Creativity

Innovation

Originality

Imagination

 

Salient

Salient is an excellent design with a fresh approach for the ever-changing Web. Integrated with Gantry 5, it is infinitely customizable, incredibly powerful, and remarkably simple.

Download

Διπλωματική εργασία τής Μαρίας Στεργίου με θέμα «Η Πρόσβαση των Ατόμων με Προβλήματα Όρασης σε Χώρους Πολιτισμικού Ενδιαφέροντος: Κοινωνικές & Εκπαιδευτικές Διαστάσεις». Έβδομο μέρος (Πρώτο κεφάλαιο: Θεωρητικό μέρος - Υποκεφάλαιο τέταρτο: Κοινωνικός και εκπαιδευτικός ρόλος μουσείων).

1.4. Κοινωνικός και εκπαιδευτικός ρόλος μουσείων

Το μουσείο αποτελεί ένα μη κερδοσκοπικό, μόνιμο ίδρυμα στην υπηρεσία της κοινωνίας που συντελεί στην εξέλιξή της κι είναι ανοιχτό σε όλο το κοινό. Σύμφωνα με τον ορισμό του ICOM, το μουσείο αποκτά, συντηρεί, ερευνά, συνδυάζει κι εκθέτει, με σκοπό τη μελέτη, την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία, τις υλικές μαρτυρίες του ανθρώπου και του περιβάλλοντός  του.  (Άρθρο 3 του καταστατικού του ΙCOM)  Το μουσείο επίσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με σημαντικές κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές αλλαγές αλλά και με ποικίλες επιστημονικές εξελίξεις. 

Τα σύγχρονα μουσεία έχουν την ευθύνη να δώσουν νόημα στη μάθηση, δίνοντας στον επισκέπτη δυνατότητα να αυξήσει την ικανότητά του για γνώση και κατανόηση των μουσειακών αντικειμένων. Βασική αρχή τους λοιπόν αποτελεί η ανακάλυψη στοιχείων, η εξερεύνηση των εκθεμάτων, η συλλογή των στοιχείων- χωρίς να γίνεται μια στείρα παροχή γνώσεων- καθώς κι η μετάδοση πληροφοριών.(Γκαζή,  1999, Νικονάνου, 2002) Η πραγμάτωση της παραπάνω διαδικασίας υλοποιείται μέσω των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, σύμφωνα με την  Ψαράκη- Μπελεσιώτη, 1997 στην Ελλάδα τέτοιου είδους προγράμματα ξεκίνησαν το 1979 από το Μουσείο Μπενάκη. Τα συγκεκριμένα προγράμματα  που θεωρούνται ως ο σύγχρονος τρόπος προσέγγισης του φυσικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος έχουν ως στόχο να εξελίξουν την αντίληψη των επισκεπτών, προσφέροντάς τους μια βιωματική εμπειρία όπου μέσα από την ενεργοποίηση όλων των αισθήσεών τους, θα προσπαθήσει να τους ταξιδέψει και να τους γνωρίσει το παρελθόν τους. (Αντζουλάτου- Ρετσίλα,  2005, Νάκου,  2001, Σαλή,  2006)

Από τις αρχές του 19ου αιώνα τα μουσεία άρχισαν να αντιμετωπίζονται κι ως χώροι εκπαιδευτικοί, παράλληλα με τον εκθεσιακό και διαφυλακτικό τους χαρακτήρα. Τα μουσεία ιδρύονταν ανέκαθεν με σκοπό να προσφέρουν στους επισκέπτες μόρφωση και γνώση και τα περισσότερα από αυτά συστεγάζονται  με βιβλιοθήκες, αίθουσες διαλέξεων και διάφορα εργαστήρια.(Σαλή,  2006) Επίσης, οι μουσειακοί χώροι διακρίνονται στα μεγαλύτερα εθνικά μουσεία που αποτελούν χώρους συγκέντρωσης και διαφύλαξης της εθνικής και πολιτισμικής κληρονομιάς κάθε χώρας, αλλά και σε μικρότερα τοπικά μουσεία των πόλεων που μεταφέρουν πληροφορίες σχετικά με προσωπικότητες και γεγονότα αυτών.(Σαλή,  2006, Δάλκος,  2000) Από το 1960 κι έπειτα εισήχθη ο όρος  «μουσειακή εκπαίδευση» με αποτέλεσμα τα μουσεία σταδιακά άρχισαν να εισχωρούν στο σχολικό πρόγραμμα με σκοπό να καλλιεργήσουν ορισμένες ιδιότητες των μαθητών- επισκεπτών αλλά και να προσφέρουν μια αποτελεσματικότερη παρουσίαση των εκθεμάτων τους για να γίνουν πιο κατανοητά. (Ηooper- