Creativity

Innovation

Originality

Imagination

 

Salient

Salient is an excellent design with a fresh approach for the ever-changing Web. Integrated with Gantry 5, it is infinitely customizable, incredibly powerful, and remarkably simple.

Download

Διπλωματική εργασία τής Μαρίας Στεργίου με θέμα «Η Πρόσβαση των Ατόμων με Προβλήματα Όρασης σε Χώρους Πολιτισμικού Ενδιαφέροντος: Κοινωνικές & Εκπαιδευτικές Διαστάσεις». Ενδέκατο μέρος (Δεύτερο κεφάλαιο: Ερευνητικό μέρος - Υποκεφάλαιο δεύτερο: Μεθοδολογία έρευνας).

2.2. Μεθοδολογία Έρευνας

2.2.1. Συμμετέχοντες

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ποιοτικής έρευνας είναι πως βασίζεται σε σχετικά μικρό αριθμό περιπτώσεων, καθώς αποσκοπεί στην εμβάθυνση και στην πολύπλευρη μελέτη κάθε περίπτωσης (Κυριαζή, 1999). Η ποιοτική δειγματοληψία βασίζεται σε δύο βασικούς κανόνες: της καταλληλόλητας και της επάρκειας του δείγματος. Δηλαδή, για  την ποιοτική έρευνα το δείγμα θα πρέπει να είναι επαρκές όχι σε ποσότητα αλλά σε παροχή ποιότητας πληροφοριών που θα επιτρέψουν να επιτευχθεί η έννοια του κορεσμού, αναφορικά με τις πληροφορίες για το υπό έρευνα φαινόμενο.  

Η ποιοτική έρευνα επίσης υπαγορεύει διερευνήσεις μικρότερης κλίμακας κι επικεντρώνεται κυρίως στην κατανόηση του υποκειμενικού κόσμου, της ανθρώπινης εμπειρίας.  Στοχεύει πρωτίστως στην περιγραφή, ανάλυση, ερμηνεία και κατανόηση κοινωνικών φαινομένων, ομάδων  και καταστάσεων. Στην ποιοτική προσέγγιση η θεωρεία δεν προηγείται της έρευνας αλλά προκύπτει ως αποτέλεσμα και καλείται να απαντήσει σε ερωτήματα, «πώς», «γιατί». Η συλλογή των ποιοτικών στοιχείων επίσης, πραγματοποιείται με ανοιχτά κι ευέλικτα εργαλεία, ενώ για την ανάλυση αξιοποιούνται κυρίως εργαλεία  ανάλυσης λόγου και κειμένου. (Bernard,1994, Kυριαζή, 2002)

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, η δειγματοληψία που χρησιμοποιήθηκε για να συλλεχθεί το δείγμα ήταν αυτή της σκοπιμότητας, καθώς στόχος ήταν η συλλογή ασφαλών δεδομένων, τα οποία κρίνονται επαρκή μόνο όταν ο ερωτώμενος κατέχει τις κατάλληλες γνώσεις και την αντίστοιχη εμπειρία. Ο πληθυσμός δείγματος ήταν 16  άτομα. Ο ανδρικός αποτελεί το 68,75% (11 άνδρες) και ο γυναικείος καλύπτει το 31,25% (5 γυναίκες), που αντιμετωπίζουν προβλήματα όρασης ηλικίας 20 έως 65 ετών κι οι οποίοι διαμένουν σε διάφορες περιοχές εντός κι εκτός  Αθηνών. Η επιλογή πραγματοποιήθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε τα άτομα να διαθέτουν σε ικανοποιητικό βαθμό χαρακτηριστικά τα οποία να είναι όμοια με αυτά που παρουσιάζει ο γενικός πληθυσμός προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο αλλοίωσης της πραγματικότητας (Βαμβούκας, 2002, Φαρμάκης, 2000).


