Creativity

Innovation

Originality

Imagination

 

Salient

Salient is an excellent design with a fresh approach for the ever-changing Web. Integrated with Gantry 5, it is infinitely customizable, incredibly powerful, and remarkably simple.

Download

Διδακτορική διατριβή τής Άννας Κουλικούρδη με θέμα «Πληροφοριακή Συμπεριφορά των Ατόμων με Αναπηρία (ΑμεΑ) και οι Υποστηρικτικές Τεχνολογίες σε Περιβάλλον Βιβλιοθηκών». Έβδομο μέρος (Κεφάλαιο τέταρτο: Πληροφοριακή Συμπεριφορά των ΑμεΑ - Μελέτη της Πληροφοριακής Συμπεριφοράς των ΑμεΑ ως Σύνολο).

4. Πληροφοριακή Συμπεριφορά των ΑμεΑ

Στο κεφάλαιο αυτό μελετάται η πληροφοριακή συμπεριφορά των ΑμεΑ προκειμένου να καταγραφούν οι αντιλήψεις και οι εμπειρίες τους αλλά και παράλληλα να βελτιωθεί η πρόσβαση τους στην πληροφορία και η σχέση τους με τις βιβλιοθήκες.

Στη βιβλιογραφία συναντώνται δυο τάσεις έρευνας για την πληροφοριακή συμπεριφορά των ΑμεΑ. Η πρώτη αντιμετωπίζει και μελετά τα ΑμεΑ ως σύνολο, αδιακρίτως αναπηρίας ενώ η δεύτερη εξειδικεύεται ανά κατηγορία ΑμεΑ. Και στις δυο περιπτώσεις η μελέτη κατηγοριοποιείται γύρω από τέσσερις άξονες: α) αναγνωστική συμπεριφορά (σχέση των ΑμεΑ με το βιβλίο και την ανάγνωση) β) σχέση των ΑμεΑ με τις βιβλιοθήκες και το προσωπικό τους γ) υλικό για τα ΑμεΑ δ) η σχέση τους με τις on‐line τεχνολογίες.


4. Πληροφοριακή Συμπεριφορά των ΑμεΑ

«Η πληροφορία είναι δύναμη και μια υγιής δημοκρατία πρέπει να εγγυάται την πρόσβαση στην πληροφορία ισότιμα για όλους τους πολίτες της» (Hawthorne, 1997). Ωστόσο η πρόσβαση στην πληροφορία (τόσο έντυπη όσο και ηλεκτρονική), παρόλο που αποτελεί κεκτημένο δικαίωμα, δεν είναι για όλες τις ομάδες ανθρώπων το ίδιο εύκολη. Μια από τις πιο αδικημένες ομάδες είναι τα άτομα με αναπηρία, όπου η αναπηρία επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις ανάγκες τους, το υλικό που επιλέγουν και γενικότερα την πληροφοριακή τους συμπεριφορά.

Η απώλεια μιας αίσθησης (είτε αυτή είναι η όραση είτε η αφή) ή μιας ικανότητας (κινητικής, λεκτικής, κτλ) ασκεί σημαντική επίδραση στον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο εκτελεί διάφορες δραστηριότητες, διαβάζει, λαμβάνει τις πληροφορίες και γενικότερα επικοινωνεί. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα ΑμεΑ στηρίζονται κυρίως στις υπόλοιπες αισθήσεις τους, οι οποίες αποτελούν τα γνωστικά τους μέσα. Παραδείγματος χάρη, η αφή για τους τυφλούς θεωρείται η βασική αίσθηση για τη συλλογή πληροφοριών διότι καθιστά δυνατή την ανάγνωση κειμένων και γραφικών τυπωμένων σε κατάλληλη απτική μορφή. Τα άτομα με αναπηρία όρασης ή με μαθησιακές δυσκολίες χρησιμοποιούν μια άλλη αίσθηση (ακοή ή αφή) για να διαβάσουν το έντυπο υλικό ή τα άτομα με κινητική αναπηρία βρίσκουν εναλλακτικούς τρόπους να χειριστούν τη διάταξη του κειμένου.

Ο βαθμός στον οποίο κάθε άτομο είναι ανάπηρο καθορίζει τις υπηρεσίες τις οποίες χρειάζεται και οι οποίες πρέπει να είναι τέτοιες που να το καθιστούν ικανό να παίρνει και να διαλέγει αυτά τα στοιχεία τα οποία εξυπηρετούν τις συγκεκριμένες ανάγκες του. Ωστόσο σήμερα τα ΑμεΑ βρίσκονται σε έναν κόσμο πληροφοριακού απαρτχάιντ που συναντάται όχι μόνο στις φυσικές “σφαίρες” αλλά και στις αντίστοιχες ηλεκτρονικές.

Για να πάψει όμως η λειτουργική τους αναπηρία (functional disability) να συνεπάγεται και την πληροφοριακή αναπηρία τους (information disability), στην ενότητα αυτή θα μελετηθούν τα ΑμεΑ γενικά αλλά και ειδικότερα ανά κατηγορία μέσα από ορισμούς, στατιστικά, το εκπαιδευτικό επίπεδο, τη σχέση τους με την ανάγνωση και τη γραφή ώστε να μπορέσει να καταγραφεί και να μελετηθεί με ομαλό τρόπο η πληροφοριακή τους συμπεριφορά. Όσα περισσότερα γνωρίζει κανείς για τους εργασιακούς τους ρόλους, τα γενικά ενδιαφέροντα, το επίπεδο μόρφωσής τους, τους τρόπους επικοινωνίας τους, τόσο πιθανότερο είναι να τους παρέχει τις κατάλληλες υπηρεσίες που χρειάζονται.

Η μελέτη της πληροφοριακής συμπεριφοράς των χρηστών αυτών μπορεί να βοηθήσει να κατανοήσει κανείς γιατί συγκεκριμένα χαρακτηριστικά δουλεύουν επιτυχώς και γιατί κάποιοι άλλοι χρήστες φεύγουν συγχυσμένοι ή τρομοκρατημένοι από τη βιβλιοθήκη. Η πληροφοριακή συμπεριφορά ναι μεν είναι ένα καθιερωμένο πεδίο, τείνει όμως να εικάζει ικανότητες τις οποίες τα ΑμεΑ μπορεί να μην έχουν καν (Craven, 2004). Επίσης, πολλοί σχεδιαστές Ιστού αγνοούν τις ανάγκες των χρηστών και, κατά συνέπεια, στο Διαδίκτυο, ο τρόπος που έχουν οργανώσει το περιεχόμενο και την πλοήγησή του επηρεάζει κατά πολύ την πληροφοριακή συμπεριφορά των ΑμεΑ.

Ο σκοπός μελέτης της συμπεριφοράς των ΑμεΑ είναι διπλός: αρχικά να καταγραφούν και να τεκμηριωθούν οι αντιλήψεις και εμπειρίες τους και κατά δεύτερον να εξεταστεί πώς η πρόσβαση και χρήση αυτών μπορεί να βελτιωθεί.

Το να μελετήσει, να καταγράψει και να εκτιμήσει κανείς τις πληροφοριακές ανάγκες και συμπεριφορά των ΑμεΑ, είναι μια διαδικασία δύσκολη, πολύπλοκη και χρονοβόρα λόγω των διαφορετικών προσωπικών αναγκών τους. Η καταγραφή των διαθέσεων των χρηστών είναι μια πολύπλοκη εργασία (ιδιαίτερα για τα ΑμεΑ που περνούν μέσα από πολλές και μερικές φορές αντικρουόμενες μεταξύ τους διαθέσεις και ψυχολογικές καταστάσεις) με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα και να ανατρέπονται πολλά πορίσματα. Είναι αλήθεια ότι πολλά πράγματα, όπως προσωπικές συμπεριφορές, αξίες, συνήθειες των ΑμεΑ, κτλ, δεν μπορούν να μετρηθούν με κάποια ακρίβεια. Ωστόσο η παρούσα έρευνα έχει προσπαθήσει να πετύχει τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. Επειδή όμως αυτοί οι πληθυσμοί δεν παραμένουν στατικοί, τέτοιες έρευνες πρέπει να επαναλαμβάνονται περιοδικά, καθώς είναι πολύ πιθανό οι απαιτήσεις αυτής της κοινότητας να αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου.

