Creativity

Innovation

Originality

Imagination

 

Salient

Salient is an excellent design with a fresh approach for the ever-changing Web. Integrated with Gantry 5, it is infinitely customizable, incredibly powerful, and remarkably simple.

Download

Αναδιατυπώνοντας τα δικαιώματα υπό το πρίσμα της αναπηρίας. Στη Σύμβαση αποτυπώνεται με νομικά δεσμευτικό τρόπο η αλλαγή παραδείγματος στα θέματα αναπηρίας, σηματοδοτούνται δηλαδή η μετάβαση της διεθνούς κοινότητας από το ιατρικό στο κοινωνικό μοντέλο και η οριστική αποδοχή και υιοθέτηση της δικαιωματικής προσέγγισης της αναπηρίας.

Της Μαρίας Γιαννακάκη*

Πέρα από παραδοχές ότι τα δικαιώματα είναι αυταπόδεικτα και απονέμονται φυσικώ τω τρόπω με τη γέννηση κάθε ανθρώπου, τα δικαιώματα δεν ανήκουν στους ανθρώπους, αλλά δημιουργούν ανθρώπους,1 κάποιοι από τους οποίους είναι πλήρεις άνθρωποι κάποιοι λιγότερο άνθρωποι, και κάποιοι εντελώς αποκλεισμένοι. Θεωρητικά τα άτομα με αναπηρίες απολαμβάνουν την προστασία και τα Δικαιώματα του Ανθρώπου που κατοχυρώνονται στο Διεθνές Δίκαιο. Ωστόσο, αυτό δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά το ιδεώδες.

Ο αποκλεισμός και οι διακρίσεις που βιώνουν τα άτομα με αναπηρίες, καθώς και η έλλειψη ρητής κατοχύρωσης των δικαιωμάτων τους αποτέλεσαν τις κινητήριες δυνάμεις για τη διαμόρφωση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες. Η Σύμβαση συνιστά μια σημαντική επιτυχία του παγκόσμιου, ευρωπαϊκού και εθνικού αναπηρικού κινήματος προκειμένου να δοθούν σάρκα και οστά στον "χλωμό άνθρωπο", που δεν έχει φύλο, χρώμα, ηλικία, σώμα.

Η ολομέλεια της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών ψήφισε τη Σύμβαση του 2006, η οποία, μαζί με το Προαιρετικό Πρωτόκολλο που τη συνοδεύει, τέθηκε σε ισχύ το 2008. Η Ελλάδα κύρωσε τη Σύμβαση και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο με τον Ν. 4074/2012. Η Σύμβαση είναι το πρώτο διεθνές κείμενο ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ενσωματώνει τη σύγχρονη κοινωνική προσέγγιση της αναπηρίας και, υπό αυτή την έννοια, παρέχει το υψηλότερο επίπεδο προστασίας στα άτομα με αναπηρίες. Σε περίπτωση παραβίασης των εν λόγω δικαιωμάτων από φορείς των συμβαλλόμενων κρατών, όπως αυτά διασφαλίζονται από τις διατάξεις της Σύμβασης, το Προαιρετικό Πρωτόκολλο παρέχει τη δυνατότητα σε μεμονωμένα άτομα ή ομάδες πολιτών, αφού εξαντλήσουν τα εσωτερικά ένδικα μέσα της κάθε χώρας, να προβούν σε ατομική αναφορά στον ΟΗΕ.

Στη Σύμβαση αποτυπώνεται με νομικά δεσμευτικό τρόπο η αλλαγή παραδείγματος στα θέματα αναπηρίας, σηματοδοτούνται δηλαδή η μετάβαση της διεθνούς κοινότητας από το ιατρικό στο κοινωνικό μοντέλο και η οριστική αποδοχή και υιοθέτηση της δικαιωματικής προσέγγισης της αναπηρίας. Το κοινωνικό μοντέλο επιφέρει αλλαγές σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, ενώ η δικαιωματική προσέγγιση επιφέρει αλλαγές στην έννομη τάξη.

