υπάρχουν περισσότεροι από 2.000.000 τίτλοι για τον υπόλοιπο πληθυσμό (Sook Lee, 2005). Ακόμη όμως και σε άλλες βιβλιοθήκες, οι περισσότεροι βιβλιοθηκονόμοι δεν έχουν τη γνώση και την εμπειρία για τα χαρακτηριστικά των ΑμεΑ, με αποτέλεσμα να τους δίνουν πολλές φορές αυτό που εκείνοι νομίζουν ότι χρειάζονται αντί για αυτό που πραγματικά θέλουν. Το κόστος άγνοιας των αναγκών των ΑμεΑ μπορεί πολλές φορές να είναι υψηλότερο από το κόστος της λύσης.

Είναι όμως κατακριτέο τα άτομα με αναπηρία όρασης να πηγαίνουν σε ειδικές βιβλιοθήκες ή ειδικά παραρτήματα για τυφλούς, που είναι διαχωρισμένα από αυτά των βλεπόντων. Φυσικά κάποια άτομα με επίγνωση της αναπηρίας τους έχουν αποδεχτεί και συνηθίσει την ύπαρξη ξεχωριστών καναλιών επικοινωνίας και χώρων για τους τυφλούς στις βιβλιοθήκες. Αισίως όμως οι δημόσιοι φορείς αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι αυτές οι ξεχωριστές, ειδικές εγκαταστάσεις πάντα υπο‐χρησιμοποιούνται. Γι’ αυτό κάθε βιβλιοθήκη πρέπει να καταργήσει τα ειδικά δωμάτια και τον διαχωρισμένο εξοπλισμό και να δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου οι ανάγκες των χρηστών θα απαντώνται σε ανθρώπινη βάση. Με άλλα λόγια, η βιβλιοθήκη θα πρέπει να αποδέχεται κάθε τι εναλλακτικό (π.χ. υλικό εναλλακτικής μορφής), όπως ακριβώς αποδέχεται κάθε τι συμβατικό (π.χ. το συμβατικό έντυπο).

Κάνοντας την τύφλωση και τη μερική όραση κάτι το ειδικό, το διαφορετικό και εστιάζοντας στις “ειδικές ανάγκες”, δημιουργούμε και ενισχύουμε από μόνοι μας μια ψεύτικη διάκριση και κάνουμε πιο πολύπλοκη τη διανομή των υπηρεσιών μας. Με αυτή τη λογική, προσθέτουμε κόστος παραπάνω από ό,τι αξία και το χειρότερο, απωθούμε πολλούς χρήστες.

Αναλυτικότερα, ένα πρωταρχικό εμπόδιο είναι η μετακίνηση των ατόμων με αναπηρία όρασης προς και από τη βιβλιοθήκη. Η σκέψη πολλές φορές να περάσουν το κατώφλι μιας δημόσιας βιβλιοθήκης μπορεί να είναι τρομακτική διότι μοιάζει σαν να μπαίνουν σε ξένο έδαφος. Από τη στιγμή ωστόσο που ο χρήστης μπει στο χώρο της βιβλιοθήκης και εξοικειωθεί με το περιβάλλον της, στη συνέχεια θέλει να χρησιμοποιήσει το υλικό της. Γι’ αυτό τα τυφλά παιδιά πρέπει να μαθαίνουν τους χώρους της βιβλιοθήκης από νωρίς και να εξοικειώνονται ώστε να μπορούν να κινούνται άνετα μόνα τους, χωρίς να χάνονται. Πέρα από το να χαθούν, είναι πιθανό άτομα π.χ. με περιφερειακή όραση, να προσκρούουν σε εμπόδια, όπως καρέκλες ή σκαμνιά τα οποία βρίσκονται έξω από το οπτικό τους πεδίο, ιδιαίτερα σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού, γι’ αυτό το προσωπικό πρέπει να τους περιγράφει κάθε πιθανό εμπόδιο.

Επίσης, προκειμένου να διαβάζουν άνετα στη βιβλιοθήκη πρέπει να πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις, όπως η σωστή θέση του τραπεζιού μελέτης και του βιβλίου. Όπως συμβαίνει και στη δακτυλογράφηση, ο αναγνώστης κουράζεται γρήγορα αν δεν κάθεται κατακόρυφα. Οι βραχίονες του αναγνώστη braille πρέπει να τοποθετούνται σε μια σωστή γωνία σε σχέση με την επιφάνεια ανάγνωσης. Τα έπιπλα που χρησιμοποιούνται ως επιφάνεια για τη στήριξη του υλικού ανάγνωσης πρέπει να είναι αρκετά μεγάλα ώστε να χωράνε με άνεση τα βιβλία και να μην είναι ψηλότερα από το επίπεδο των αγκώνων του.

Στη συνέχεια, τα παιδιά με αναπηρία όρασης αισθάνονται ανασφάλεια και αβεβαιότητα για το γύρω περιβάλλον και δεν παρακινούνται να ερευνήσουν νέα αντικείμενα, που βρίσκονται σε απόσταση μεγαλύτερη από το απλωμένο τους χέρι. Έτσι απομονώνονται για να αποτρέψουν οποιαδήποτε αποτυχία. Γι’ αυτό η ατμόσφαιρα της βιβλιοθήκης πρέπει να είναι ήρεμη, ατμόσφαιρα αποδοχής και αγάπης, με σεβασμό για την προσωπικότητα κάθε παιδιού. Πρέπει να καλλιεργείται η αυτοπεποίθηση με εξατομικευμένα προγράμματα που αποτελούνται από απλά, διαδοχικά βήματα και να χρησιμοποιείται γενναιόδωρα και συστηματικά ο έπαινος ως ανταμοιβή για τη σωστή συμπεριφορά.

Για να ξεκινήσει ένα άτομο με αναπηρία να διαβάσει ή να επισκεφτεί μια βιβλιοθήκη, χρειάζεται κάποιος να το έχει ενθαρρύνει για ενεργό και αυτοπαρακινούμενη ανάγνωση. Ένα παιδί με αναπηρία όρασης θα θελήσει με ευχαρίστηση να διαβάσει, αν του δοθεί μια ενδιαφέρουσα ιστορία ή αν έχει κατανοήσει την αξία της γραπτής επικοινωνίας. Το ίδιο ισχύει αν κάποιος του έχει εμφυσήσει μια θετική εικόνα για τις βιβλιοθήκες.

Το κατά πόσο τα τα άτομα με αναπηρία όρασης είναι μέλη των τοπικών τους βιβλιοθηκών δεν μπορεί να ειπωθεί διότι τα ποσοστά ποικίλλουν πολύ ανά περιοχή. Σε μερικές περιοχές μόνο το 2% είναι εγγεγραμμένα μέλη ενώ σε άλλες φτάνουν έως και το 55% (Kinnell et al., 2000). Ο κύριος λόγος για τον οποίο δεν χρησιμοποιούν τις τοπικές βιβλιοθήκες είναι η δυσκολία μετάβασης σε αυτές, η περιορισμένη επιλογή ηχοβιβλίων ή μεγαλογράμματης γραφής στις βιβλιοθήκες (19%) και η προτίμηση για ειδικές βιβλιοθήκες (11%), όπου καλύπτουν τις ανάγκες τους καλύτερα.