Προτού εξεταστεί η πληροφοριακή συμπεριφορά των χρηστών με αναπηρία, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι εξής βασικοί παράγοντες που ισχύουν ανεξαρτήτως για όλες τις κατηγορίες των ΑμεΑ:

• Το δείγμα των ατόμων που θα εξεταστεί για την έρευνα. Αν εξεταστεί δηλαδή ένα μικρό σχετικά δείγμα, τότε δεν μας επιτρέπει να καταλήξουμε σε απόλυτα συμπεράσματα. Ένας μικρός αριθμός συμμετεχόντων δεν δίνει δυστυχώς τη δυνατότητα γενίκευσης των αποτελεσμάτων για όλο τον πληθυσμό των ΑμεΑ. Επίσης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πως η συμμετοχή σε τέτοιου είδους έρευνες προσελκύει συνήθως τα πιο κινητοποιημένα και ενεργητικά ΑμεΑ, κατά συνέπεια, ίσως δεν αποτελούν τυπικά δείγματα της ομάδας στην οποία ανήκουν.

• Ο τύπος και ο βαθμός της αναπηρίας (π.χ. διαφορετικοί βαθμοί μειωμένης όρασης), ο οποίος επηρεάζει τη συμπεριφορά του ατόμου. Παραδείγματος χάρη, έξι στους δέκα ανθρώπους με σοβαρή αναπηρία όρασης δεν βγαίνουν ποτέ έξω μόνοι τους και έτσι, σε καμία περίπτωση, δεν μπορούν να μεταβούν στη βιβλιοθήκη.

• Η ηλικία

• Οι συνθήκες διαβίωσης (π.χ. αν κάποιος μένει μόνος του ή αν έχει οικογένεια), οι οποίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο χρήστης αναζητά ή αποκτά την πληροφορία. Για παράδειγμα, για έναν τυφλό είναι καθοριστικής σημασίας αν ζει μόνος του ή όχι, διότι όσοι ζουν με κάποιον (συνήθως σύζυγο) λαμβάνουν μεγάλη βοήθεια κατά την αναζήτηση και ανάκτηση της πληροφορίας.

• Η οικονομική κατάσταση (αν είναι εργαζόμενοι, άνεργοι ή συνταξιούχοι) που μπορεί να μην τους επιτρέπει να πληρώνουν πρόστιμα για καθυστερημένες επιστροφές βιβλίων και έτσι να επιλέγουν να μην ξαναπάνε στη βιβλιοθήκη, κ.ά.

• Η ηλικία εκμάθησης ανάγνωσης και η συχνότητα ανάγνωσης από την ηλικία εμφάνισης της αναπηρίας

• Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την εκμάθηση ως σήμερα και ο χρόνος που διήρκεσε η εκπαίδευση στην ανάγνωση

• Το εκπαιδευτικό επίπεδο του αναγνώστη

• Ο τύπος του υλικού το οποίο διαβάζει ο αναγνώστης (π.χ. braille)

• Η αναγνωστική συμπεριφορά και συνήθεια του κάθε ατόμου διότι κάθε ένας έχει διαφορετικές αναγνωστικές συνήθειες, στρατηγικές εύρεσης και ανάκτησης των πληροφοριών που χρειάζεται για την καθημερινή διαβίωσή του

Στη βιβλιογραφία συναντώνται δυο τάσεις έρευνας για την πληροφοριακή συμπεριφορά των ΑμεΑ. Η πρώτη αντιμετωπίζει και μελετά τα άτομα με αναπηρία ως σύνολο αδιακρίτως αναπηρίας ενώ η δεύτερη εξειδικεύεται μεμονωμένα σε ένα συγκεκριμένο τύπο αναπηρίας π.χ. πληροφοριακή συμπεριφορά των δυσλεξικών.


Μελέτη της Πληροφοριακής Συμπεριφοράς των ΑμεΑ ως Σύνολο

Οι διαθέσιμες πηγές για τις πληροφοριακές ανάγκες, τη συμπεριφορά και τα ενδιαφέροντα των ΑμεΑ γενικά είναι πολύ λίγες. Παρόλο που υπάρχουν πολλές δηλώσεις στη βιβλιογραφία που τονίζουν τη σημασία της πληροφορίας για τα ΑμεΑ, λίγα είναι γνωστά για το ευρύ φάσμα των πληροφοριακών αναγκών της καθημερινής ζωής τους. Τα ΑμεΑ χρειάζονται πρόσβαση σε σχολικά βιβλία, ερευνητικές αναφορές, online βάσεις δεδομένων, ευρετήρια περιοδικών, πακέτα μαθημάτων, πληροφοριακό υλικό και οπτικοακουστικούς πόρους. Ολοένα αυξανόμενα ΑμεΑ έρχονται στη βιβλιοθήκη με προσδοκίες μεγαλύτερες από το να περπατάνε και να πλοηγούνται απλά μέσα σε αυτή. Όπως όλοι οι άλλοι χρήστες, θέλουν να μπορούν να διαβάζουν, να ερευνούν, να κρατούν σημειώσεις, να στέλνουν e‐mail, να συμμετέχουν σε προγράμματα και να έχουν πρόσβαση σε υποστηρικτικές τεχνολογίες. Αυτό που διαφέρει είναι ο τρόπος με τον οποίο προσπελαύνουν αυτές τις πληροφορίες. Κάποιοι το κάνουν μέσω των δημόσιων βιβλιοθηκών, άλλοι με τη βοήθεια ενός αναγνώστη, κάποιοι προτιμούν το υλικό αυτό να παραδίδεται στα σπίτια τους ή στα κέντρα υγείας που διαμένουν ενώ οι χρήστες με υπολογιστές, τεχνολογικές δεξιότητες και ΥΤ προτιμούν τη διανομή των βιβλίων μέσω του Διαδικτύου.

Η ανάγνωση αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο επικοινωνίας και ανεξαρτησίας και είναι σημαντική όχι μόνο για μελέτη αλλά πάνω από όλα για ευχαρίστηση και ψυχαγωγία. Η γνώση των ψυχαγωγικών ενδιαφερόντων των ΑμεΑ είναι σημαντική, ιδιαίτερα αν θέλουμε να τα ενθαρρύνουμε να διαβάζουν βιβλία και περιοδικά ή να χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο για την πληροφόρησή τους. Εκτενής βιβλιογραφική αναζήτηση απέφερε πολύ λίγα αποτελέσματα για τα ψυχαγωγικά ενδιαφέροντα (recreational interests) των ΑμεΑ. Τα ενδιαφέροντά τους ποικίλλουν μεταξύ τους, όπως ποικίλλουν και αυτά του υπόλοιπου πληθυσμού. Η μοναδική διαφορά είναι ότι η αναπηρία μπορεί να περιορίζει την ευχαρίστηση οποιασδήποτε τέτοιας δραστηριότητας. Κατά τα άλλα, οι ψυχαγωγικές προτιμήσεις των ΑμεΑ δεν διαφέρουν από τις προτιμήσεις των αρτιμελών ανθρώπων (Glausssier, 1996). Πιο συγκεκριμένα, οι προτιμήσεις φαίνεται να εξαρτώνται από την ηλικία του ατόμου και όχι από την αναπηρία ή την πάθησή του.

Η πλειονότητα των ερευνών συγκλίνει ως προς τα πληροφοριακά ζητήματα τα οποία απασχολούν τα ΑμεΑ. Το 1991 ύστερα από έρευνα στην Αυστραλία η Roth καταλήγει πως οι πληροφοριακές ανάγκες των ΑμεΑ περιλαμβάνουν (χωρίς όμως να περιορίζονται μόνο σε αυτά) τα εξής ζητήματα (ITNR, 2000):

• Πληροφορίες για υπηρεσίες και εξυπηρέτηση
• Φύση των συνθηκών αναπηρίας
• Προσβασιμότητα περιβάλλοντος
• Αστικά δικαιώματα
• Οικονομική βοήθεια και συμβουλές
• Έρευνα και στατιστικά
• Μοντέλα διανομής υπηρεσιών (π.χ. στο σπίτι)

Με τις διαπιστώσεις της Roth φαίνεται να συμφωνούν δυο χρόνια μετά και οι Tinker, McCreadie και Salvage, ότι δηλαδή οι πληροφοριακές ανάγκες των ΑμεΑ αφορούν την οικονομία, την υγεία, τη στέγαση, τη φροντίδα, τους τρόπους πληρωμής περίθαλψης και τις υπηρεσίες που μπορούν να απολαμβάνουν από το σπίτι (Tinker et al., 1993).

Σε ένα δείγμα 85 ΑμεΑ, όπου διερευνήθηκαν τα ψυχαγωγικά τους ενδιαφέροντα η τηλεόραση αποδείχτηκε η δημοφιλέστερη δραστηριότητα (42.4%) και η ανάγνωση τρίτη με ποσοστό 29.4% (μετά το ποδόσφαιρο). Κάποιοι μάλιστα εξέφρασαν συγκεκριμένα αναγνωστικά ενδιαφέροντα, όπως ιστορία, βιογραφίες, φιλοσοφία, ρομαντικά μυθιστορήματα, βιβλία μαγειρικής, μουσική, κ.ά.

Το 1994 στο πλαίσιο ενός ερευνητικού προγράμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Τυφλών ρωτήθηκαν οι εντυπο‐ανάπηροι στην Ευρώπη τι περιμένουν από την επόμενη γενιά ομιλούντων βιβλίων και εκείνοι απάντησαν πως θέλουν τα ίδια πράγματα, την ίδια στιγμή με οποιονδήποτε άλλο, με την ίδια ευκολία και ωφέλεια. Θέλουν πολύ να διαβάζουν δημοσιεύματα από όλο τον κόσμο, ανεξάρτητα από το πού παράγονται αυτά, κάτι που αντιπροσωπεύει μια αυξημένη παγκοσμιοποίηση στην εκπαίδευση, την εργασία και την ψυχαγωγία (King & Mann, 2004).

Στη συνέχεια και ο Moore φαίνεται να είναι υπέρμαχος της ιδέας ότι οι άνθρωποι με αναπηρία έχουν την ίδια γκάμα πληροφοριακών αναγκών με την υπόλοιπη κοινωνία (Moore, 2000). Χρειάζονται πληροφορίες για να συμμετέχουν πλήρως σε αυτή και ενημέρωση για τα δικαιώματα και προνόμιά τους. Ωστόσο, έχουν και επιπρόσθετες πληροφοριακές ανάγκες που προκύπτουν από την αναπηρία τους. Σε μερικές περιπτώσεις, η περιορισμένη κίνηση ή αισθητηριακή αναπηρία αποθαρρύνει τα ΑμεΑ να χρησιμοποιούν τις γενικές υπηρεσίες πληροφόρησης, με αποτέλεσμα να απαιτούν ειδική μέριμνα, ακόμη και αν η πληροφορία που ζητούν μπορεί να μην διαφέρει από αυτή που ζητούν οι σωματικά ακέραιοι.

Μια άλλη κατηγοριοποίηση των αναγκών των ΑμεΑ που συναντάται στη διεθνή
βιβλιογραφία  ίναι σε θεματικές (subject needs) και φυσικές (physical). Οι θεματικές ανάγκες περιλαμβάνουν τις ιατρικές, νομικές πληροφορίες και υλικό για όλα τα θέματα που αφορούν τα ΑμεΑ και τις υποστηρικτικές τεχνολογίες. Οι φυσικές ανάγκες αφορούν οποιαδήποτε βοήθεια χρειάζονται για να πλοηγηθούν στο φυσικό χώρο της βιβλιοθήκης λόγω της αναπηρίας τους. Επειδή τα ΑμεΑ ζητούν συχνά ιατρικές (για φάρμακα, θεραπείες, συμπτώματα, πρόοδο ασθενειών, κ.ά.) καθώς και νομικές πληροφορίες, η εγκυρότητα και ακρίβεια αυτών των πληροφοριών είναι εξαιρετικά σημαντική. Δυστυχώς όμως πολλές βιβλιοθήκες δεν έχουν τους οικονομικούς πόρους να αγοράζουν τις τελευταίες εκδόσεις αυτών των ιατρικών βιβλίων για τη συλλογή τους. Γι’ αυτό δεν είναι λίγες οι φορές που ΑμεΑ και γονείς έχουν επανειλημμένα κριτικάρει τις βιβλιοθήκες πως “δεν έχουν καλές, ενημερωμένες πληροφορίες για πολλά θέματα” (Wright & Davie, 1991). Μια εναλλακτική λύση είναι να αναζητούν τα ΑμεΑ τις πληροφορίες αυτές στον Ιστό αλλά και εκεί η αξιοπιστία τους είναι αμφισβητήσιμη.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα κατηγοριοποίηση των πληροφοριακών αναγκών των ΑμεΑ είναι σε (Heery, 1996):

• Ανάγκες άνεσης και ασφάλειας (Comfort/safety needs) π.χ. ετικέτες braille στις συσκευές

• Τεχνολογικές ανάγκες όσον αφορά τη βιβλιοθήκη (Technological library needs): π.χ. ο OPAC να παρέχει τη δυνατότητα μεγαλογράμματης εκτύπωσης ή τα cd‐roms να παρέχουν επαύξηση ήχου

• Γρήγορες, πληροφοριακές ανάγκες (Quick reference needs): π.χ. βοήθεια στην εύρεση και μεταφορά βιβλίων, στη φωτοτύπηση άρθρων, κ.ά.

Για τα ΑμεΑ, η πληροφορία μπορεί να αποτελέσει αναγκαιότητα για την επιβίωσή τους. Χρειάζονται πληροφόρηση για να αντιμετωπίσουν την αναπηρία τους και να ζήσουν με αυτή. Οι ΦμεΑ χρειάζονται τα βιβλία, όπως η πένα το μελάνι. “Η πένα και το μελάνι” γίνονται όμως μια φτωχή μεταφορά για τα ΑμεΑ όταν αυτά που οι περισσότεροι λαμβάνουν ως δεδομένα, μπορεί να είναι απροσπέλαστα για κάποιους άλλους (McAulay, 2005). Η πληροφόρηση μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας για τη ζωή και την καριέρα τους, διαδικασία τρομερά δύσκολη αν δεν ξέρουν πού να εντοπίσουν αυτή την πληροφορία. Ή ακόμη και αν ξέρουν, σύμφωνα με έρευνα του εθνικού οργανισμού αναπηρίας SCOPE το 1994, το 45% των ΑμεΑ βρίσκει δύσκολη την πρόσβαση στην πληροφορία που χρειάζεται λόγω των δυσκολιών που αντιμετωπίζει στην εργασία, το σπίτι και τα οικονομικά (Lamb & Layzell, 1994).

Γι’ αυτό τα ΑμεΑ δεν πρέπει να απομονώνονται, αντίθετα χρειάζονται πρόσβαση στην πληροφορία όπως όλοι οι ικανοί σωματικά χρήστες. Οι πληροφοριακές ανάγκες τους δεν διαφέρουν κατά πολύ από αυτές των υπολοίπων ούτε η δίψα τους για πληροφορία, το πάθος τους για διάβασμα και η αγάπη τους για λογοτεχνία. Η εμπειρία μάλιστα δείχνει ότι κάποιοι από αυτούς αναζητούν την πληροφορία με ζήλο και αποφασιστικότητα. Όπως όλοι, τα ΑμεΑ θέλουν να διάγουν ουσιαστικές ζωές και να ψάχνουν για πράγματα που θα κρατούν το μυαλό και το πνεύμα τους ζωντανό, θέτοντας το διάβασμα ψηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων τους. Αυτό που μπορεί να διαφέρει είναι τα μέσα με τα οποία λαμβάνουν και μεταδίδουν την πληροφορία.

Ως προς τις πηγές πληροφόρησης των ΑμεΑ, σύμφωνα με έρευνα, μόνο το 17% των συμμετεχόντων με αναπηρία χρησιμοποιεί τις δημόσιες βιβλιοθήκες, το 45% τους φίλους, το 38% τους φιλανθρωπικούς οργανισμούς, το 37% τις κοινωνικές υπηρεσίες και τέλος, το 36% τους θεραπευτές‐επαγγελματίες. Αυτά τα πορίσματα συμφωνούν και με μελέτες της ευρύτερης κοινότητας χρηστών, όπου οι διαπροσωπικές πηγές αναδεικνύονται πολύ δυνατές έναντι άλλων μέσων (Chen & Hernon, 1982; Warner et al., 1973). Συγκεκριμένα τα οικογενειακά μέλη ιεραρχήθηκαν ως η δημοφιλέστερη πηγή στην καθημερινή ζωή 202 συμμετεχόντων. Ίδια πορίσματα έφεραν στο φως και Βρετανικές μελέτες (Tinker et al., 1993), ότι δηλαδή τα οικογενειακά μέλη και οι φίλοι (τα άτυπα δηλαδή διαπροσωπικά δίκτυα) βρίσκονται στην κορυφή ή σχεδόν στην κορυφή των σημαντικότερων πηγών πληροφόρησης των ΑμεΑ. Διαπιστώνεται ότι ανεξαρτήτως ηλικίας, οι διαπροσωπικές πηγές προπορεύονται των μέσων μαζικής ενημέρωσης (συγκεκριμένα της εφημερίδας, της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου), με τα ινστιτούτα και τις βιβλιοθήκες να χρησιμοποιούνται λιγότερο. Ωστόσο, αυτό αναμένεται να αλλάξει διότι τα τελευταία χρόνια η ψηφιακή τεχνολογία έχει μειώσει σημαντικά την εξάρτηση των ΑμεΑ από τα βοηθητικά πρόσωπα, φέρνοντας τη μεγάλη επανάσταση. Παραδείγματος χάρη, σήμερα ο εκ γενετής τυφλός από πολύ μικρή ηλικία μπορεί να μάθει τέλεια τον χειρισμό του Η/Υ και σε συνδυασμό με τη γραφή των τυφλών και κασέτες, μπορεί να κάνει σχεδόν όλες τις εργασίες που μπορεί και ένας βλέπων, χωρίς τη μεσολάβηση άλλων.

Στη συνέχεια, η έρευνα για τις διατάξεις τις οποίες προτιμούν τα ΑμεΑ μπορεί να βοηθήσει πολύ τις βιβλιοθήκες στις αποφάσεις αγοράς υλικού και εξοπλισμού. Τα ΑμεΑ προτιμούν διαφορετικούς τύπους πληροφορίας ανάλογα με την πληροφορία. Δηλαδή όταν διαβάζουν μυθιστορήματα, εφημερίδες και περιοδικά, η πλειονότητα προτιμά τον ήχο ως διάταξη ενώ για πληροφορίες σε φυλλάδια, προτιμά τους μεγεθυντές ή αναγνώστες‐αφηγητές. Άλλοι διαβάζουν διά της αφής και κάποιοι τα καταφέρνουν με τη μεγαλογράμματη γραφή. Είναι συνηθισμένο τα ΑμεΑ να χρησιμοποιούν περισσότερες της μιας διάταξης, ανάλογα με το πόσο επείγουσα και σημαντική είναι η πληροφοριακή τους ανάγκη. Παραδείγματος χάρη, χρησιμοποιούν το braille όταν έχουν να κάνουν με πολύπλοκο κείμενο και τον ήχο για ψυχαγωγικό διάβασμα. Τα έντυπα περιοδικά, επειδή οι σελίδες τους συχνά τυπώνονται σε πολλά χρώματα, σε γυαλιστερό χαρτί και το κείμενο είναι μερικές φορές υπέρθετο πάνω από εικόνες, δυσκολεύονται να τα διαβάσουν ακόμη και με ένα καλό μεγεθυντή. Οι εφημερίδες επίσης τους δυσκολεύουν επειδή οι γραμματοσειρές που χρησιμοποιούν είναι σχετικά μικρές (Davies et al., 2001). Ένα άλλο πρόβλημα της διάταξης είναι το βάρος πολλών πληροφοριακών βιβλίων, π.χ. πολλά ευρετήρια, βιβλιογραφίες ή κατάλογοι είναι διαθέσιμα μόνο σε βαρείς τόμους με αποτέλεσμα πολλά ΑμεΑ να μην μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν. Αυτό βέβαια επιλύεται ολοένα και περισσότερο μιας και σήμερα τα περισσότερα είναι διαθέσιμα σε cd‐rom ή on‐line.

Πολλοί ΦμεΑ, λόγω των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν, είναι λογικό να αποφεύγουν τα δύσκολα “μονοπάτια” πληροφορίας (π.χ. θα προτιμήσουν το έντυπο υλικό και όχι τη μικροφόρμα). Επίσης, οι επιλογές των ΑμεΑ σε υλικό εναλλακτικής μορφής είναι περιορισμένες διότι το υλικό αυτό είναι πολύ ακριβό και χρονοβόρο στην παραγωγή, π.χ. ένα δημοφιλές ηχοβιβλίο μπορεί να κοστίσει και 3.500€ για την αφήγησή του. Σύμφωνα με μελέτες, η πρόσθεση ενός τίτλου εναλλακτικής μορφής σε μια συλλογή μπορεί να πάρει μέχρι και 2 χρόνια από την στιγμή παραγγελίας του βιβλίου μέχρι να τοποθετηθεί στο ράφι έτοιμο για δανεισμό. Εν συγκρίσει με μια έντυπη βιβλιοθήκη που μπορεί να βάλει στο ράφι της ένα βιβλίο έτοιμο για δανεισμό με λιγότερα από 40€ ανά αντίτυπο, μέσα σε 6 μήνες από τη δημοσίευσή του, αυτό το υψηλό κόστος και οι μακρόχρονες καθυστερήσεις περιορίζουν τις επιλογές ανάγνωσης των ΑμεΑ για διάβασμα ή μάθηση.

Ένας άλλος λόγος που οι περισσότερες συλλογές βιβλιοθηκών δεν περιέχουν υλικό εναλλακτικής μορφής είναι επειδή τα περισσότερα δημοσιεύματα για ΑμεΑ δημοσιεύονται από μικρά ιδιωτικά τυπογραφεία ή από μη κερδοσκοπικές εταιρείες που δεν έχουν την κατάλληλη χρηματοδότηση ή πείρα να τα προωθήσουν. Το υλικό εναλλακτικής μορφής συνήθως είναι διαθέσιμο μόνο μέσω τέτοιων συστημάτων παραγωγής και σπάνια το βρίσκει κανείς στις παραδοσιακές συλλογές των βιβλιοθηκών (Klauber, 1998). Η έλλειψη υλικού εναλλακτικής μορφής και το γεγονός ότι στην πλειονότητα το υλικό των βιβλιοθηκών είναι οπτικό, δικαιολογούν τους φόβους πολλών ανθρώπων μήπως οι ψηφιακές βιβλιοθήκες οδηγήσουν στη δημιουργία μιας “ηλεκτρονικής ελίτ”, στην οποία δεν θα έχουν λόγο τα ΑμεΑ. Όταν επινοήθηκε η γραφή, δημιουργήθηκε και τότε μια πρώτη ελίτ, η οποία αποφεύχθηκε διδάσκοντας τους ανθρώπους να διαβάζουν. Παρόμοιος τρόπος για να αποφευχθεί και η σημερινή ηλεκτρονική ελίτ είναι να διδαχθούν τα ΑμεΑ να χρησιμοποιούν τις τεχνολογίες.