Πίνακας 1: Ηλικία Συμμετεχόντων

Ηλικιακή Ομάδα: 20-25
Συχνότητα: 2

Ηλικιακή Ομάδα: 25-30
Συχνότητα: 1

Ηλικιακή Ομάδα: 30-35
Συχνότητα: 1

Ηλικιακή Ομάδα: 35-40
Συχνότητα: 4

Ηλικιακή Ομάδα: 40-45
Συχνότητα: 4

Ηλικιακή Ομάδα: 50-55
Συχνότητα: 1

Ηλικιακή Ομάδα: 55-60
Συχνότητα: 1

Ηλικιακή Ομάδα: 60-65
Συχνότητα: 2

Σύνολο: 16

Στους  πίνακες αναφέρονται αναλυτικά τα δημογραφικά στοιχεία των συμμετεχόντων, το ηλικιακό φάσμα τους, ο βαθμός και το έτος ηλικίας απώλειας της όρασής τους, η οικογενειακή τους κατάσταση, το εργασιακό καθεστώς καθώς και το επίπεδο μόρφωσης των συμμετεχόντων. Όπως θα παρατηρήσουμε αναλυτικά από τους 16 συμμετέχοντες οι 3 διαθέτουν μερική όραση, οι 7 δήλωσαν εκ γενετής τυφλοί, ενώ 4 από τους ερωτηθέντες ανέφεραν πως υπέστησαν ολική τύφλωση, είτε από αυτάονοσο νόσημα είτε λόγω κληρονομικών παραγόντων, μετά το 16ο έτος της ηλικίας τους, και 2 άτομα μετά το 6ο έτος της παιδικής τους ηλικίας. Επιπρόσθετα, όσον αφορά την οικογενειακή τους κατάσταση, οι έγγαμοι αποτελούν το 31,25% (5 άτομα), άγαμοι 8 άτομα (50%), διαζευγμένοι 2 άτομα με ποσοστό 12,5% και χήρος 1 άτομο (6,25%).   Εν συνεχεία, στο εργασιακό καθεστώς 8 άτομα δήλωσαν εργαζόμενοι ως τηλεφωνητές σε χώρους του δημοσίου ή ως ελεύθεροι επαγγελματίες, 6 (37,5%) από τους συμμετέχοντες είναι συνταξιούχοι κυρίως του δημοσίου και 2 (12,5%) άτομα δήλωσαν άνεργοι λόγω των δύσκολων οικονομικών καταστάσεων. Επιπλέον ο τρίτος πίνακας αναφέρει τις περιοχές στις οποίες διαμένουν οι συμμετέχοντες. Έξι από αυτούς δε διευκρίνισαν την ακριβή περιοχή που μένουν κι ένας παρατηρούμε ότι ζει εκτός Αθηνών, στην Ερέτρια Εύβοια.  Τέλος, το επίπεδο μόρφωσής τους αποτελείται από 10 συμμετέχοντες (62,5%) οι οποίοι έχουν αποφοιτήσει από την τριτοβάθμια εκπαίδευση, 5 άτομα (31,25%) οι οποίοι έχουν ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ενώ 1 (6,25%) άτομο λόγω συγκεκριμένων συνθηκών που θα αναφερθούν στη συνέχεια είναι απόφοιτος δημοτικής εκπαίδευσής. 