Στις ΗΠΑ πολλές δημόσιες βιβλιοθήκες διαθέτουν ένα ξεχωριστό τμήμα για χρήστες με αναπηρία όρασης π.χ.:

• Η βιβλιοθήκη της πολιτείας της Αριζόνα διαθέτει τμήμα braille και ομιλούντων βιβλίων
• Η βιβλιοθήκη της πολιτείας της Αϊόβα το ίδιο για τους τυφλούς και τους σωματικά ασθενείς, κ.ο.κ.

Η Διεθνής Ομοσπονδία Ενώσεων και Ιδρυμάτων Βιβλιοθηκών (IFLA) υποστηρίζει ενεργά τη γραφή braille στις βιβλιοθήκες. Στην Ελλάδα αναφέρεται ότι γενικά δεν υπάρχουν τμήματα στις βιβλιοθήκες αποκλειστικά για braille. Μια εξαίρεση είναι η βιβλιοθήκη του Παν/μίου Μακεδονίας και το ΚΕΑΤ που διαθέτει τέτοια βιβλιοθήκη. Πάντως ειδική υποδομή για τυφλούς διαθέτει η Βιβλιοθήκη Πληροφορικής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, η Βιβλιοθήκη του Παντείου Πανεπιστημίου και η Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης. Επίσης, στο ΕΚΠΑ οι βιβλιοθήκες Οικονομικών Επιστημών, Επιστημών Υγείας, Πολιτικής Επιστήμης & Δημόσιας Δοίκησης και Γλωσσολογίας διαθέτουν εδώ και πέντε χρόνια προσβάσιμους σταθμούς εργασίας για ΦμεΑ. Η Βιβλιοθήκη του ΤΕΙ Σερρών έχει δημιουργήσει ένα αξιόλογο εργαστήριο για ΑμεΑ (ειδικά για αισθητηριακές αναπηρίες όρασης, ακοής και κινητικές) και η Δημόσια Βιβλιοθήκη Σπάρτης παρουσιάζει επίσης αξιόλογο σχετικό έργο. Σε άλλες όμως διαπιστώνεται πως ο κύριος λόγος που δεν έχουν προνοήσει για τους χρήστες αυτούς είναι η άγνοια σχετικά με τα ζητήματα προσβασιμότητας αλλά και το μικρό ποσοστό χρηστών με αναπηρία.

Ένας άλλος λόγος που αποθαρρύνει τα άτομα με αναπηρία όρασης από τη χρήση βιβλιοθηκών είναι ότι αγνοούν βασικά πράγματα για τις υπηρεσίες τους και έχουν μια σύγχυση για θέματα, όπως χρέωση υπηρεσιών και διαθεσιμότητα εξοπλισμού, εγκαταστάσεων των δημοσίων βιβλιοθηκών για ΑμεΑ, κ.ά. Συνήθως οι περισσότεροι νομίζουν ότι η βιβλιοθήκη διαθέτει μόνο έντυπο υλικό.

Το αξιοπερίεργο, όπως έχει αναφερθεί και παραπάνω, είναι πως οι άνθρωποι που χάνουν ξαφνικά την όρασή τους, ιδιαίτερα αν συνήθιζαν να χρησιμοποιούν βιβλιοθήκες και να διαβάζουν έντυπα, συνεχίζουν να διαβάζουν ακόμη περισσότερο. Όσοι επιζητούν μόνο τη ψυχαγωγική ανάγνωση, μπορεί να βρουν αντίστοιχο υλικό. Για την εξυπηρέτηση όμως όσων ζητούν κάτι περισσότερο σε προσβάσιμη μορφή, παρουσιάζεται μια μεγάλη πρόκληση για όλα τα είδη βιβλιοθηκών. Οι περισσότερες βιβλιοθήκες για άτομα με αναπηρία όρασης έχουν δημιουργηθεί με σκοπό να τους παρέχουν υλικό για αναψυχή και σχολικά βιβλία. Καθότι δεν υπάρχει αγορά βιβλίου που να καλύπτει και τις λοιπές κατηγορίες υλικού, πολλές φορές οι βιβλιοθήκες για ΑμεΑ αναλαμβάνουν τον πολλαπλό ρόλο του εκδότη, του βιβλιοπωλείου και της βιβλιοθήκης (Sköld, 1999a).

Ένα άλλο σοβαρό εμπόδιο στη σχέση των ατόμων με αναπηρία όρασης και των βιβλιοθηκών είναι ο αρνητισμός που υπάρχει στη διάθεση των ανθρώπων απέναντι στα πρώτα, που οφείλεται στην έλλειψη πληροφόρησης. Πολλοί βιβλιοθηκονόμοι έχουν την εσφαλμένη αντίληψη ότι οι νομίμως τυφλοί (legally blind) δεν έχουν καθόλου λειτουργική όραση ενώ στην πραγματικότητα, μια πλειονότητα χρηστών με αναπηρία όρασης έχει κάποιο βαθμό λειτουργικής όρασης. Δυστυχώς αυτές είναι μερικές από τις πολλές εσφαλμένες αντιλήψεις για τις αναπηρίες όρασης, που οδηγούν και σε λανθασμένες συμπεριφορές. Έτσι, πολλοί άνθρωποι, ακόμη και ακούσια, εμποδίζουν την πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία όρασης στην πληροφορία, αγνοώντας συγκεκριμένες ανάγκες τους.

Επίσης, μέσα στη βιβλιοθήκη, τα άτομα με μειωμένη όραση μπορεί να νιώθουν αμήχανα ή ότι όλοι τους κοιτάζουν. Όταν κάνουν ερωτήσεις ή ζητάνε βοήθεια και λαμβάνουν την απάντηση “Τι πρόβλημα υπάρχει, δεν μπορείς να διαβάσεις;” αποθαρρύνονται. Το αγενές, εχθρικό ή ακόμη και αδιάφορο προσωπικό αποτελεί εμπόδιο στη χρήση της βιβλιοθήκης. Παραδείγματος χάρη, μια χρήστης ήθελε να μεγενθύνει μια σελίδα για να τη βλέπει πιο άνετα και ζήτησε να τη βοηθήσουν με το φωτοτυπικό. Το προσωπικό της έδειξε πού βρίσκεται το φωτοτυπικό αλλά εκείνη δεν μπορούσε να διαβάσει τις οδηγίες επειδή τα γράμματα ήταν μικρά. Το αποτέλεσμα ήταν το προσωπικό να της πει πως δεν μπορούσε να τη βοηθήσει επειδή η χρήση του φωτοτυπικού ήταν self‐service (Huntington & Swanson, 2002). Γι΄ αυτό όταν τα άτομα αυτά ζητούν βοήθεια, το προσωπικό πρέπει να τους πηγαίνει στην κατάλληλη περιοχή και να τους περιγράφει τι συμβαίνει όσο το δυνατόν αναλυτικότερα.

Σε γενικές γραμμές, η συμπεριφορά και οι σκέψεις των ατόμων με αναπηρία όρασης πολλές φορές δεν μπορούν να προβλεφθούν. Δηλαδή ένα τυφλό άτομο μπορεί να νιώθει αρκετή αυτοπεποίθηση να βρει μόνο του το δρόμο του μέσα στο χώρο της βιβλιοθήκης, αν λάβει μια φορά στην αρχή τη σωστή καθοδήγηση. Ωστόσο ένα άλλο άτομο μπορεί να προτιμήσει τη βοήθεια του βιβλιοθηκονόμου για να μετακινηθεί από το ένα μέρος στο άλλο. Ο βιβλιοθηκονόμος πρέπει να προσφέρει βοήθεια μόνο όταν το άτομο φαίνεται να τη χρειάζεται ή να τη ζητάει. Και όταν ζητήσει βοήθεια, τότε πρέπει να το ρωτήσει με ποιον τρόπο τη θέλει προτού του τη δώσει. Δεν πρέπει να παρέχει αυθαίρετα βοήθεια με τον τρόπο που ο βιβλιοθηκονόμος θεωρεί σωστό ή απαραίτητο. Επίσης, πάντα πρέπει η επικοινωνία να γίνεται κατευθείαν με το άτομο με την αναπηρία, όχι με το συνοδό, τον διερμηνέα, κ.ο.κ.

Πρόβλημα πλην των βιβλιοθηκών εντοπίζεται και στα βιβλιοπωλεία, όπου τα διαθέσιμα ηχοβιβλία είναι σε συντομευμένη μορφή (επίτομα) και πολύ πιο ακριβά από τα έντυπα.


Εμπειρίες & Μαρτυρίες Χρηστών με Αναπηρία Όρασης

Κλείνοντας εδώ το κομμάτι της πληροφοριακής συμπεριφοράς των ατόμων με αναπηρία όρασης και προτού μελετηθεί η σχέση τους με τις on‐line τεχνολογίες, κρίθηκε σκόπιμο στο σημείο αυτό να παρατεθούν πραγματικές μαρτυρίες και εμπειρίες χρηστών με αναπηρία όρασης, οι οποίοι τις κατέθεσαν στη καμπάνια του RNIB (Royal National Institute for the Blind) “Δικαίωμα στην Ανάγνωση” και οι οποίες αποδίδουν ρεαλιστικά την κατάσταση.

Αναλυτικότερα, η Claire Cheskin (Λονδίνο) αναφέρει πως έχει διαβάσει 3 βιβλία braille στα 20 χρόνια που είναι εγγεγραμμένη ως τυφλή γιατί τα βιβλία που την ενδιαφέρουν είναι πολύ δύσκολο να τα αποκτήσει. Η Jacqueline από το Bodmin αδυνατεί να αποκτήσει τους τίτλους των αγαπημένων της συγγραφέων σε ήχο και χωρίς περικοπές.

Συνήθως στις κασέτες οι εκδότες συμπτύσσουν τα βιβλία με το σκεπτικό πως οι νέοι με αναπηρία δεν έχουν την υπομονή να ακούσουν ολόκληρες τις ιστορίες. Η περικοπή σημαίνει αφαίρεση χαρακτήρων και σκηνών και γενικώς τα ακουστικά βιβλία κόβονται έτσι ώστε να έχουν διάρκεια γύρω στις 3 ώρες. Κάποιος δηλαδή μπορεί να διαβάσει ένα βιβλίο την εβδομάδα αν ακούει μισή ώρα την ημέρα (Annichiarico, 1991). Στη βιβλιογραφία όμως υπάρχει διαφωνία για τη συντόμευση ή όχι των βιβλίων. Κάποιοι εκδότες ακουστικών βιβλίων προτιμούν τις συντομευμένες εκδόσεις ενώ άλλοι εκδίδουν μόνο ολοκληρωμένα έργα (π.χ. το Chivers Press, το Cover to Cover). Βέβαια αυτό εξαρτάται και από την υποδοχή που τυγχάνουν. Παραδείγματος χάρη στη Δανία τα συντομευμένα βιβλία δεν έτυχαν ευνοϊκής αντιμετώπισης και γι’ αυτό δεν υπάρχει και ανάλογη αγορά, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ. Σήμερα πάντως επικρατεί η τάση για ολοκληρωμένες εκδόσεις των βιβλίων (Rosenblum, 1999), τις οποίες θα ευνοήσει ακόμη περισσότερο η χρήση των MP3‐CDs που επιτρέπουν την αποθήκευση 20 ή περισσότερο ωρών.

Στη συνέχεια, ο Ibrahim Gucukoglu στο Ηνωμένο Βασίλειο για να αποκτήσει ένα βιβλίο, το οποίο αναμένεται το Νοέμβριο, πρέπει να περιμένει μέχρι το Σεπτέμβριο του επόμενου έτους για να είναι διαθέσιμο σε κασέτα και χωρίς συντμήσεις. Η Carol Ozanne (Guernsey) αποφάσισε να μην συνεχίσει τις σπουδές της επειδή το έβρισκε ακατόρθωτο από τη στιγμή που δεν μπορούσε να έχει ούτε ένα βιβλίο στα χέρια της. Σύμφωνα με τον Stuart Cunningham (Bristol, Αγγλία), το υλικό της δημόσιας βιβλιοθήκης της περιοχής του είναι τόσο απαρχαιωμένο που η ποιότητα του ήχου έχει εξαθλιωθεί από την κατάχρηση.

Ο Damon Rose από το Λονδίνο βρίσκει γελοίο το γεγονός πως οι τυφλοί πρέπει να γίνονται οι εκδότες για τους ίδιους τους εαυτούς διότι αν θέλουν να διαβάσουν ένα βιβλίο, πρέπει να το σκανάρουν (κάτι το οποίο μπορεί να πάρει γύρω στις 8 ώρες, μια ολόκληρη δηλαδή εργασιακή ημέρα) ενώ οι υπόλοιποι συμφοιτητές τους μπορούν, μπαίνοντας απλά στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη, να αναζητήσουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες και να τροφοδοτήσουν το μυαλό τους. Τα τυφλά άτομα πρέπει να δουλεύουν 10 φορές πιο σκληρά στο πανεπιστήμιο από ότι οι βλέποντες συμφοιτητές τους, γι’ αυτό και οι περισσότεροι τυφλοί παίρνουν χαμηλότερους βαθμούς από ότι θα μπορούσαν λόγω της υπεράνθρωπης προσπάθειας που καταβάλλουν.

Η Barbara, 23 ετών, σπουδάζει καλές τέχνες και το διάβασμα είναι ένα από τα πολλά ενδιαφέροντά της. Είναι πολύ απογοητευμένη από την τοπική της βιβλιοθήκη στα νοτιο‐ανατολικά της Αγγλίας. Χαρακτηριστικά αναφέρει: “Η τοπική μου βιβλιοθήκη έχει ένα μικρό αριθμό κασετών. Οι κασέτες δεν είναι γυρισμένες στην αρχή και δεν έχουν ετικέτες, καθιστώντας έτσι δύσκολο να καταλάβω ποια πάει πρώτη και ποια όχι. Ο αυτοματοποιημένος κατάλογος δεν είναι προσβάσιμος αλλά το προσωπικό συνήθως είναι εξυπηρετικό. Μου είπαν για την υπηρεσία διανομής υλικού στα σπίτια των ΑμεΑ αλλά πρέπει να περιμένω στη λίστα αναμονής για τους επόμενους τέσσερις μήνες”.