Ως προς τη σχέση των ΑμεΑ με τις βιβλιοθήκες, παρόλο που οι υπηρεσίες πληροφόρησης για τα ΑμεΑ βελτιώνονται τα τελευταία χρόνια, τα χαμηλά επίπεδα εξυπηρέτησης που έχουν βιώσει στο παρελθόν, τα κάνουν να νιώθουν φοβισμένα κατά τις πρώτες τους επισκέψεις στη βιβλιοθήκη. Αν μπουν σε μια μεγάλη βιβλιοθήκη, φοβούνται ότι θα χαθούν, γι΄ αυτό και βρίσκουν τις μικρότερες ευκολότερες στην πλοήγηση. Επίσης, άπαξ και συνηθίσουν σε μια βιβλιοθήκη, τους παίρνει χρόνο μετά να συνηθίσουν σε μια άλλη, πολύ μεγαλύτερη. Πολλά είναι εκείνα τα ΑμεΑ που σταματούν να πηγαίνουν στη βιβλιοθήκη για να μην μπαίνουν στη δύσκολη θέση να παραδέχονται ότι δεν τα καταφέρνουν με το ψάξιμο στα ράφια. Πολλοί αδύναμοι αναγνώστες νιώθουν ανασφάλεια μέσα στη δημόσια βιβλιοθήκη και χρειάζεται να καταβάλλουν τεράστια προσπάθεια, με αποτέλεσμα πολλοί να παύουν να τις επισκέπτονται. Ακόμη και σε μια χώρα όπως η Σουηδία, που είναι γνωστή για το εξαίρετο σύστημα βιβλιοθηκών, τα άτομα με αναγνωστικές δυσκολίες συναντούν πολλές απογοητεύσεις στο χώρο της δημόσιας βιβλιοθήκης (Nielsen, 1997). Όσα πάλι έχουν εξοικειωθεί με τη διάταξη του χώρου, προτιμούν να πηγαίνουν κατευθείαν στα ράφια να ψάξουν αφού έχουν μάθει πιθανότατα πού θα βρουν αυτό που αναζητούν.

Παρόλο που οι προηγμένες τεχνολογίες της πληροφορίας αναμένεται να βοηθήσουν ριζικά τα ΑμεΑ στην ανάκτηση της πληροφορίας, η βιβλιοθήκη εξακολουθεί να είναι το χειρότερο μέρος το οποίο μπορούν να επισκεφτούν οι εντυπο‐ανάπηροι διότι δεν υπάρχει άλλο μέρος στη ζωή τους που να τονίζει σε τέτοιο βαθμό και τόσο συχνά την αναπηρία τους. Η φυσική πρόσβαση στις βιβλιοθήκες είναι μόνο ένα από τα πολλά ζητήματα και εμπόδια προσπέλασης και χρήσης τους καθώς υπάρχουν και πολλά άλλα.

Μεταβαίνοντας στο εσωτερικό και στις υπηρεσίες της βιβλιοθήκης, τα ΑμεΑ επίσης χρειάζονται βοήθεια. Παρόλο που τα περισσότερα αντιμετωπίζουν θετικά την πρόσβαση στο Διαδίκτυο μέσα στη βιβλιοθήκη, πολλά δυσκολεύονται να χρησιμοποιούν μια καθιερωμένη διεπαφή υπολογιστή, με ένα πληκτρολόγιο, ένα ποντίκι και μια οθόνη. Για άλλους, οι πολυμεσικές καινοτομίες φαντάζουν ως ανυπέρβλητα εμπόδια. Αγνοούν ότι οι όροι μπορούν να περικοπούν σε μια αναζήτηση και έτσι δυσκολεύονται στο σχηματισμό των λέξεων όταν πρέπει να εισάγουν hard‐to‐spell λέξεις και ονόματα. Άλλοι δεν καταφέρνουν να επιστρέψουν εμπρόθεσμα τα βιβλία που έχουν δανειστεί και καταλήγουν με πρόστιμα. Για όλους αυτούς τους λόγους, εκτιμούν ιδιαιτέρως την βοήθεια του προσωπικού. Πατώματα γεμάτα βιβλία χωρίς ορατό προσωπικό φαίνονται απρόσωπα ακόμη και σε άτομα που οι βιβλιοθήκες είναι το φυσικό τους περιβάλλον!!! Τα ΑμεΑ ναι μεν εκτιμούν τη συμβολή της τεχνολογικής προόδου αλλά πάνω από όλα εκτιμούν ένα προσιτό περιβάλλον με φιλικό πρόσωπο διότι η προσωπική επαφή είναι η καλύτερη μέθοδος προσέγγισης.

Επίσης, λόγω του τρόπου που η κοινωνία έχει αντιμετωπίσει τα ΑμεΑ, πολλοί χρήστες είναι επιφυλακτικοί με τους δημόσιους φορείς (π.χ. δημόσιες βιβλιοθήκες) και συχνά καχύποπτοι για τις υπηρεσίες που παρέχουν. Μπορεί να θεωρήσουν οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία απειλητική, εκτός και αν σε αυτή υπάρχει κάποιος που εμπιστεύονται. Οι περισσότεροι δεν ξέρουν τι μπορεί να κάνει η βιβλιοθήκη για αυτούς και δεν θα ενδιαφερθούν να μάθουν, γι’ αυτό είναι καθήκον της βιβλιοθήκης να τους ενημερώσει. Αναλυτικότερα, μερικοί αναγνώστες δεν γνωρίζουν ότι το υλικό μπορεί να ανανεωθεί από το τηλέφωνο και έτσι είτε κρατάνε τα βιβλία παραπάνω και μετά πληρώνουν πρόστιμα είτε δανείζονται βιβλία πολύ σπάνια επειδή φοβούνται τα πρόστιμα για ληξιπρόθεσμα βιβλία. Λόγω των προαναφερομένων εμποδίων, τα ΑμεΑ καταφεύγουν στις ειδικές βιβλιοθήκες, που είναι κυρίως φιλανθρωπικού χαρακτήρα. Οι τυφλοί καταφεύγουν “στη βιβλιοθήκη για τυφλούς” και οι Κωφοί στη βιβλιοθήκη του σχολείου Κωφών. Το πρόβλημα όμως μεγαλώνει για τις ομάδες εκείνες (π.χ. αυτιστικοί) για τις οποίες δεν υπάρχουν ειδικές βιβλιοθήκες.

Από την πλευρά του, ο βιβλιοθηκονόμος δυσκολεύεται να εξυπηρετήσει τους χρήστες με αναπηρία, όταν αυτοί δεν αποκαλύπτουν την αναπηρία τους. Πολλοί φοιτητές παρουσιάζουν ήπιες αναπηρίες, τις οποίες προτιμούν να αντιμετωπίσουν παρά να αποκαλύψουν, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προσπαθήσουν περισσότερο. Δεν θέλουν να τραβούν την προσοχή λόγω της αναπηρίας τους ούτε να εμφανίζονται “διαφορετικοί” ή “χαζοί”. Επιπλέον, μερικές φορές αποφεύγουν να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες βιβλιοθηκών λόγω άσχημων προηγούμενων εμπειριών ή επειδή πιστεύουν ότι δεν θα είναι προσβάσιμες. Σημασία έχει τα ΑμεΑ όταν χρησιμοποιούν τους πόρους και τις υπηρεσίες των βιβλιοθηκών, είτε on‐site είτε απομακρυσμένα, να μην νιώθουν απομονωμένα, ευάλωτα ή διαφορετικά. Αυτό κάποιες φορές η βιβλιοθήκη το επιτυγχάνει γι’ αυτό και ένας από τους λόγους που μερικά ΑμεΑ χρησιμοποιούν τη βιβλιοθήκη ως πρωταρχική πηγή πληροφορίας είναι επειδή τη θεωρούν ουδέτερο μέρος όπου τα βιβλία δεν κρίνουν, δεν αγνοούν ή δεν περιθωριοποιούν.

Μέσα από τη βιβλιογραφία διαπιστώνει κανείς γρήγορα την ανεπάρκεια έρευνας και τεκμηρίωσης για το πώς οι αποκλεισμένοι, μη χρήστες (non users) αντιλαμβάνονται τις υπηρεσίες βιβλιοθήκης. Αυτό δεν οφείλεται στην έλλειψη της έρευνας per se, αντίθετα υπάρχουν πολλές διπλωματικές, εργασίες και έρευνες αγοράς, οι οποίες μελετούν τις “πληροφοριακές και αναγνωστικές ανάγκες των χρηστών...”. Πλην λίγων όμως εξαιρέσεων, οι περισσότερες από αυτές αντιλαμβάνονται τις ανάγκες των χρηστών στο πλαίσιο της απαίτησης για ήδη υπάρχουσες υπηρεσίες βιβλιοθηκών και εστιάζουν στα επίπεδα ικανοποίησης και καθόλου παραπέρα (Muddiman et al., 2000).