Πίνακας 2: Δημογραφικά Στοιχεία Συμμετεχόντων

Βαθμός Απώλειας Όρασης
Μερική 3
Ολική 13

Χρονική Στιγμή Εμφάνισης του Προβλήματος Όρασης

Εκ γενετής
7
Ποσοστό %: 53,84%

Μετά το 6ο έτος της ηλικίας τους
2
Ποσοστό %: 15,38%

Μετά το 16ο έτος της ηλικίας τους
4
Ποσοστό %: 30,76%

Οικογενειακή Κατάσταση

Έγγαμος/η
5
Ποσοστό %: 31,25%

Άγαμος/η
8
Ποσοστό %: 50%

Διαζευγμένος/η
2
Ποσοστό %: 12,5%

Χήρος/α
1
Ποσοστό %: 6,25%

Εργασιακό Καθεστώς

Εργαζόμενος/η
8
Ποσοστό %: 50%

Συνταξιούχος
6
Ποσοστό %: 37,5%

Άνεργος
2
Ποσοστό %: 12,5%


Πίνακας 3: Περιοχές Διαμονής Συμμετεχόντων

Περιοχή: Αθήνα
Σύνολο: 6

Περιοχή: Γλυφάδα
Σύνολο: 1

Περιοχή: Ερυθρές
Σύνολο: 1

Περιοχή: Ερέτρια Εύβοιας
Σύνολο: 1

Περιοχή: N. Ηράκλειο
Σύνολο: 1

Περιοχή: Θρακομακεδόνες
Σύνολο: 1

Περιοχή: Ίλιον
Σύνολο: 1

Περιοχή: Κ. Πατήσια
Σύνολο: 1

Περιοχή: Καλλιθέα
Σύνολο: 1

Περιοχή: Νίκαια
Σύνολο: 1

Περιοχή: Χαϊδάρι
Σύνολο: 1

Σύνολο: 16

2.2.2. Εργαλεία

Η χρήση της ημι-δομημένης συνέντευξης  αποτελεί μια ευρύτατα διαδεδομένη μέθοδο άντλησης ερευνητικών δεδομένων. Αφορά στη συλλογή στοιχείων μέσω της άμεσης λεκτικής επικοινωνίας κι αλληλεπίδρασης του ερευνητή με τους συμμετέχοντες. Η συνέντευξη επιτρέπει στον ερευνητή να αντλήσει πληροφορίες εις βάθος από ό,τι άλλες μέθοδοι συλλογής δεδομένων. Παρέχει επιπλέον τη δυνατότητα να αξιοποιήσει πλήρως τις απαντήσεις των υποκειμένων, θέτοντας διευκρινιστικές ερωτήσεις αλλά κι ανασύροντας επιπρόσθετες απαντήσεις. Εν συνέχεια, υπάρχει το ενδεχόμενο να διερευνηθούν θέματα που δεν είχαν εκ των προτέρων καθοριστεί ως σημαντικά αλλά προέκυψαν από τις απαντήσεις των ερωτηθέντων. (Breakwell,  1994) Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης δεν θα πρέπει να παρευρίσκονται άλλα άτομα επειδή είναι πιθανόν να επηρεάσουν τις απαντήσεις του ερωτώμενου (Κυριαζή,  2002). 

Αφότου λοιπόν, εντοπίστηκε το κατάλληλο δείγμα αξιοποιήθηκε η τεχνική της ημι-δομημένης συνέντευξης για να καταγραφούν οι εμπειρίες και οι απόψεις των ανθρώπων, με άξονες συνέντευξης τα επί μέρους ερευνητικά ερωτήματα. Με τη χρήση της συνέντευξης ο ερευνητής έχει προσωπική επαφή με τους συμμετέχοντες στην έρευνα και προσπαθεί να συγκεντρώσει το υλικό που τον ενδιαφέρει εμβαθύνοντας ακόμη περισσότερο στο υπό εξέταση θέμα (Cohen, et al, 2008). 

Οι συνεντεύξεις προβάλλουν τις γνώσεις και τις πληροφορίες που το υποκείμενο κατέχει, τι του αρέσει και τι όχι (αξίες και προτιμήσεις), και κυρίως τι σκέπτεται (απόψεις και αντιλήψεις). Μέσω της συνέντευξης που δόθηκε όπως  ο ερευνητής έχει τη δυνατότητα να παρατηρήσει και τις εκφράσεις των χεριών, του προσώπου, τον τόνο της φωνής, που αποτελούν χρήσιμα εργαλεία για την αποφυγή επιφανειακών ερμηνειών. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης υπήρξαν σημεία που χρησιμοποιήθηκαν ημι-δομημένες ερωτήσεις  και άλλα όπου το ρόλο του «καθοδηγητή» έπαιξε η ροή της συζήτησης με  υποκείμενα, τους συμμετέχοντες. (Σιδέρη, 2003). Επιπροσθέτως, βασικό μέλημα ενός ερευνητή είναι να σχεδιάσει και να ξεκαθαρίσει για ποιους λόγους θα ρωτήσει στη συνέντευξη τα συγκεκριμένα θεματα. Γι αυτό το λόγο χρειάστηκε να σχεδιαστεί  με βάση ορισμένους θεματικούς άξονες, οι οποίοι καθορίστηκαν με βάση τα ερευνητικά ερωτήματα που τέθηκαν εξ΄αρχής.(όπως φαίνεται και στο παράρτημα που έχει δοθεί)

