Creativity

Innovation

Originality

Imagination

 

Salient

Salient is an excellent design with a fresh approach for the ever-changing Web. Integrated with Gantry 5, it is infinitely customizable, incredibly powerful, and remarkably simple.

Download

Αρκετά δικαιώματα του παιδιού συνδέονται με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης, δηλαδή της απαγόρευσης όλων των διακρίσεων με βάση τη φυλή, το φύλο, την καταγωγή, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την υγεία, την εμφάνιση και την κατάσταση των παιδιών, και με την ειδική προστασία που οφείλει η Πολιτεία να παρέχει σε όλα τα παιδιά που βρίσκονται σε αδυναμία ή ευαλωτότητα. Δηλαδή, στα παιδιά με αναπηρίες, χρόνιες παθήσεις και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, τα παιδιά Ρομά και της μουσουλμανικής μειονότητας, τα παιδιά πρόσφυγες / μετανάστες, τα παιδιά που στερούνται την ελευθερία τους κ.ά. Τα τελευταία χρόνια έχουν υπάρξει ενέργειες της Πολιτείας για αυτά τα παιδιά, χρειάζεται όμως περαιτέρω συστηματική παρέμβαση αφενός για την εξασφάλιση των κατάλληλων συνθηκών διαβίωσής τους και φροντίδας της ψυχοσωματικής τους υγείας, αφετέρου δε για την ισότιμη πρόσβασή τους στην εκπαίδευση και την κοινωνική ζωή, συχνά με ειδικά μέτρα διευκόλυνσης και υποστήριξής τους, όπως η μεταφορά στο σχολείο όσων διαμένουν σε καταυλισμούς ή απομακρυσμένες περιοχές, τμήματα ένταξης και υποδοχής, ειδική επιμόρφωση εκπαιδευτικών, ευαισθητοποίηση κοινοτήτων κ.λπ. Για τα παιδιά με αναπηρίες, ζητούμενο είναι να εντοπιστούν και υποστηριχθούν όσα ζουν σε φτωχές οικογένειες και όσα υφίστανται κοινωνικό αποκλεισμό. Για τα παιδιά Ρομά, πρόσφυγες και μετανάστες, χρειάζεται να ξεπεραστούν οι προκαταλήψεις και να τους δοθούν ευκαιρίες ισότιμης συμμετοχής χωρίς να χάσουν την πολιτισμική τους ταυτότητα. Για τα παιδιά με ψυχικές διαταραχές και προβλήματα τοξικοεξάρτησης, είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί πλαίσιο φροντίδας και θεραπείας, που θα κατατείνει στην κοινωνική τους επανένταξη.

Του Γιώργου Μόσχου*

Στις 20 Νοεμβρίου 2017 συμπληρώθηκαν 28 χρόνια από την υιοθέτηση της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ενώ στην Ελλάδα φέτος έκλεισαν 14 χρόνια από τη στιγμή που δημιουργήθηκε στον Συνήγορο του Πολίτη ειδικό τμήμα με την αποστολή του Συνηγόρου του Παιδιού. Με την ευκαιρία αυτής της επετείου, επιχειρείται μια σύντομη επισκόπηση της κατάστασης των δικαιωμάτων του παιδιού στη χώρα μας, αξιοποιώντας τις διαπιστώσεις της ανεξάρτητης αρχής.

Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι τα τελευταία χρόνια τα δικαιώματα των παιδιών, δηλαδή όλων των προσώπων 0-18 ετών, έγιναν περισσότερο αναγνωρίσιμα στην κοινωνία, περιλήφθηκαν στη διδακτέα ύλη των σχολείων, έγιναν αντικείμενο επιστημονικών μελετών, εκδηλώσεων, εκστρατειών ενημέρωσης και σεμιναρίων. Ωστόσο, τα προφανή βήματα που έχουν πραγματοποιηθεί ως προς τη δημόσια αναγνώριση των δικαιωμάτων των παιδιών δεν συμβαδίζουν αναγκαστικά με τη βελτίωση της κατάστασης των ανήλικων πολιτών της χώρας μας. Οι κοινωνικές δυσκολίες και οι παράγοντες ανασφάλειας στη ζωή των παιδιών έχουν πληθύνει, η προσαρμογή των μηχανισμών κοινωνικοποίησης στη δικαιωματική αντίληψη είναι αργή, ενώ το υποστηρικτικό πλαίσιο και το προνοιακό κράτος εξακολουθούν να υστερούν πολύ στην εφαρμογή των αρχών παιδικής προστασίας που καθιερώνει η Σύμβαση.