Αυτό συμβαίνει διότι είναι πολύ δύσκολο να πείσει κανείς τα ΑμεΑ να αντιληφθούν τις ανάγκες τους ως οτιδήποτε άλλο πέρα από τις τυπικές και ήδη υπάρχουσες υπηρεσίες, π.χ. τον κλασικό δανεισμό βιβλίων. Αυτό γίνεται ακόμη πιο δύσκολο διότι οι χρήστες αυτοί διατυπώνουν με μεγάλη δυσκολία τις ανάγκες και επιθυμίες τους. Παραδείγματος χάρη, όταν ένα τυφλό άτομο δεν γνωρίζει καν τα βασικά δικαιώματά του μέσα σε μια βιβλιοθήκη ή ντρέπεται να πει τη γνώμη του, είναι πολύ πιο δύσκολο να προσδιορίσει τις ανάγκες του ή να προσδοκά κάτι περισσότερο από τις υπάρχουσες υπηρεσίες πληροφόρησης.

Ωστόσο, οι αποκλεισμένες ομάδες και κοινότητες θέλουν και χρειάζονται νέες υπηρεσίες, ακόμη και αν αντιλαμβάνονται αμυδρώς πώς αυτές οι υπηρεσίες μπορεί να είναι. Και δυστυχώς η έρευνα αρκείται στα παραπάνω, ενώ αυτό που χρειάζεται είναι ένα υποδειγματικό μοντέλο έρευνας, το οποίο θα ανακαλύπτει τον “πραγματικό κόσμο” αυτών των κοινωνικών ομάδων (π.χ. τα ΑμεΑ). Αν αυτό το μοντέλο έρευνας μάλιστα χρηματοδοτηθεί και υποστηριχθεί ικανοποιητικά, τότε θα αποτελέσει το πρώτο βήμα στην ανάπτυξη νέων μοντέλων υπηρεσιών πληροφόρησης και θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον εντοπισμό των πληροφοριακών και αναγνωστικών αναγκών των ΑμεΑ.

Μεταβαίνοντας στις on‐line τεχνολογίες και τη σχέση των ΑμεΑ με αυτές, διαπιστώνεται πως η πρόσβαση είναι το ζήτημα κλειδί για κάθε χρήστη. Για τους χρήστες με εντυπο‐αναπηρίες, η σχεδίαση στον online κόσμο μετράει τόσο όσο και στον φυσικό. Για παράδειγμα, η έλλειψη των alternative text tags όπου υπάρχουν εικόνες, αποτελεί εμπόδιο για τους χρήστες αναγνωστών οθόνης όπως αποτελεί η έλλειψη ραμπών για τους ανθρώπους σε αναπηρικά αμαξίδια.

Ένας μαθητής με σοβαρή κινητική αναπηρία μπορεί να προσπελάσει τις πληροφορίες με τη βοήθεια συμφοιτητών του μέσω του Διαδικτύου. Ένα ηλικιωμένο άτομο με αναπηρία, που χρειάζεται αναγνώστη οθόνης για να βρει πληροφορίες για έναν εξοπλισμό υποστηρικτικής τεχνολογίας θα μπορούσε να επικοινωνήσει με την ABLEDATA, εταιρεία η οποία θα κάνει την αναζήτηση και θα του στείλει τις απαιτούμενες πληροφορίες μέσα σε λίγες ημέρες. Η διαδικασία όμως αυτή θα ήταν πολύ πιο διαφορετική, αποτελεσματική και ενδυναμωτική εάν οι παραπάνω χρήστες μπορούσαν να λάβουν αυτές τις πληροφορίες μόνοι τους, βασισμένοι στις δικές τους ικανότητες. Στο ερώτημα αν το Διαδίκτυο ανταποκρίνεται στις πληροφοριακές ανάγκες των περισσοτέρων ειδικών πληθυσμών, η απάντηση είναι “όχι ακόμη, τουλάχιστον όχι ολοκληρωτικά”. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Judy Brewer από το WAI (Web Accessibility Initiative) “ο Παγκόσμιος Ιστός μπορεί να θέσει φραγμούς σε άτομα με διάφορα είδη αναπηρίας” (Brewer, 2005). Μάλιστα η πλειονότητα των ΑμεΑ δεν είναι ενήμερη για το Διαδίκτυο. Υπάρχουν μελέτες σε κράτη όπως Σουηδία, Πορτογαλία, κ.ά. που επισημαίνουν την επίμονη παρουσία ενός “χάσματος αναπηρίας”, όπου η διείσδυση του υπολογιστή και του Διαδικτύου είναι κατά πολύ χαμηλότερη μεταξύ των ΑμεΑ, όπως είναι και η χρήση των ηλεκτρονικών υπηρεσιών πληροφόρησης.

Στη βιβλιογραφία υπάρχει αξιοσημείωτη συζήτηση για τα οφέλη και τη δυναμική του Διαδικτύου και των λοιπών on‐line υπηρεσιών για τα ΑμεΑ. Το Διαδίκτυο φαίνεται πως προσφέρει μια μερική, τουλάχιστον, λύση σε πολλά εμπόδια και εμφανίζεται ως ο μεγάλος ισοζυγιστής για τα ΑμεΑ. “Το Διαδίκτυο έχει τη δύναμη να αλλάζει τις ζωές των ΑμεΑ” ενώ οι μικροϋπολογιστές έχουν ανακηρυχθεί ως οι νέοι σωτήρες για τα ΑμεΑ, βοηθώντας τα να κάνουν ότι δεν μπορούσαν προηγουμένως (Harris, 2003). Το Διαδίκτυο αποτελεί πλέον ένα σχολείο ίσης μεταχείρισης, ένα σχολείο όπου μπορούν να διδάσκονται τα ΑμεΑ άνευ εμποδίων και που έχει βελτιώσει ριζικά τη δυνατότητα πρόσβασης, επιφέροντάς τους ελευθερία επιλογών και ανεξαρτησία.

Η θετική επίδραση του Διαδικτύου στις ζωές των ΑμεΑ είναι εμφανής καθώς τα βοηθά να ελέγχουν την καριέρα τους, την εκπαίδευσή τους, κ.ά. Ο Ιστός έχει βοηθήσει τους ενήλικες με αναπηρία να είναι καλύτερα ενημερωμένοι, να διατηρούν επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο και να επικοινωνούν με ανθρώπους που έχουν παρόμοια ενδιαφέροντα. Για τα ΑμεΑ, οι υπολογιστές, η ανάπτυξη του Διαδικτύου, η προτυποποίηση μορφών (SGML, XML, HTML) και η ανακάλυψη εναλλακτικών τεχνολογιών πρόσβασης (πινακίδες braille, συνθέτες φωνής, κ.ά.) τους παρέχουν μια άνευ προηγουμένου ελευθερία και ανεξαρτησία. Παρόλο όμως που στην ακαδημαϊκή και όχι μόνο βιβλιογραφία, υπάρχουν πολλές αναφορές για τη θετική επίδραση του Διαδικτύου και των on‐line υπηρεσιών (π.χ. Johnson & Moxon, 1998; Newell, 1994; Astbrink, 1996; Chartres, 1998), σπάνια ακούει κανείς σε συζητήσεις της καθημερινής ζωής τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ΑμεΑ κατά την προσπέλαση του Διαδικτύου χωρίς ειδικό εξοπλισμό ή λογισμικό.

Αναλυτικότερα, παρόλο που αρκετές μελέτες έχουν εξετάσει τη χρήση του Διαδικτύου, δεν εξετάζουν συστηματικά τους τρόπους με τους οποίους τα ΑμεΑ χρησιμοποιούν τις online υπηρεσίες. Πολύ λίγα είναι γνωστά, πέρα από τις βασικές εικασίες, για τον τρόπο και την έκταση στην οποία οι online υπηρεσίες (το e‐mail, τα listservs, τα δωμάτια συζητήσεων, οι ομάδες υποστήριξης, κ.ά.) συμβάλλουν στην ποιότητα ζωής των ΑμεΑ, όπως:

• Οι ευρύτερα χρησιμοποιούμενες υπηρεσίες του Διαδικτύου από τα ΑμεΑ
• Οι κύριοι λόγοι που χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο
• Ο ρόλος των online υπηρεσιών στο να απαλύνουν τα αισθήματα απομόνωσης των χρηστών αυτών

Η έρευνα για τις on‐line στρατηγικές αναζήτησης των ΑμεΑ είναι ένα σχετικά νέο πεδίο, με αποτέλεσμα να μην έχει γίνει πολλή δουλειά. Η μέχρι τώρα όμως έρευνα έχει δείξει πως οι γνωστικές διαδικασίες μεταξύ των ΑμεΑ διαφέρουν τόσο όσο μεταξύ εκείνων που μιλούν διαφορετικές γλώσσες, και αυτό περιπλέκει ιδιαίτερα την κατάσταση (Deines‐Jones, 1995).