Πιο συγκεκριμένα, ο πρώτος άξονας βασίζεται στα προσωπικά στοιχεία του κάθε συμμετέχοντα δημιουργώντας έτσι ένα πιο οικείο κλίμα όπου οι μετέχοντες θα αισθανθούν πιο άνετα για να ξεκινήσει και να κυλήσει πιο ομάλα η συζήτηση. Ο δεύτερος άξονας βασίστηκε στα ζητήματα προσβασιμότητας σε χώρους πολιτισμικού ενδιαφέροντος μελετώντας τυχόν εμπόδια και δυσκολίες που αντιμετωπίζουν κατά την πρόσβασή τους σε τέτοιους χώρους. Ο τρίτος άξονας αφορα στην εκπαίδευση που έλαβαν και κατά πόσο ικανοποιημένοι έμειναν παραθέτωντας όμως και τις βασικότερες ελλέιψεις  σε αυτό τον τομέα. Επιπλέον, ο τελευταίος άξονας αφορά στη συζήτηση και διερεύνηση των κοινωνικών θεμάτων στα οποία διαπιστώνεται, αν υπάρχει η απαραίτητη κρατική μέριμνα και η γενικότερη αποδοχή από το κοινωνικό σύνολο αλλά και κατά πόσο η ελληνική πολιτεία διευκολύνει την πρόσβασή τους σε κοινόχρηστους χώρους. 

2.2.3. Ερευνητική Διαδικασία

Βασικό  μέλημα του ερευνητή αποτελεί ο άρτιος σχεδιασμός των ερωτήσεων βάση των θεματικών αξόνων που έχουν καθοριστεί από τα ερευνητικά ερωτήματα και τους προβληματισμούς που τέθηκαν εξ’ αρχής. Δεύτερο βασικό σημείο που περιλαμβάνει ο σχεδιασμός της συνέντευξης είναι ο προσδιορισμός του τόπου και του χρόνου της συνάντησης για τη διεξαγωγή της. Στη συγκεκριμένη μελέτη, οι συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Τυφλών της Αθήνας, και στις 27 Οκτωβρίου 2016 ημέρα Πέμπτη, πραγματοποιήθηκαν 11 προσωπικές συνεντεύξεις στο χώρο του Συνδέσμου. Οι υπόλοιπες 5 συνεντεύξεις υλοποιήθηκαν τηλεφωνικώς διότι δεν υπήρχε ο κατάλληλος χρόνος από τη μεριά τους κι από τη δυσκολία της αποστάσεως με το δικό μου τόπο διαμονής. Σε κάθε περίπτωση δηλωνόταν εξ’ αρχής ο σκοπός της έρευνας,  ο λόγος συμβολής τους σε αυτή καθώς κι ο τρόπος μαγνητοφώνησής τους για να γνωρίζουν εξ αρχής τη διαδικασία. Σίγουρα, ο ερευνητής χρειάζεται να διαθέτει την ικανότητα να οικοδομεί σχέσεις εμπιστοσύνης, δημιουργώντας ένα κλίμα ήρεμο κι ασφαλές, το οποίο θα παροτρύνει τους μετέχοντες να χαλαρώσουν, να ανοιχθούν και να δίνουν ειλικρινείς και πλήρεις απαντήσεις, το οποίο πιστεύω πέτυχα σε μεγάλο βαθμό, αν κρίνω από τις σχέσεις που διατηρήθηκαν και διατηρούνται μετά το πέρας τόσου χρονικού διαστήματος από τις συνεντεύξεις. (Κυριαζή, 2002, Τσουρβάκας, 1997)

Αξίζει επίσης, να σημειωθεί ότι κάποιες φορές οι ερωτήσεις της ημι-δομημένης συνέντευξης δεν πραγματοποιήθηκαν με την ίδια ακριβώς σειρά σε όλους τους συμμετέχοντες, καθώς κι ότι η πορεία της συνέντευξης δεν είναι πάντα προβλέψιμη αλλά αυτό είναι και το θετικό, διότι έτσι μπορείς να αντλείς περισσότερες πληροφορίες μαθαίνοντας από τις προσωπικές τους εμπειρίες τυχόν δυσκολίες που συναντούν στην καθημερινότητά τους.  