Μιλώντας για τα δικαιώματα του παιδιού, ίσως το σημαντικότερο που χρειάζεται να τονιστεί αρχικά είναι το δικαίωμα στον σεβασμό, η αναγνώριση δηλαδή του ότι τα παιδιά είναι πολίτες του σήμερα και όχι του αύριο, όπως πολλοί συνηθίζουν να λένε, ότι δικαιούνται να τα ακούμε, να τα καταλαβαίνουμε, να σεβόμαστε την προσωπικότητα και τη γνώμη τους, να υπολογίζουμε τα συναισθήματά τους και τις συνέπειες των αποφάσεών μας σε αυτά. Στις συζητήσεις του Συνηγόρου του Παιδιού με χιλιάδες παιδιά όλων των ηλικιών, ένα πολύ συχνό παράπονο που ακούγεται από τα χείλη τους είναι ότι οι μεγάλοι τα υποτιμούν, δεν τα υπολογίζουν αρκετά και προτιμούν να τους δίνουν εντολές ή συμβουλές, παρά να τους εξηγούν και να συμφωνούν μαζί τους το πλαίσιο των ενεργειών τους. Ίσως αυτή η στάση συνδέεται με την ιδιοκτησιακή αντίληψη των ενηλίκων απέναντι στα παιδιά, που είναι ακόμη ισχυρή στην κοινωνία, ίσως όμως και με τη συνολικότερη έλλειψη εμπιστοσύνης προς τη νέα γενιά. Το άρθρο 12 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα των παιδιών να εκφράζουν ελεύθερα τη γνώμη τους και υποχρεώνει τους ενήλικες να τη λαμβάνουν υπ’ όψιν σε όλες τις διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες που τα αφορούν, αλλά και τα επόμενα άρθρα, που κάνουν λόγο για το δικαίωμα στην έκφραση της προσωπικότητας, στην πληροφόρηση, στις πεποιθήσεις, στην κοινωνική συμμετοχή και στην ιδιωτική ζωή των παιδιών, έχουν μεγάλη αξία, αλλά δυστυχώς συχνά στην πράξη υποτιμούνται.

Χαρακτηριστικό πεδίο δυνητικής υλοποίησης των παραπάνω είναι οι μαθητικές κοινότητες στα σχολεία, που, ενώ έχουν θεσπιστεί νομοθετικά, στην πράξη έχουν υποβαθμιστεί στη συνείδηση εκπαιδευτικών, γονέων και μαθητών. Ο Συνήγορος έχει επανειλημμένα τονίσει την αξία των συνελεύσεων και της λειτουργίας συμβουλίων τάξης στα σχολεία, ώστε τα παιδιά να μαθαίνουν έμπρακτα τις αρχές της δημοκρατίας και του αλληλοσεβασμού. Η ενίσχυση της δημοκρατικής λειτουργίας του σχολείου και της συμμετοχής των μαθητών στη διαμόρφωση και συμφωνία κανόνων, εκτός από άσκηση του δικαιώματος έκφρασης γνώμης, αποτελεί και ισχυρό εργαλείο για την προστασία των παιδιών από παραβιάσεις και ανεπιθύμητες καταστάσεις. Ωστόσο, δυστυχώς, παρά τις διακηρύξεις, δεν φαίνεται στην πράξη να έχει γίνει προτεραιότητα της εκπαιδευτικής πολιτικής της χώρας.

Ένα μεγάλο μέρος των δικαιωμάτων των παιδιών εξαρτάται και επηρεάζεται από τους ίδιους τους γονείς τους και από τις συνθήκες μέσα στις οποίες αυτά μεγαλώνουν. Η ανάγκη διασφάλισης ενός στοιχειώδους επιπέδου ζωής, με τη συνδρομή και της Πολιτείας, συνδυάζεται με το δικαίωμα όλων των παιδιών να ανατρέφονται με τρόπο που διασφαλίζει την ψυχοσωματική τους υγεία. Η οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων και η αύξηση της φτώχειας και της ανεργίας, σε συνδυασμό με την κρίση αξιών έχουν επηρεάσει έντονα πολλές οικογένειες και καθιστούν όλο και περισσότερο απαραίτητες τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας και πρόνοιας, ιδίως στο πλάι αυτών που αντιμετωπίζουν διαφόρων μορφών δυσκολίες και προβλήματα. Δυστυχώς, παρά τη διαπιστωμένη αυτή ανάγκη, οι διαθέσιμοι πόροι είναι περιορισμένοι, με αποτέλεσμα συχνά οι οικογένειες σε κρίση να βρίσκονται σε αδιέξοδα και εύκολα να καταλήγουν σε καταστάσεις που επηρεάζουν αρνητικά τα παιδιά. Οι εντάσεις σε πολλές οικογένειες και τα συγκρουσιακά διαζύγια έχουν αυξηθεί, ενώ τα παιδιά που εκφράζουν δυσαρέσκεια για τις συνθήκες στις οποίες ζουν πολλαπλασιάζονται.

Ο Συνήγορος του Παιδιού έχει επισημάνει ως επείγουσα την ανάγκη να ενισχυθούν οι περιφερειακές και τοπικές ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες, έτσι ώστε με έγκαιρες παρεμβάσεις να προστατεύονται τα παιδιά και να αποφεύγεται η απομάκρυνσή τους από το οικογενειακό περιβάλλον. Στις περιπτώσεις που κρίνεται σκόπιμο τα παιδιά να απομακρυνθούν, σύμφωνα με τη Σύμβαση, η πρώτη επιλογή θα έπρεπε να είναι η τοποθέτησή τους σε ανάδοχες οικογένειες. Δυστυχώς, όμως, ο θεσμός αυτός εξακολουθεί να υπολειτουργεί στη χώρα μας και αφορά μόλις το 10% των παιδιών που απομακρύνονται προσωρινά από τη φυσική τους οικογένεια. Ως αποτέλεσμα αυτού, σχεδόν 3.000 παιδιά συνολικά φιλοξενούνται σήμερα σε διάφορες μονάδες παιδικής προστασίας.

Στερήσεις παρατηρούνται και στην άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης όλων των παιδιών σε επαρκείς υπηρεσίες υγείας, παράλληλα με την ανάπτυξη προληπτικών παρεμβάσεων και ενημέρωσης των παιδιών όλων των ηλικιών και των γονέων τους για αυτά τα θέματα. Θετικό βήμα υπήρξε η παροχή δυνατότητας στα ανασφάλιστα παιδιά να έχουν πλήρη πρόσβαση στην υγειονομική φροντίδα. Ωστόσο, οι πόροι ελλείπουν και τόσο τα παιδιατρικά νοσοκομεία όσο και οι παιδοψυχιατρικές κλινικές και υπηρεσίες ψυχικής υγείας στην κοινότητα είναι συχνά πλήρεις και η εξυπηρέτηση των παιδιών καθυστερεί.

Το δικαίωμα της προστασίας των παιδιών από τη βία, την κακομεταχείριση, την παραμέληση και την εκμετάλλευση, που καθιερώνεται ρητά στη Σύμβαση, είναι ένα δικαίωμα που εξακολουθεί να μην προστατεύεται επαρκώς. Κι αυτό γιατί, παρά τη βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου, ιδίως με την υιοθέτηση του νόμου για την ενδοοικογενειακή βία και των νόμων για την προστασία από αδικήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, στην πράξη οι υπηρεσίες δεν επαρκούν, το δε πλαίσιο ελέγχου είναι εξαιρετικά αδύναμο. Η οικογένεια εξακολουθεί για πολλούς να αντιμετωπίζεται ως «άβατο», οι εκπαιδευτικοί διστάζουν ή αγνοούν το ενδεδειγμένο πλαίσιο ενεργειών τους, ενώ πολλά παιδιά προτιμούν να μην καταγγείλουν πράξεις σε βάρος τους προκειμένου να αποφύγουν τις δυσάρεστες συνέπειες που μπορεί να έχει η αποκάλυψή τους.