Υπάρχουν σίγουρα κάποιες απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, οι οποίες όμως επιδέχονται περισσότερης έρευνας. Τα ΑμεΑ στην πλειονότητά τους χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο με τον ίδιο τρόπο όπως όλοι. Ψάχνουν στο Διαδίκτυο για θέματα που τους ενδιαφέρουν, χρησιμοποιούν τα newsgroups, στέλνουν e‐mail, κάνουν αγορές και ερευνούν θέματα για τα οποία χρειάζονται περαιτέρω πληροφόρηση (Burks et al.). Σχεδόν οι μισοί (48%) διατείνονται πως το Διαδίκτυο έχει αξιοσημείωτα βελτιώσει την ποιότητα ζωής τους. Τα νεότερα ΑμεΑ τείνουν να το χρησιμοποιούν πιο συχνά από ότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αλλά ακόμη και οι πιο ηλικιωμένοι επισημαίνουν ότι έχει αλλάξει τη ζωή τους. Για τα ΑμεΑ, η ανωνυμία της επικοινωνίας μέσω του υπολογιστή τους επιτρέπει να επικοινωνούν με άλλους, χωρίς τις προκαταλήψεις του κοινωνικού περίγυρου.

Σε έρευνα που διεξήχθη το 2000 με συμμετέχοντες 535 ενήλικες με αναπηρίες και 614 ενήλικες χωρίς αναπηρίες, ηλικίας 18 και άνω, εξήχθησαν τα εξής συμπεράσματα: Κατά μέσο όρο, σε μια τυπική εβδομάδα, τα ΑμεΑ αφιερώνουν 30 περίπου ώρες on‐line (34 ώρες τα άτομα με σοβαρές αναπηρίες και 26 ώρες τα άτομα με ελαφριές ή μέτριες αναπηρίες). Ωστόσο, τα άτομα χωρίς αναπηρία ξοδεύουν λιγότερο χρόνο online, δηλαδή 18 ώρες κατά μέσο όρο ανά βδομάδα. Επίσης, το 56% των ΑμεΑ ξοδεύει περισσότερες από 8 ώρες την εβδομάδα για γράψιμο, αποστολή ή παραλαβή e‐mail, εν συγκρίσει με το 36% των ατόμων χωρίς αναπηρία.

Η παραπάνω όμως έρευνα έρχεται σε σύγκρουση με μελέτες οι οποίες παρουσιάζουν “τη χρήση του υπολογιστή και της πρόσβασης του Διαδικτύου για τα ΑμεΑ να είναι η μισή από αυτή των σωματικά ακέραιων ανθρώπων” (Access Board, 2002). Η αντίφαση αυτή μεταξύ των ερευνών εξηγείται διότι κάθε έρευνα μελετά διαφορετικά τη χρήση των Η/Υ και του Διαδικτύου και λαμβάνει υπόψη και αποδίδει τα ποσοστά χρήσης τους σε διαφορετικούς παράγοντες. Αναλυτικότερα, η παραπάνω έρευνα παρουσιάζει τα ΑμεΑ σε πλεονεκτική θέση από την άποψη ότι τα ΑμεΑ διαθέτουν πολύ περισσότερο ελεύθερο χρόνο on‐line από ότι οι αρτιμελείς καθώς ελάχιστα εξ αυτών εργάζονται με αποτέλεσμα να τον αφιερώνουν στη χρήση του Η/Υ, του Διαδικτύου, κ.ο.κ. Αντίθετα, υπάρχουν και οι έρευνες εκείνες οι οποίες παρουσιάζουν τη μειονεκτική θέση στην οποία βρίσκονται τα ΑμεΑ ως προς τις online τεχνολογίες και οι οποίες τις αιτιολογούν λόγω της οικονομικής ένδειας στην οποία βρίσκονται τα ΑμεΑ, της έλλειψης εξοικείωσης τους με τις τεχνολογίες, κ.ο.κ.

Αναλυτικότερα σύμφωνα με τις παραπάνω έρευνες, μόνο το 21.6% των ΑμεΑ έχει πρόσβαση στο Διαδίκτυο έναντι του 42.1% των αρτιμελών. Ο αριθμός των ΑμεΑ που δεν έχουν χρησιμοποιήσει Η/Υ ποτέ είναι 2,5 φορές μεγαλύτερος από αυτόν των αρτιμελών (60% έναντι 25%). Το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα μόνο στις ΗΠΑ αλλά και στην Ευρώπη καθώς η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει εντοπίσει “χάσμα αναπηρίας” στις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι οι βιβλιοθήκες που εξυπηρετούν σήμερα ΑμεΑ έχουν ένα δύσκολο καθήκον, να εξυπηρετήσουν ένα μεγάλο ποσοστό χρηστών που δεν είναι ενεργοί και επιδέξιοι γνώστες των υπολογιστών. Ένας σίγουρα σημαντικός λόγος που εξηγεί τα παραπάνω χαμηλά ποσοστά χρήσης των Η/Υ, είναι ο οικονομικός διότι για τα ΑμεΑ είναι ακριβή η αγορά ενός Η/Υ και η απόκτηση σύνδεσης στο Διαδίκτυο. Γι’ αυτό καλό είναι οι δημόσιες και όχι μόνο βιβλιοθήκες να παρέχουν δωρεάν πρόσβαση στο Διαδίκτυο για τα ΑμεΑ.

Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα της 31ης Ιανουαρίου 2008 και πρόσφατη έρευνα του Παρατηρητηρίου για την ΚτΠ, τα ΑμεΑ έχουν πλημμελή πρόσβαση στις υποδομές των νέων τεχνολογιών και κυρίως ελλιπή εκπαίδευση και κατάρτιση γύρω από τη χρήση των τεχνολογιών αυτών και των ωφελειών που προκύπτουν από τη χρήση τους. Πιο συγκεκριμένα, η διείσδυση της χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών μεταξύ των ΑμεΑ φτάνει το 24% έναντι 37% στο γενικό πληθυσμό της χώρας, ενώ οι οικιακές συνδέσεις του Διαδικτύου έχουν διείσδυση 13% στα ΑμεΑ έναντι 27,4% στο σύνολο του πληθυσμού.

Μόλις το 15% των ΑμεΑ κάνει χρήση του Διαδικτύου έναντι 26% του γενικού πληθυσμού (διαφορά 11%), ωστόσο οι καθημερινοί χρήστες του Διαδικτύου μεταξύ των ΑμεΑ φθάνουν το 55% έναντι στι 61% του γενικού πληθυσμού. Διαπιστώνει κανείς πως η διαφορά διείσδυσης της χρήσης των Η/Υ μεταξύ των ΑμεΑ και των αρτιμελών πλησιάζει το 13% με τους αρτιμελείς να είναι οι ευνοημένοι. Σημαντικό στοιχείο της έρευνας είναι το γεγονός ότι μεταξύ των ΑμεΑ δεν έχει γίνει συνείδηση ότι η χρήση των νέων τεχνολογιών είναι απαραίτητο στοιχείο της καθημερινότητας, δεδομένου ότι το 28% δηλώνει ότι δεν χρησιμοποιεί υπολογιστή διότι δεν έχει την αίσθηση ότι του είναι απαραίτητος. Επίσης, το 23% δηλώνει ότι δεν έχει τις ικανότητες για χρήση Η/Υ, και το 15% δηλώνει οικονομική δυσπραγία για την απόκτηση Η/Υ και λογισμικού. Πάντως όσοι μεταξύ των ΑμεΑ χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο είναι ιδιαίτερα ενθουσιώδεις για την αξία του. Το θεωρούν πολύ χρήσιμο για την επικοινωνία τους (65%), για ψυχαγωγία (61%), για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους (54%) και για να κερδίζουν χρόνο (46%).