2.2.4. Ανάλυση Δεδομένων

Η ανάλυση του ερευνητικού υλικού αρχικά, πραγματοποιείται με την ταξινόμησή του βάση των ερευνητικών ερωτημάτων που τέθηκαν εξ΄αρχής και στη συνέχεια αυτά με τη σειρά τους κατηγοριοποιούνται κι ερμηνεύονται.  Πιο συγκεκριμένα, η συλλογή των δεδομένων έγινε με μαγνητοφώνηση των συνεντεύξεων, οι οποίες στη συνέχεια απομαγνητοφωνήθηκαν και καταγράφηκαν για να γίνει η ανάλυση των δεδομένων. Έπειτα, έγινε  κωδικοποίηση και οι απαντήσεις ομαδοποιήθηκαν συγκριτικά η μία προς την άλλη σε κάθε βασικό άξονα, παρατηρώντας τις ομοιότητες και τις διαφορές μεταξύ τους, ώστε να εξασφαλιστούν ασφαλή συμπεράσματα σε συνδυασμό με τις ήδη αντίστοιχες έρευνες κι υπάρχουσες γνώσεις στο συγκεκριμένο ερευνητικό θέμα.

Ο αναλυτής – ερευνητής απομαγνητοφωνεί,  ακούει τις απαντήσεις όσες φορές χρειάζεται (ομιλία σε αρχείο ήχου) και σε 1ο επίπεδο ξεχωρίζει ποιες είναι οι απαντήσεις στα συγκεκριμένα ερωτήματα της έρευνας και κάνει μια πρώτη κωδικοποίησή τους. Σε 2ο επίπεδο τις κατηγοριοποιεί με βάση τις υπάρχουσες κατηγορίες του θεωρητικού πλαισίου  δημιουργώντας κατηγορίες και υποκατηγορίες όπου αυτό είναι αναγκαίο (Κυριαζή, 1998, Φίλιας, 2004). Για κάθε κατηγορία ανάλυσης, επιλέχτηκε η μέθοδος της ανάλυσης του περιεχομένου με έμφαση στη θεματική ή σημασιολογική ανάλυση, όπου περιλαμβάνει παραπομπή των απόψεων των ατόμων που αντιμετωπίζουν προβλήματα όρασης, αναφέροντας μετά από κάθε αυτούσια απάντησή τους τα αρχικά των ονομάτων τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι συμμετέχοντες  προσπαθούν να δίνουν απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις που τους έχουν γίνει, οι οποίες έχου κατηγηριοποιηθεί σύμφωνα με τους θεματικούς άξονες: α)δημογραφικών στοιχείων, β)εκπαίδευσης-κοινωνίας, γ) προσβασιμότητας σε πολιτισμικούς χώρους.

2.2.5. Ζητήματα Δεοντολογίας

Σύμφωνα με τους Ιωσηφίδη και  Σπυριδάκη (2003) το θέμα της ηθικής και της δεοντολογίας είναι ένα θέμα που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη σε όλα τα είδη κοινωνικών ερευνών, είτε αυτή είναι ποιοτική είτε είναι ποσοτική. Γενικά έχουν άμεση συνάφεια με τα μέσα που χρησιμοποιεί ο ερευνητής προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και οι επιμέρους στόχοι της έρευνας και για το λόγο αυτό είναι θεμιτό να χρησιμοποιούνται μέσα τα οποία να είναι κοινωνικά και επιστημονικά αποδεκτά και ενδεδειγμένα, εξασφαλίζοντας την εθελοντική συμμετοχή στην έρευνα. Το βασικότερο στοιχείο είναι η εμπιστευτικότητα και η ανωνυμία, καθώς οι συμμετέχοντες μοιράζονται με τον ερευνητή στοιχεία από την προσωπική τους ζωή, τα οποία δεν επιθυμούν να δημοσιοποιηθούν. (Cohen et al. 2007).

Όσον αφορά λοιπόν, ζητήματα δεοντολογίας της έρευνας, οι συνεντεύξεις πραγματοποιηθήκαν μετά από προσωπική επιθυμία των συμμετεχόντων κι εξασφαλίζοντάς τους την πλήρη εχεμύθεια των λεγομένων τους. Πέρα και πριν από αυτόν τον «άγραφο»  δεοντολογικό κανόνα, ο ερευνητής οφείλει να συστήνεται και να προσδιορίζει το σκοπό της έρευνάς του, ακόμη κι αν επιθυμεί να έχει μαζί του κάποια συστατική επιστολή  (Bell, 1997). Επίσης, πρέπει να ενημερώνει για τη χρονική διάρκεια της συνέντευξης και να προσπαθεί να μην υπερβαίνει το χρόνο αυτό όσο αυτό γίνεται φυσικά εφικτό.  Κατά τη διεξαγωγή των συνεντεύξεων δεν αντιμετώπισα κάποια δυσμενή κατάσταση και οι ερωτώμενοι ωθήθηκαν να αναπτύξουν τις απόψεις τους χωρίς να υπάρχει κατευθυνόμενη διάθεση εκ μέρους μου. Καταλήγοντας, διαπιστώνεται ότι κατά ένα μεγάλο ποσοστό οι άνθρωποι αρέσκονται να μιλούν για τον εαυτό τους και να νιώθουν σημαντικοί μέσω των λεγομένων τους  και θεωρούν όμορφο να προσφέρουν απλώς μέσω μιας συνέντευξης χρήσιμες πληροφορίες. 