Ιδίως μάλιστα με τις διεθνώς θεσπισμένες αρχές της φιλικής προς τα παιδιά δικαιοσύνης να μην υλοποιούνται στην πράξη από το σύστημα δικαίου και κοινωνικής προστασίας, τα παιδιά θύματα κινδυνεύουν να εξευτελιστούν δημόσια και για τον λόγο αυτό συχνά επιλέγουν να σιωπούν. Από την άλλη, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση τα τελευταία χρόνια στην ενδοσχολική βία, ιδίως μάλιστα στο «bulling», που πλέον έχει περιληφθεί στο λεξιλόγιο της ελληνικής οικογένειας. Ωστόσο, η υπερβολική δημοσιότητα του ζητήματος, στην πράξη, αντί να οδηγήσει στη βελτίωση των τεχνικών διαμεσολάβησης και εκπαίδευσης στην ειρηνική επίλυση των συγκρούσεων, ενθάρρυνε σε μεγάλο βαθμό την εύκολη προσφυγή πολλών γονέων σε όργανα ελέγχου και απονομής δικαιοσύνης, με αποτέλεσμα η κατάσταση των εμπλεκόμενων παιδιών να περιπλέκεται αντί να υποστηρίζεται προς επίλυση.

Σοβαρές ανησυχίες υπάρχουν και ως προς τους κινδύνους που συνδέονται με την έκθεση των παιδιών και των εφήβων στο Διαδίκτυο, που, πέραν της ενημέρωσης, της επικοινωνίας και ψυχαγωγίας που μπορεί να τους προσφέρει, σε αρκετές περιπτώσεις επιτρέπει πρακτικές προσβολών που οδηγούν σε ιδιαίτερα δυσάρεστες καταστάσεις. Για αυτά τα θέματα χρειάζεται περισσότερη εκπαίδευση, ευαισθητοποίηση και εγρήγορση παιδιών και γονέων.

Αρκετά δικαιώματα του παιδιού συνδέονται με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης, δηλαδή της απαγόρευσης όλων των διακρίσεων με βάση τη φυλή, το φύλο, την καταγωγή, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την υγεία, την εμφάνιση και την κατάσταση των παιδιών, και με την ειδική προστασία που οφείλει η Πολιτεία να παρέχει σε όλα τα παιδιά που βρίσκονται σε αδυναμία ή ευαλωτότητα. Δηλαδή, στα παιδιά με αναπηρίες, χρόνιες παθήσεις και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, τα παιδιά Ρομά και της μουσουλμανικής μειονότητας, τα παιδιά πρόσφυγες / μετανάστες, τα παιδιά που στερούνται την ελευθερία τους κ.ά. Τα τελευταία χρόνια έχουν υπάρξει ενέργειες της Πολιτείας για αυτά τα παιδιά, χρειάζεται όμως περαιτέρω συστηματική παρέμβαση αφενός για την εξασφάλιση των κατάλληλων συνθηκών διαβίωσής τους και φροντίδας της ψυχοσωματικής τους υγείας, αφετέρου δε για την ισότιμη πρόσβασή τους στην εκπαίδευση και την κοινωνική ζωή, συχνά με ειδικά μέτρα διευκόλυνσης και υποστήριξής τους, όπως η μεταφορά στο σχολείο όσων διαμένουν σε καταυλισμούς ή απομακρυσμένες περιοχές, τμήματα ένταξης και υποδοχής, ειδική επιμόρφωση εκπαιδευτικών, ευαισθητοποίηση κοινοτήτων κ.λπ. Για τα παιδιά με αναπηρίες, ζητούμενο είναι να εντοπιστούν και υποστηριχθούν όσα ζουν σε φτωχές οικογένειες και όσα υφίστανται κοινωνικό αποκλεισμό. Για τα παιδιά Ρομά, πρόσφυγες και μετανάστες, χρειάζεται να ξεπεραστούν οι προκαταλήψεις και να τους δοθούν ευκαιρίες ισότιμης συμμετοχής χωρίς να χάσουν την πολιτισμική τους ταυτότητα. Για τα παιδιά με ψυχικές διαταραχές και προβλήματα τοξικοεξάρτησης, είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί πλαίσιο φροντίδας και θεραπείας, που θα κατατείνει στην κοινωνική τους επανένταξη. Ως προς τα παιδιά που παραβαίνουν τον νόμο, ο Συνήγορος έχει επισημάνει την ανάγκη για ισχυρότερες υπηρεσίες επιμελητών ανηλίκων και μέτρα φροντίδας στην κοινότητα.