Ο Jack, παντρεμένος, με παιδιά και μια επιτυχημένη καριέρα στον εθελοντικό τομέα, γράφει: “Ένας από τους τρόπους με τους οποίους νιώθω ότι η οπτική μου αναπηρία με επηρεάζει είναι το πώς αποκόβομαι από τα βιβλία. Πολύ λίγα πράγματα είναι διαθέσιμα προς ανάγνωση σε οποιοδήποτε προσβάσιμο μέσο. Επίσης, για να βρω τι είναι διαθέσιμο και σε ποια μορφή είναι ένας πραγματικός εφιάλτης. Ζηλεύω τους ανθρώπους που μπορούν απλά να μπουν σε μια δημόσια βιβλιοθήκη, να φυλλομετρήσουν χιλιάδες τίτλους και να διαλέξουν. Είναι τόσο απλό, τόσο εύκολο για αυτούς και τόσο δύσκολο για μένα”.

Ο Barry, 60 ετών, είναι τυφλός για περισσότερο από 40 χρόνια. Του αρέσει να ακούει βιβλία σε κασέτα και ειδικά βιογραφίες. Ωστόσο, πρέπει να στηρίζεται σε έναν εθελοντή της τοπικής βιβλιοθήκης που τον επισκέπτεται μηνιαία. “Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορείς να διαλέξεις. Δεν ξέρεις καν τι είναι διαθέσιμο”, αναφέρει.

Από την άλλη πλευρά υπάρχουν πολλοί οργανισμοί και φορείς που απογοητεύονται από την εμφανή έλλειψη απαίτησης και ενδιαφέροντος από τους χρήστες με αναπηρία για υλικό εναλλακτικής μορφής. Μπορεί να ακούσει κανείς ιστορίες για εκατοντάδες ανεπιθύμητα, αζήτητα αντίτυπα κειμένων braille να σαπίζουν σε κάποια αποθήκη επειδή κανείς δεν θέλει να τα διαβάσει. Παρόλο που ο όγκος της παραγωγής υλικού σε προσβάσιμη μορφή έχει αυξηθεί αξιοσημείωτα τα τελευταία χρόνια, η πραγματική κατανάλωση παραμένει χαμηλή και ελαττώνεται σε κάποιες θεματικές περιοχές. Αυτή η παράδοξη κατάσταση, από τη μια δηλαδή η πλειονότητα των ατόμων με αναπηρία όρασης να παραπονιέται για την έλλειψη πρόσβασης στην πληροφορία ως μία από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις τους (Godber, 1998) και από την άλλη η αχρηστία υλικού εναλλακτικής μορφής, μοιάζει σχεδόν αδύνατο να το πιστέψει κανείς αλλά είναι πραγματικότητα!

Πιθανοί λόγοι εξήγησης αυτής της κατάστασης είναι ότι οι φορείς για ΑμεΑ και τα ειδικά τυπογραφεία παράγουν υλικό χωρίς να έχουν μελετήσει πρώτα τις πληροφοριακές ανάγκες των τυφλών και αμβλύωπων με χαμηλή όραση, τι βιβλία δηλαδή έχουν ανάγκη. Βασισμένοι λοιπόν σε εικασίες και χωρίς να έχουν μελετήσει τις ανάγκες και τη γνώμη των ατόμων αυτών, παράγουν υλικό που ήδη υπάρχει ή σε θεματικές περιοχές που είναι ήδη υπερκαλυμμένες. Αναλυτικότερα, πολλοί φορείς παράγουν διπλά και τριπλά αντίτυπα τίτλων διότι δεν υπάρχει συντονισμός μεταξύ τους αλλά ούτε και ενιαίοι κατάλογοι υλικού εναλλακτικής μορφής ώστε να δουν τι υπάρχει ήδη. Επιπλέον, οι φορείς αυτοί (νομίζοντας πως τα άτομα με αναπηρία όρασης έχουν ανάγκη μόνο από μυθιστορήματα και γενικότερα λογοτεχνία) συνεχίζουν να παράγουν τίτλους που έχουν να κάνουν ως επί το πλείστον με μυθιστορήματα και γενικότερα με τη ψυχαγωγία, τίτλους δηλαδή που φροντίζουν να παρέχουν εδώ και χρόνια οι περισσότερες δημόσιες βιβλιοθήκες, οι ειδικές βιβλιοθήκες για άτομα με αναπηρία όρασης, τα βιβλιοπωλεία, κ.ο.κ. Το αποτέλεσμα είναι όταν όλοι οι φορείς παρέχουν υλικό της ίδιας θεματικής περιοχής (και πολλές φορές τους ίδιους ή περιορισμένης ποικιλίας τίτλους), το σίγουρο είναι ότι τα ΑμεΑ θα έχουν διαβάσει πολλούς από αυτούς και δεν θα έχουν τι άλλο να διαβάσουν, τα ποσοστά χρήσης τους δεν θα αυξάνονται και οι ανάγκες των ΑμεΑ που αναζητούν κάτι περισσότερο θα παραμένουν ανικανοποίητες.


On‐line Τεχνολογίες

Από όλες τις αναπηρίες που επηρεάζουν τη χρήση του υπολογιστή, η πιο σημαντική και καθοριστική είναι η οπτική. Όταν ο χρήστης δεν βλέπει την οθόνη, διερωτάται κανείς κατά πόσο μπορεί να χρησιμοποιήσει τον Η/Υ, να διαβάσει και να ερμηνεύσει το κείμενο, τα γραφικά, τα μενού και τις άλλες οπτικές λεπτομέρειες της οθόνης ή ενδείξεις του πληκτρολογίου και τέλος να χρησιμοποιήσει το πολυμεσικό υλικό.

Η θετική επίδραση του υπολογιστή και του Διαδικτύου στη ζωή των ατόμων με αναπηρία όρασης είναι αναμφισβήτητη. Το Διαδίκτυο είναι μια από τις πιο αξιοσημείωτες εξελίξεις μετά την ανακάλυψη του braille γιατί για πρώτη φορά οι τυφλοί και με χαμηλή όραση έχουν πρόσβαση στον ίδιο πλούτο πληροφορίας, όπως οι βλέποντες. Ο Ιστός επαυξάνει την προσβασιμότητα, την ανεξαρτησία, την αυτοπεποίθηση, τις επικοινωνιακές επιδεξιότητες και την ποιότητα ζωής των ΑμεΑ. Η χρήση ψηφιακών ηλεκτρονικών τεχνικών πέρα από την ανεξαρτησία, τη διευκόλυνση και ελευθερία που παρέχει, διασφαλίζει περισσότερη διακριτικότητα και μυστικότητα στη ζωή τους. Παλιότερα, ο τυφλός έπρεπε να πληρώνει κάποιον να του διαβάσει το προσωπικό του υλικό, όπως γράμματα, τραπεζικούς λογαριασμούς, συνταγές φαρμάκων, κ.ά. με αποτέλεσμα να μην υπήρχε καμία μυστικότητα καθώς ολόκληρη η προσωπική ζωή του γινόταν γνωστή τουλάχιστον σε ένα δεύτερο άτομο. Σήμερα όμως η τεχνολογία (π.χ. λογισμικό αναγνώρισης φωνής, πινακίδα braille, κτλ.) επιτρέπει στα άτομα με αναπηρία όρασης να έχουν ανεξάρτητη πρόσβαση και διακριτικότητα.