2.2.6. Ζητήματα Εγκυρότητας & Αξιοπιστίας

Οι ποιοτικές έρευνες έχουν κατηγορηθεί ότι χρησιμοποιούν «μαλακές ή θαμπές» ερευνητικές διαδικασίες, ότι τα ευρήματά τους είναι «αποκυήματα φαντασίας», και όχι επιστήμης, και ότι οι ερευνητές που τις διεξήγαγαν «δεν είχαν κανένα τρόπο να επιβεβαιώσουν εάν τα δηλωθέντα είναι αληθή ή όχι» (Denzin,   & Lincoln,   2000).  Στις ποιοτικές έρευνες είναι πολύ σημαντικό να κρατούνται σημειώσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της έρευνας. Αυτές οι σημειώσεις αφορούν προσωπικές σκέψεις ή εντυπώσεις που δημιουργούνται σε κάθε επιμέρους φάση της έρευνας. Εκεί καταγράφονται σκέψεις, εντυπώσεις για τα επόμενα βήματα ή σημεία κλειδιά που πρέπει να προσεχθούν και που αφορούν τη διεξαγωγή της μελέτης. 

Η αξιοπιστία σε µια ποιοτική έρευνα η οποία αναφέρεται στην ισχύ του μεθοδολογικού  σχεδιασμού, στην ποιότητα των δεδομένων τα οποία συλλέχτηκαν κατά τη διάρκειά της, και στο πώς αυτός ο σχεδιασμός και τα συγκεκριμένα δεδομένα οδηγούν σε αληθή κι άξια εμπιστοσύνης ευρήματα (Levin & O’ Donnel, 1999· Lincoln, 2001).  Στη συγκεκριμένη έρευνα η αξιοπιστία, στηρίχτηκε  μέσα  από ελέγχους των απαντήσεων των συμμετεχόντων.  Ως μέρος  της  ερευνητικής διαδικασίας  αποτελούν,  παράλληλα με τις  δεοντολογικές μεθοδολογικές  επιλογές,  και  τις  απομαγνητοφωνημένες  συνεντεύξεις  αλλά και με  την ερμηνεία  τους κι η  συζήτηση  των  ευρημάτων  της.   Και γενικότερα αξίζει να επισημανθεί πως οι ημι-δομημένες συνεντεύξεις έχουν διερευνητικό στόχο. Συνήθως οι ερωτήσεις είναι ανοιχτές με σκοπό να είναι πιο αυθόρμητες και μη κατευθυνόμενες οι απαντήσεις. Οι ανοιχτές ερωτήσεις, επιτρέπουν στους συμμετέχοντες να εκφράσουν τις σκέψεις τους και τα συναισθήματά τους και δίνουν τη δυνατότητα στο ερευνητή να ζητά επιπρόσθετες πληροφορίες στις περιπτώσεις που θα κριθεί αναγκαίο (Κυριαζής,  1999).  

Για τον έλεγχο της αξιοπιστίας των οδηγών συνέντευξης μελετώνται και συγκρίνονται οδηγοί συνέντευξης άλλων σχετικών ερευνών (Χατζηπαναγιώτου,  2001). Επιπλέον, για τον έλεγχο της εγκυρότητας κατά τον Ιωσηφίδη (2003) στις ημι-δομημένες συνεντεύξεις, προτείνεται ο οδηγός συνέντευξης να δίνεται σε μη εμπλεκόμενους ερευνητές χωρίς να αναφερθεί ο σκοπός της έρευνας, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι ερωτήσεις διερευνούν τα υπό μελέτη φαινόμενα, πράγμα που στην προκειμένη περίπτωση έγινε.