Οι εξελίξεις στην υπολογιστική τεχνολογία έχουν φέρει τους περισσότερους ανθρώπους τόσο κοντά στον πλούτο της πληροφορίας όσο ένα κλικ του ποντικιού. Όμως δεν παύουν να υπάρχουν και τα μειονεκτήματα. Από τη μια τα πολυμεσικά προϊόντα (π.χ. πολυμεσικές εγκυκλοπαίδειες) έχουν φέρει επανάσταση στον τρόπο προσπέλασης της πληροφορίας για τα ΑμεΑ, από την άλλη μειονεκτούν σε κάποια άλλα ζητήματα όπως παραδείγματος χάρη το ότι ένα Κωφό άτομο δεν μπορεί να ακούσει τον ήχο που εμπεριέχεται σε αυτά τα προϊόντα (Wlodkowski, 1999). Παρομοίως ένα τυφλό άτομο δεν μπορεί να ψάξει για ένα άρθρο όταν τα search controls περιέχονται μέσα σε μια εικόνα ή να παρακολουθήσει ένα βίντεο κλιπ όταν οι εικόνες δεν περιγράφονται.

Σύμφωνα με μελέτη που διερεύνησε τη σχέση των ΑμεΑ και του Διαδικτύου τα ΑμεΑ θέλουν οι ιστοσελίδες να διαθέτουν (Pilling et al., 2004):

• Οδηγίες στην αρχική σελίδα που να τους ενημερώνουν για τα περιεχόμενά της
• Τακτοποιημένες και οργανωμένες σελίδες
• Λιγότερα γραφικά και διαφημίσεις
• Λιγότερους και ευκρινέστερους συνδέσμους
• Εύκολα παραμετροποιήσιμο μέγεθος και χρώμα
• Μεγαλύτερη προτυποποίηση
• Ακριβέστερη αναζήτηση
• Καλύτερη προσβασιμότητα για όσους χρησιμοποιούν συστήματα αναγνώρισης φωνής

Οι φτωχά σχεδιασμένες ιστοσελίδες μπορεί να είναι τόσο απογοητευτικές που να κάνουν τους χρήστες με αναπηρία να παραιτηθούν από οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια ή να καταφύγουν σε άλλου είδους βοήθεια. Στην ιστοσελίδα του Mosaic Access Project (ένα πρόγραμμα που εντοπίζει και εξαλείφει εμπόδια φυσικής πρόσβασης για ΑμεΑ) μπορεί να βρει κανείς μια “λίστα ευχών” που έχουν διατυπώσει χρήστες του Διαδικτύου με αναπηρία π.χ. προβλήματα αλληλεπίδρασης ατόμων με αναπηρία όρασης με πολυμεσικές γραφικές διεπαφές χρηστών κ.ά (Deines‐Jones, 1995).

Κάποιοι χρήστες με αναπηρία παραπονιούνται πως κάποιες ιστοσελίδες είναι μονότονες και πως οι εναλλακτικοί ιστοτόποι κειμένου (text only), στους οποίους πολλές φορές παραπέμπονται, είναι πολύ απλοί. Αντίθετα, η πρόσβαση σε ιστοσελίδες πρέπει να είναι μια ευχάριστη και χρήσιμη εμπειρία.

Επίσης, αναφέρουν έξι εμπόδια όσον αφορά την περιορισμένη χρήση και πλοήγηση του Ιστού. Πρώτον, κάνουν λόγο για ανεπαρκή συμμόρφωση των ιστοσελίδων με τις οδηγίες αναπηρίας, ειδικά σε ό,τι αφορά τη χρήση εναλλακτικού κειμένου. Μια ιστοσελίδα μπορεί να περιέχει πολλά γραφικά, τα οποία δεν είναι προσπελάσιμα για τα άτομα με αναπηρία όρασης. Επίσης, όσον αφορά τις χρωματικές αντιθέσεις και τη σκίαση, χρειάζεται προσοχή, ιδιαίτερα για τα άτομα με αχρωματοψία. Δεύτερον, μπορεί να υπάρχουν πολλά χρώματα γύρω από τις λέξεις, που τους δυσκολεύουν (αυτό δεν έχει να κάνει με την αχρωματοψία). Τρίτον, μερικές ιστοσελίδες εστιάζουν περισσότερο στην εμφάνιση παρά στη λειτουργικότητα. Τέταρτον, μπορεί να υπάρχει ανεπαρκής εξήγηση (σε απλή γλώσσα) στη σελίδα σχετικά με τον τρόπο πλοήγησης και ανάκτησης της πληροφορίας που αναζητούν. Το πέμπτο σημείο σχετίζεται με την οργάνωση της πληροφορίας. Οι άνθρωποι με αναπηρία βρίσκουν το Διαδίκτυο χρονοβόρο για να ψάξουν και ανάλογα με την αναπηρία τους, είναι δύσκολο για αυτούς να συγκεντρωθούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Επίσης, άτομα με αναπηρία όρασης μπορεί να μην μπορούν να προσπελάσουν και να χρησιμοποιήσουν αρχεία pdf. Επιπλέον, το “κατέβασμα” και η εκτύπωση είναι χρονοβόρα και δεν μπορούν να δεσμεύουν την τηλεφωνική γραμμή του σπιτιού τους για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Γενικώς, η αναπηρία συνεπάγεται χρονικούς περιορισμούς διότι κάποιος με αναπηρία μπορεί να μην έχει τον ίδιο ελεύθερο χρόνο μέσα σε μια μέρα ούτε τον ίδιο ρυθμό ή ταχύτητα με τον αρτιμελή (Hernon & Calvert, 2006).

Άλλα εμπόδια, τα οποία αναφέρονται στην πρόσβαση των ΑμεΑ, είναι η έλλειψη υποστήριξης και επιμόρφωσής τους στη χρήση των ΥΤ και η έλλειψη εξοικείωσης με τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό. Σε άλλη μελέτη ως εμπόδια αναδείχτηκαν επίσης ότι τα ΑμεΑ δεν μπορούν οικονομικά να αντέξουν ή δεν έχουν το κίνητρο να αναβαθμίζουν το υποστηρικτικό λογισμικό τους στην τελευταία έκδοσή του (Craven & Brophy, 2003).

Ύστερα από την παράθεση όλων αυτών των στοιχείων, πρέπει οι βιβλιοθηκονόμοι να συνειδητοποιήσουν ότι τα ΑμεΑ έχουν μεγαλύτερη ανάγκη για πληροφόρηση, ειδικά εκείνα που πρέπει να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον προσαρμοσμένο μόνο στις απαιτήσεις των ικανών σωματικά ατόμων. Είναι σημαντικό να εφοδιάζονται με επαρκή γνώση για τις αναπηρίες των χρηστών τους, για να συνειδητοποιούν τις δυνατότητές τους στο έπακρο και να είναι ενήμεροι για τους περιορισμούς τους. Πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη την πολυπλοκότητα των ΑμεΑ διότι άλλοτε θέλουν να εντοπίζονται ως ΑμεΑ, άλλοτε κρύβουν την αναπηρία τους, πολλές φορές θέλουν να ζητήσουν βοήθεια και άλλες καθόλου. Την πολυπλοκότητα αυτή και το πόσο εξειδικευμένες μπορεί να μπορεί να είναι οι ανάγκες τους το αποδεικνύουν και οι προσωπικοί λογαριασμοί που έχουν τα ΑμεΑ στις βιβλιοθήκες (Joint, 2005). Όταν οι βιβλιοθηκονόμοι θα είναι ενημερωμένοι, δεν θα τους προκαλεί φόβο η σκέψη πως πρέπει να προβλέψουν οποιαδήποτε απαίτηση των ΑμεΑ. Με αυτές τις γνώσεις, θα μπορέσουν να αυξήσουν την ποιότητα ζωής τους και να πετύχουν την αποκατάσταση και ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία.

Στη συνέχεια, εξετάζεται η δεύτερη τάση έρευνας (όπως αναφέρθηκε παραπάνω) η οποία κατηγοριοποιεί τα ΑμεΑ και εξετάζει κάθε κατηγορία μεμονωμένα και διεξοδικά. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως κατά τη μελέτη των ΑμεΑ ανά κατηγορία, ο τύπος της αναπηρίας, πέρα από την ελληνική ορολογία, αποδίδεται μέσα σε παρένθεση και στα αγγλικά, σύμφωνα με την ορολογία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.