Από την άλλη ο Η/Υ είναι μία από τις μεγαλύτερες βοήθειες προσβασιμότητας που έχει δημιουργηθεί ποτέ αλλά οι τυφλοί έχουν χάσει έδαφος τα τελευταία χρόνια κυρίως λόγω της αυξημένης χρήσης γραφικών και βίντεο αλλά και της φτωχής σχεδίασης του Ιστού. Παρόλα αυτά, στην τρέχουσα φάση υπάρχουν λίγες πληροφορίες για την επίδραση του Ιστού στις ζωές των ατόμων με αναπηρία όρασης. Δεν υπάρχουν πραγματικά δεδομένα που να αντικατοπτρίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται και βιώνουν αυτό το πολύτιμο πληροφοριακό εργαλείο, το Διαδίκτυο (Berry, 1999).

Η εκμάθηση ηλεκτρονικών υπολογιστών από τα τυφλά ή αμβλύωπα άτομα δεν είναι κάτι καινούργιο, απλά πρέπει κάθε φορά να προσαρμόζεται η ειδική τεχνολογία των ΑμεΑ στη συνεχώς μεταβαλλόμενη, βελτιωμένη και πάντα πιο αναπτυγμένη τεχνολογία που χρησιμοποιούν τα άτομα με ακέραιη όραση. Η μερίδα των ατόμων με αναπηρία όρασης που χρησιμοποιούν υπολογιστές αποτελούν ακόμη μειονότητα αλλά αυτοί που το κάνουν είναι πολύ ικανοί και χρησιμοποιούν μια ποικιλία λειτουργιών. Παραδείγματος χάρη οι μερικώς βλέποντες χρήστες χρησιμοποιούν το ποντίκι, οι τυφλοί το πληκτρολόγιο σαν μονάδα εισόδου, εκτός αν αντιμετωπίζουν κάποια επιπρόσθετη κινητική ή φυσική αναπηρία, κ.ο.κ.

Στην Ελλάδα το ποσοστό των τυφλών χρηστών Η/Υ εκτιμάται γύρω στο 8 με 10% ενώ των χρηστών του Διαδικτύου στο 2‐3%. Η απόκλιση αυτή είναι τεράστια συγκρινόμενη με το ποσοστό χρήσης των Η/Υ από τους αρτιμελείς στη χώρα μας (60%) αλλά και με αυτό της Ε.Ε (80%). Έρευνα που διεξήγαγε ο τομέας Στατιστικών Βιβλιοθηκών και Πληροφόρησης του Πανεπιστημίου Loughborough της Βρετανίας έδειξε ότι κατά μέσο όρο το 23% των ατόμων με αναπηρία όρασης χρησιμοποιεί τον υπολογιστή για την αναζήτηση πληροφοριών. Η χρήση υπολογιστών στις νεότερες ηλικίες είναι κατά πολύ υψηλότερη (98% κάτω των 25 ετών και 53% σε άτομα 25‐64 ετών). Τα άτομα με αναπηρία όρασης χρησιμοποιούν τον Ιστό για να ικανοποιήσουν τις πληροφοριακές τους ανάγκες, μιας και για τους εντυπο‐ανάπηρους η έλευση της ψηφιακής πληροφορίας τα τελευταία 20 χρόνια έχει υπάρξει τρομερό πλεονέκτημα (Peters et al., 2004).

Δυστυχώς όμως το κόστος του απαραίτητου λογισμικού και των αναγκαίων τεχνικών βοηθημάτων καθιστά την χρήση του Η/Υ και του Διαδικτύου επιτρεπτή μόνο σε όσους διαθέτουν υψηλό οικονομικό εισόδημα, προσδίδοντας στη χρήση αυτή σαφή ταξικά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα ένας μέσος Η/Υ κοστίζει 1.000 ευρώ ενώ για να γίνει προσβάσιμος για τυφλούς χρειάζονται 2.200 ευρώ. Το κόστος ενός κοινού εκτυπωτή είναι 90 ευρώ ενώ ο αντίστοιχος εκτυπωτής braille κοστίζει 4.000 ευρώ. Η διαμόρφωση αυτού του υψηλού κόστους οφείλεται στο περιορισμένο μέγεθος της αγοράς των τυφλών χρηστών παγκοσμίως. Βέβαια τα δεδομένα αυτά στην Ελλάδα άλλαξαν μέσω ενεργειών του ΥΠΕΠΘ όπου όλοι οι μαθητές με αναπηρία έλαβαν τον κατάλληλο εξοπλισμό προσωπικών ΥΤ. Επιπλέον, η αγορά ΥΤ για όλους τους ΦμεΑ επιδοτείται από το ΕΠ της ΚτΠ τα τελευταία δυο χρόνια και κάποια πανεπιστήμια στην Ελλάδα έχουν ξεκινήσει εδώ και χρόνια και επιδοτούν από μόνα τους τον εξοπλισμό για ΦμεΑ.

Σύμφωνα με μελέτη του Nielsen Norman Group “ο Ιστός είναι γύρω στις 3 φορές ευκολότερος προς χρήση για τους βλέποντες χρήστες από ότι για τους τυφλούς ή τους μερικώς βλέποντες” (Coyne & Nielsen, 2001). Αυτό ισχύει διότι οι εν λόγω χρήστες αντιμετωπίζουν μια σειρά προβλημάτων στο ηλεκτρονικό περιβάλλον:

• Η μη σήμανση των γραφικών παραστάσεων, εικόνων, πινάκων, φωτογραφιών και πλαισίων προκαλεί προβλήματα ανάγνωσης των κειμένων στην οθόνη και θέασης των γραφικών παραστάσεων. Το αποτέλεσμα είναι να ακούν μακρές περιγραφές των ιστοθέσεων από τον αναγνώστη οθόνης που χρησιμοποιούν. Τα πλαίσια ιδίως έχουν υπάρξει το κυριότερο πρόβλημα πρόσβασης των τυφλών στις ψηφιακές βιβλιοθήκες.

• Πολλά άτομα με αναπηρία όρασης αντιμετωπίζουν προβλήματα πρόσβασης με τις περισσότερες ιστοθέσεις. Ακόμη και αν ο χρήστης ακούει τις περιγραφές γραφικών, κ.ά., πολλές φορές πολύπλοκοι πίνακες δεδομένων και γραφικά δεν μεταφράζονται ξεκάθαρα, γι’ αυτό πρέπει να υπάρχουν γραπτές περιλήψεις τους που οι τυφλοί χρήστες μπορούν να ακούσουν με τον αναγνώστη οθόνης.