Το δικαίωμα στην εκπαίδευση ίσως θα μπορούσε να θεωρηθεί το πιο κρίσιμο δικαίωμα, γιατί μέσω της άσκησης αυτού μπορούν να παρακολουθούνται και να υποστηρίζονται σχεδόν όλα τα υπόλοιπα. Στο άρθρο αυτό δεν υπάρχουν τα περιθώρια για μια αναλυτική παρουσίαση των διαπιστώσεων του Συνηγόρου για τα καλώς και τα κακώς κείμενα της εκπαίδευσης, όπως τα κτηριακά προβλήματα, οι καθυστερημένοι διορισμοί εκπαιδευτικών κ.ά. Ωστόσο, παράλληλα με την ανάδειξη της μεγάλης σημασίας της διασφάλισης από τα όργανα της Πολιτείας της πρόσβασης και της τακτικής φοίτησης όλων των παιδιών στο σχολείο, κάτι που σήμερα δεν συμβαίνει σε απόλυτο βαθμό, ιδίως ως προς ορισμένα παιδιά ευάλωτων ομάδων, κρίνεται σκόπιμο να τονιστεί ότι η σχολική εκπαίδευση, για να επιτελεί ορθά τους στόχους της, θα πρέπει να δίνει έμφαση στη συνολική πνευματική, ψυχική και σωματική ανάπτυξη των παιδιών, να συνδυάζει την απόκτηση γνώσεων με τη θετική ενεργοποίηση των μαθητών, να ευνοεί τη συνεργασία, την πρωτοβουλία και τον διάλογο, να περιλαμβάνει ερευνητικές εργασίες, βιωματικές δράσεις, εξοικείωση με τα ανθρώπινα δικαιώματα και την προστασία τους, καλλιτεχνικές, αθλητικές και περιβαλλοντικές δραστηριότητες και αγωγή υγείας και σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των παιδιών, προσαρμοσμένη στης ηλικιακές τους ανάγκες. Δυστυχώς, οι παραπάνω δράσεις, ενώ προβλέπονται, στην πράξη είναι συχνά περιθωριοποιημένες και το σχολείο, ιδίως στις μεγαλύτερες τάξεις, γίνεται περισσότερο ανταγωνιστικό, εξετασιοκεντρικό και λιγότερο συμμετοχικό, ανθρώπινο και ελκυστικό. Μαθητές και γονείς δεν καλούνται να συμμετέχουν στην αξιολόγηση της ποιότητας της εκπαίδευσης, ενώ η σύνδεση σχολείων και τοπικών κοινοτήτων δεν είναι θεσμοθετημένη και εξαρτάται μόνο από τις πρωτοβουλίες προσώπων και ομάδων.

Καταληκτικά, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως στην Ελλάδα του 2017 τα δικαιώματα του παιδιού, παρόλο που έχουν γίνει περισσότερο ορατά και αναγνωρίσιμα, βρίσκονται διαρκώς σε μεγ’αλο βαθμό αντιμέτωπα με εμπόδια και δυσκολίες που σχετίζονται με το ίδιο το κοινωνικοοικονομικό σύστημα και που, για να ξεπεραστούν, χρειάζονται ισχυρές συμμαχίες, συνειδητές συλλογικές προσπάθειες και διεκδικήσεις. Έτσι ώστε να γίνει κατανοητό στην κοινωνία ότι το στοίχημα επένδυσης στα παιδιά δεν αποτελεί μόνο ένα στοίχημα για ασφαλέστερο μέλλον, αλλά και μια απόλυτη υποχρέωση για το παρόν.


*Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Παιδιού

Εφημερίδα «Η Αυγή»