Η Σύμβαση δεν κατοχυρώνει νέα, αλλά αναδιατυπώνει ισχύοντα δικαιώματα και καλύπτει όλα τα πεδία της δημόσιας πολιτικής και το σύνολο των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ατομικά, πολιτικά, κοινωνικά). Ως εκ τούτου, τα συμβαλλόμενα κράτη δεσμεύονται να διασφαλίσουν ισχύοντα δικαιώματα στα οποία αποτυπώνονται νέα πρότυπα, όπως οι εύλογες προσαρμογές, η προσβασιμότητα, ο καθολικός σχεδιασμός, η ανεξάρτητη διαβίωση, ενώ αποσαφηνίζεται ο τρόπος εφαρμογής γενικών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στη ζωή, η ισότητα ενώπιον του νόμου κ.ά. υπό το πρίσμα της αναπηρίας. Η διασφάλιση αυτή πρέπει να προκύψει αφενός από συγκεκριμένες νομοθετικές, κανονιστικές, διοικητικές ρυθμίσεις και μέτρα εφαρμογής και υλοποίησης των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η Σύμβαση, αφετέρου με την άρση κάθε εμποδίου και την κατάργηση κάθε διάταξης του εθνικού δικαίου που παράγει ή συντηρεί διακρίσεις.

Σημειώνεται, ωστόσο, ότι οι προβλέψεις σχετικά με τον βαθμό δυσκολίας και τη διάρκεια του αγώνα που απαιτείται για την εφαρμογή στην πράξη όσων περιέχονται στη Σύμβαση δεν είναι αβάσιμες. Τεκμηριώνονται από το γεγονός ότι, παράλληλα με τις θετικές εξελίξεις όσον αφορά την προσέγγιση της αναπηρίας, από τον χώρο της οικονομίας προέρχονται πιέσεις οι οποίες απαξιώνουν και περιορίζουν τον χώρο και την εμβέλεια της κοινωνικής πολιτικής. Η θεσμική αποτύπωση οικονομικών αντιλήψεων για μονομερή περιορισμό των δημόσιων δαπανών θέτει υπό αμφισβήτηση την υποχρέωση του κράτους να χρηματοδοτεί επαρκώς την κοινωνική πολιτική, αλλά και σε σοβαρό κίνδυνο τον πυρήνα των κατακτήσεων στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα καλείται να εκπληρώσει τις διεθνείς υποχρεώσεις της και να ανταποκριθεί στη διπλή πρόκληση της προσαρμογής του περιβάλλοντος και της έννομης τάξης στη Σύμβαση. Ο πρόσφατα ψηφισθείς Ν. 4488/2017 αφορά την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων για την εξειδίκευση και προσαρμογή της Σύμβασης σε εθνικό επίπεδο. Μεταξύ άλλων, αφορά την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων προς τον σκοπό της καταπολέμησης του θεσμικού ρατσισμού, υπό τη σκιά του οποίου δημιουργούνται και παγιώνονται διακρίσεις στις δομές της κοινωνίας. Ο περιορισμός των δικαιωμάτων και των επιλογών συγκεκριμένων ομάδων που παρεκκλίνουν με οποιονδήποτε τρόπο από τα κυρίαρχα κανονιστικά πρότυπα (εν προκειμένω αυτά της σωματικής, αισθητηριακής, νοητικής, ψυχικής αρτιμέλειας) τείνει να κατοχυρώνεται θεσμικά μέσα από ιδεολογίες, πρακτικές, διαδικασίες, συμπεριφορές και κανονιστικά μέτρα, τα οποία θεσμοποιούνται και γίνονται ανεκτά τόσο από τη διοίκηση όσο και από την κοινωνία.

Δεδομένου ότι η τυπική αναγνώριση των δικαιωμάτων δεν συνιστά εγγύηση για τους φορείς τους, τα δικαιώματα πρέπει να ιδωθούν, εκτός από την κανονιστική διάστασή τους, και μέσα από την αναγνώριση που δίνουν στα άτομα με αναπηρίες και μέσα από τη δημιουργία του υποκειμένου με αναπηρία. Ως εκ τούτου, η κοινωνική και πολιτική συμμετοχή και δράση των ατόμων με αναπηρίες και των συλλογικοτήτων τους εξακολουθεί να συνιστά προϋπόθεση και παρακαταθήκη ώστε να αμφισβητηθούν μονοδιάστατες και ξεπερασμένες αντιλήψεις και να διεκδικηθεί η πραγματική ένταξή τους στα διάφορα επίπεδα της κοινωνίας.

* Γ.γ. Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Εφημερίδα «Η Αυγή»