• Το κύριο πρόβλημα είναι ότι οι πολύπλοκες σελίδες με χαρακτηριστικά πλοήγησης χρησιμοποιούν δυο διαστάσεις ενώ οι υποστηρικτικές τεχνολογίες περιορίζουν τους τυφλούς σε μια γραμμική σειρά της πληροφορίας.

• Η κακή σχεδίαση της ιστοσελίδας αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για τους τυφλούς και τους δημιουργεί τη μεγαλύτερη απογοήτευση παρόλο που είναι εύκολο να λυθεί. Για τους χρήστες με αναπηρία όρασης το περιεχόμενο είναι που καθιστά έναν ιστοτόπο σπουδαίο διότι καλή είναι η ιστοσελίδα που δεν υποχρεώνει τον επισκέπτη να την εγκαταλείψει.

• Τα άτομα με αχρωματοψία αντιμετωπίζουν πρόβλημα με τις ιστοθέσεις που δεν έχουν επαρκή αντίθεση χρωμάτων. Επίσης, μπορούν να χαθούν, όταν οι επιλογές της πλοήγησης και το περιεχόμενο απαιτούν την ικανότητα διάκρισης του ενός χρώματος από το άλλο.

• Συνήθως οι σελίδες που απευθύνονται σε νέους έχουν πολλά ανόητα γραφικά που τραβούν την προσοχή, χρησιμοποιούν έγχρωμο κείμενο και φόντο με σχέδια, κάνοντας την πλοήγηση και την ανάγνωση δύσκολη για τα άτομα με χαμηλή όραση ή αχρωματοψία.

• Οι χρήστες με μερική όραση, όταν υπάρχει υπογραμμισμένο κείμενο, δυσκολεύονται να διακρίνουν το πραγματικό κείμενο όταν η γραμμή ακουμπάει ελαφρά στο κάτω μέρος των γραμμάτων.

• Όταν συναντούν ολόκληρες λέξεις στα κεφαλαία, τα άτομα με χαμηλή όραση μπορεί να δυσκολεύονται να διακρίνουν την αρχή και το τέλος της λέξης.

• Τα chat rooms, όπου πολλοί φοιτητές συζητούν ταυτόχρονα ένα θέμα, είναι πολύ δύσκολο να τα παρακολουθήσουν τυφλά άτομα, ακόμη και με λογισμικό ανάγνωσης οθόνης.

Ένας τυφλός που “σερφάρει” στον Ιστό κατά πάσα πιθανότητα θα χρησιμοποιήσει τον ίδιο Η/Υ με τον βλέποντα, παρόλα αυτά όμως οι κυριότεροι λόγοι για τους οποίους θα δυσκολευτεί να προσπελάσει τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες είναι α) η αδυναμία να πλοηγηθεί σε ένα δικτυακό τόπο με τη χρήση μόνο του πληκτρολογίου β) η μορφή των ιστοσελίδων, οι οποίες στην πλειονότητά τους βασίζονται, εκτός από το κείμενο, στα γραφικά (Kautzman, 1998). Η χρήση βοηθητικής τεχνολογίας μπορεί να διευκολύνει την πρόσβαση στο περιεχόμενο, αρκεί όμως να συνδυάζεται με τη σωστή σχεδίαση του δικτυακού τόπου.

Λόγω των παραπάνω εμποδίων, μερικοί τυφλοί χρησιμοποιούν φυλλομετρητές κειμένου (π.χ. Lynx) ή φωνητικούς φυλλομετρητές (voice browsers). Χρησιμοποιούν επίσης γρήγορες στρατηγικές πλοήγησης όπως tabbing μεταξύ των επικεφαλίδων ή των συνδέσμων πάνω στις ιστοσελίδες από το να διαβάζουν κάθε λέξη στη σελίδα.

Εξαιτίας όλων των παραπάνω, οι τυφλοί και οι αμβλύωπες με χαμηλή όραση αντιμετωπίζουν πρόβλημα πρόσβασης και αντίληψης των πληροφοριών, ιδιαίτερα στις ψηφιακές βιβλιοθήκες όπου γίνεται εκτεταμένη χρήση πληροφοριών και επιστημονικών οπτικών τεχνικών. Οι περισσότερες δεν προσφέρουν χαρακτηριστικά προσβασιμότητας και δεν χρησιμοποιούν ακουστικές και απτικές τεχνικές παρουσίασης (παρά μόνο οπτικές) που να επιτρέπουν στα ΑμεΑ να αντιλαμβάνονται την πληροφορία μέσω της ακοής και της αφής. Μια τέτοια ιδανική ψηφιακή βιβλιοθήκη, που θα χρησιμοποιούσε πολλαπλές πληροφοριακές επιλογές, θα μπορούσε να εξυπηρετήσει και άτομα χωρίς αναπηρία επειδή οι χρήστες θα μπορούσαν να αντιληφθούν και να αναλύσουν μια επιστημονική πληροφορία χρησιμοποιώντας τρία πληροφοριακά κανάλια (ακοή, αφή και όραση).

Παρόλο που τα τελευταία χρόνια έρευνες όπως αυτές του Nielsen Norman Group και το ερευνητικό πρόγραμμα Towel (Harper et al., 1999) έχουν αρχίσει να αντιμετωπίζουν ζητήματα συμπεριφοράς του χρήστη και χρηστικότητας, η διαθέσιμη βιβλιογραφία για τη σχέση των ατόμων με αισθητηριακές αναπηρίες όρασης με τις on‐line τεχνολογίες είναι ελάχιστη. Δυστυχώς πολύ λίγα πράγματα είναι γνωστά για τον τρόπο που τα άτομα αυτά λειτουργούν σε ένα πολυμεσικό περιβάλλον, τις στρατηγικές φυλλομέτρησης που χρησιμοποιούν, τον τρόπο πλοήγησής τους σε διεπαφές, κ.ά. Παρόλο που τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί δείγματα τέτοιας έρευνας [π.χ. η μελέτη των Oppenheim & Selby (1999), του Jakob Nielsen, κ.ά.] το απογοητευτικό είναι πως η γενική έρευνα για την πληροφοριακή συμπεριφορά των ατόμων με αναπηρία όρασης τείνει ακόμη να εικάζει οπτικές ικανότητες, τις οποίες μπορεί καν να μην κατέχουν.

Σε αυτή την ανεπάρκεια δεδομένων, υπήρξε πολύ σημαντική η συμβολή του ερευνητικού προγράμματος NoVA του CERLIM (Centre for Research in Library and Information Management), το οποίο επεδίωξε να αυξήσει την κατανόηση για την ανάκτηση των πληροφοριών από τα άτομα με αναπηρία όρασης, εξετάζοντας συγκεκριμένα τη σειριακή αναζήτηση σε μη σειριακό περιβάλλον ψηφιακών βιβλιοθηκών.

Στην έρευνα αυτή συμμετείχαν 20 άτομα με ακέραιη όραση και 20 με αναπηρία όρασης, ηλικίας 21‐50 ετών, εξοικειωμένα με το Διαδίκτυο και τη βασική αναζήτηση ή φυλλομέτρηση ιστοσελίδων (Craven, 2003). Στο πλαίσιο της έρευνας εξετάστηκε η πλοήγηση:

• Σε μια μηχανή αναζήτησης
• Σε OPAC βιβλιοθήκης
• Σε online ευρετήριο πόρων και
• Σε εμπορική online shopping ιστοσελίδα

καταλήγοντας σε σημαντικά πορίσματα για τη συμπεριφορά των ατόμων με αναπηρία όρασης.

Σύμφωνα με αυτά, οι χρήστες με εμπειρία στις ΥΤ χρησιμοποιούν τις επιλογές που τους προσφέρονται και έχουν μεγαλύτερο βαθμό ελέγχου κατά την αλληλεπίδρασή τους με μια ιστοσελίδα. Οι εξοικειωμένοι χρήστες μπορούν να ψάχνουν καλύτερα μια συγκεκριμένη πληροφορία μέσα στη σελίδα, να την ταξινομούν αλφαβητικά, να αποφεύγουν επαναλήψεις και να πετυχαίνουν καλύτερα το στόχο τους από ότι οι μη έμπειροι και λιγότερο καταρτισμένοι χρήστες (χωρίς βέβαια αυτό να είναι ο κανόνας).

Όλοι οι χρήστες, αδιακρίτως αναπηρίας, ξοδεύουν κάποιο χρόνο εξετάζοντας τη διάταξη της ιστοσελίδας προτού αποφασίσουν πώς θα προχωρήσουν αλλά αυτοί οι χρόνοι αξιολόγησης είναι διαφορετικοί για τον καθένα. Αναλυτικότερα, οι βλέποντες χρήστες ρίχνουν γενικά μια ματιά στη σελίδα, σαρώνοντας την γρήγορα για σχετικές πληροφορίες ή συνδέσμους και διαλέγουν με μεγάλη άνεση τα τμήματα που είναι πιο σχετικά στις ανάγκες τους. Αντίθετα, οι τυφλοί ή οι αμβλύωπες με χαμηλή όραση πρέπει να ακούσουν το κείμενο να τους διαβάζεται δυνατά μέσω του αναγνώστη οθόνης (πράγμα που τους παίρνει κάποιο χρόνο), να πλοηγούνται σειριακά μέσα σε ένα πλαίσιο ανά φορά και να ανατρέχουν πίσω. Κατά τις αναζητήσεις τους σε μηχανές αναζήτησης και OPAC, τα άτομα με αναπηρία όρασης εξετάζουν τις σελίδες περισσότερες φορές από ότι οι βλέποντες γιατί η μηχανή αναζήτησης περιέχει πολλές πληροφορίες και η ορολογία που χρησιμοποιείται συνήθως στους OPAC τους είναι άγνωστη, με αποτέλεσμα να ακούν τις σελίδες κάμποσες φορές για να αποφασίσουν πώς θα προχωρήσουν. Παρόλο που μερικοί χρήστες είναι ικανοί να τις ακούν σε υψηλή ταχύτητα μέσω του συστήματος μετατροπής κειμένου σε ομιλία (η ταχύτητα ρυθμίζεται στο σύστημα αυτό), άλλοι ξοδεύουν περισσότερο χρόνο και συχνά πρέπει να ανατρέχουν πίσω και να ακούν δεύτερη ή τρίτη φορά το κείμενο για να βεβαιωθούν ότι δεν έχουν χάσει κάποιο ζωτικό κομμάτι της πληροφορίας. Σημειωτέο πως οι αναγνώστες οθόνης πάντα ξεκινούν το διάβασμα από αριστερά προς τα δεξιά ενώ οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν τη φυσική τους όραση πιθανότατα ξεκινούν το διάβασμα από διάφορα σημεία, προτού ξεκινήσουν με την πρώτη πρόταση.

Οι τυφλοί ή αμβλύωπες με χαμηλή όραση χρειάζονται 3‐5 φορές περισσότερο χρόνο να ολοκληρώσουν την αλληλεπίδραση με μια μηχανή αναζήτησης και τον OPAC από ότι οι βλέποντες χρήστες (υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις). Αυτό οφείλεται:

• Στο πλήθος των συνδέσμων που υπάρχουν στις ιστοσελίδες. Ο μεγάλος αριθμός συνδέσμων σε μια ιστοσελίδα δεν διευκολύνει τους χρήστες να διακρίνουν τα νοηματικά συνδεδεμένα τμήματα του δικτυακού τόπου και επιφέρει προβλήματα αποπροσανατολισμού και ανεπαρκούς πλοήγησης.

• Στο γεγονός ότι οι δικτυακοί τόποι δεν είναι εύκολο να αναζητηθούν με γραμμικό τρόπο

Ύστερα από όλα αυτά τα στοιχεία, το αποδεκτό μήκος χρόνου που ξοδεύεται για την αναζήτηση της πληροφορίας μπορεί να έχει επίπτωση στην επιτυχία της καθώς κατά μέσο όρο οι χρήστες τείνουν να σταματούν μετά από 16 λεπτά, είτε έχουν βρει όλες, μερικές ή καμία πληροφορία.

Αναλυτικότερα, οι χρήστες θέλουν “ο χρόνος ανταπόκρισης να είναι μικρότερος από ένα δευτερόλεπτο όταν μετακινούνται από τη μια σελίδα στην άλλη. Συγκεκριμένα το ένα δέκατο του δευτερολέπτου (0.1) είναι το όριο που έχει κανείς ώστε οι χρήστες του να νιώσουν ότι το σύστημα ανταποκρίνεται αμέσως. Επίσης το ένα δευτερόλεπτο περίπου είναι το όριο για να μη διακοπεί η ροή σκέψης του χρήστη, παρόλο που ο τελευταίος θα παρατηρήσει την καθυστέρηση. Τέλος, για να κρατήσει κανείς την προσοχή και το ενδιαφέρον ενός χρήστη στην ιστοσελίδα, το όριο είναι περίπου 10 δευτερόλεπτα. Ως προς τη χρήση των πλήκτρων, τα άτομα με αναπηρία όρασης χρησιμοποιούν μεγαλύτερο συνδυασμό και ποικιλία διαφορετικών πλήκτρων (συγκεκριμένα 16 στην έρευνα) ενώ οι βλέποντες χρησιμοποιούν τα ίδια 6 πλήκτρα (Craven & Brophy, 2003). Τα διαφορετικά πατήματα πλήκτρων βέβαια έχουν να κάνουν με τις υποστηρικτικές τεχνολογίες που χρησιμοποιούν, οι οποίες προσφέρουν μια ποικιλία τρόπων πλοήγησης μιας σελίδας, όπως πάνω και κάτω βέλος, το πλήκτρο tab, πλήκτρα συντομεύσεων (short cut keys), κ.ά.

Συνήθως για να καταλάβει ένας χρήστης αν μια σελίδα φόρτωσε, βασίζεται σε οπτικές ενδείξεις, όπως το μήνυμα “Document Done”. Οι χρήστες όμως που δεν βλέπουν και δεν μπορούν να αποκωδικοποιήσουν τα μηνύματα αυτά, χρησιμοποιούν αναγνώστη οθόνης και στηρίζονται σε ακουστικές ενδείξεις (π.χ. θορύβους από το σκληρό δίσκο) ή περιμένουν να ακούσουν τον αναγνώστη οθόνης να αρχίσει την ανάγνωση από την κορυφή.

Ως προς τις πρώτες εντυπώσεις των ατόμων με αναπηρία όρασης για τις διεπιφάνειες και το είδος της πληροφορίας που περιέχουν, απαντούν ευχαριστημένοι όταν η πληροφορία παρουσιάζεται με ξεκάθαρο και λογικό τρόπο. Για τα εν λόγω άτομα οι σελίδες με πληθώρα συνδέσμων είναι χρονοβόρες και αποθαρρύνουν το χρήστη. Η σελίδα δεν πρέπει να έχει μια μακρά λίστα συνδέσμων και αν αυτό είναι αναπόφευκτο, αυτοί τουλάχιστον πρέπει να είναι ταξινομημένοι σε αλφαβητική σειρά. Παραδόξως, οι γραφικοί σύνδεσμοι των ιστοσελίδων δεν αποτελούν απαραίτητα πρόβλημα όσο υπάρχει συνοδευτικό εναλλακτικό κείμενο που να περιγράφει ξεκάθαρα πού οδηγεί ο σύνδεσμος αυτός.

Στην διενεργείσα έρευνα του NoVA, τα άτομα με την αναπηρία όρασης δήλωσαν πως η πλοήγηση στην ιστοσελίδα του OPAC “τους μπέρδευε αρκετά” και έπρεπε να “μαντεύουν πολύ”. Όταν χάνονταν, δεν ήξεραν σε ποιο σημείο βρίσκονταν ή όταν δεν ήταν σίγουροι πώς να συνεχίσουν, πήγαιναν “ένα βήμα πίσω” ή ξεκινούσαν από την αρχή.

Οι διαπιστώσεις του NoVA συμφωνούν με άλλες μελέτες χρηστικότητας αποκαλύπτοντας χωρίς έκπληξη ότι οι βλέποντες άνθρωποι βρίσκουν την αναζήτηση του Ιστού πολύ πιο εύκολη και γενικά γρηγορότερη από ότι οι μη βλέποντες. Επίσης, είναι εμφανές ότι δεν έχουν όλοι οι χρήστες πρόσβαση στις τελευταίες εκδόσεις ΥΤ λόγω του κόστους. Πολλοί διαθέτουν μια παλιότερη και πιο οικεία για αυτούς έκδοση. Το αποτέλεσμα είναι με τη σειρά τους και οι ΥΤ να παρουσιάζουν τα δικά τους προβλήματα και λύσεις αναφορικά με την πλοήγηση του Ιστού.

Οι συμμετέχοντες στην έρευνα του NoVA δήλωσαν πως προτιμούν τον Ιστό ως μέσο εύρεσης πληροφοριών, γι’ αυτό πρέπει να γίνει πολύ περισσότερο φιλικός προς το χρήστη για να ελκύσει περισσότερα άτομα με αναπηρία όρασης. Ωστόσο κάποιοι ανέφεραν και τους έντυπους πόρους ως μέσο εύρεσης πληροφοριών, άλλοι την επίσκεψη στην τοπική βιβλιοθήκη και κάποιοι το ραδιόφωνο.

Σύμφωνα με μελέτες τυφλών και αμβλύωπων χρηστών του Ιστού η οργάνωση του περιεχομένου και τα μονοπάτια πλοήγησης είναι οι πιο σημαντικοί παράγοντες που μπορεί να βοηθήσουν στην αναζήτηση της πληροφορίας. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως η συμμόρφωση των ιστοσελίδων με τις κατευθυντήριες οδηγίες εγγυάται και τη χρηστικότητά τους, όπως δείχνει και έρευνα ατόμων με αναπηρία όρασης που χρησιμοποιούσαν τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες δημοσίων βιβλιοθηκών (Lewis, 2004).

Τέλος, ρόλο στον τρόπο αναζήτησης και πλοήγησης των ιστοσελίδων μπορεί να διαδραματίζει το μαθησιακό και γνωστικό στυλ των ΑμεΑ. Δηλαδή τα στυλ “field dependent” και το “field independent” είναι πιθανό να επηρεάζουν διαφορετικά την επιτυχία της αναζήτησης του χρήστη σε ένα μη γραμμικό περιβάλλον Ιστού. Οι “field dependent” χρήστες τείνουν να πλοηγούνται με ένα γραμμικό τρόπο, κινούμενοι συστηματικά προς τα κάτω σε μια σελίδα ενώ οι field independent χρήστες τείνουν να κινούνται ελεύθερα γύρω στο σύστημα, καταβάλλοντας “ένα υψηλότερο αριθμό προσπαθειών πρόσβασης από ότι οι field dependents”. Ωστόσο ακόμη και αν ένας χρήστης με αναπηρία έχει τη φυσική κλίση να υιοθετήσει μια μη γραμμική (field independent) προσέγγιση, είναι αναγκασμένος να ακολουθήσει ένα γραμμικό μονοπάτι (field dependent) λόγω της ΥΤ που χρησιμοποιεί και τον αναγκάζει να κάνει κάτι τέτοιο (Craven, 2004).

Εν κατακλείδι, οι βλέποντες χρήστες βρίσκουν την αναζήτηση στο Διαδίκτυο πολύ ευκολότερη από ότι οι μη βλέποντες. Ανάμεσα στους χρήστες με αναπηρία όρασης, εκείνοι που έχουν αρκετή όραση για να δουν μέρος της οθόνης (είτε πηγαίνοντας κοντά είτε με μεγέθυνση) βρίσκουν την αναζήτηση ευκολότερη από τα άτομα με σοβαρή αναπηρία. Τα περισσότερα άτομα με αναπηρία δεν περιορίζονται σε ένα μόνο μέσο πληροφοριών. Χρησιμοποιούν διαφορετικά μέσα για διαφορετικές περιπτώσεις, (π.χ. χρησιμοποιούν ήχο για να υποστηρίξουν εικόνες ή εικόνες για να υποστηρίξουν ήχο) χωρίς να τα χρησιμοποιούν πάντα με την ίδια διευθέτηση.

Δεν αρκεί όμως η έρευνα αυτή αλλά χρειάζεται εις βάθος έρευνα για την αναζήτηση και συμπεριφορά των ατόμων με αισθητηριακές αναπηρίες όρασης. Η συνεχιζόμενη έρευνα θα ενημερώσει τους σχεδιαστές Ιστού και συστημάτων, θα δώσει περισσότερη ώθηση στην προσβασιμότητα και θα τονίσει την ανάγκη για “προσωποκεντρική” παρά για “συστηματοκεντρική” προσέγγιση.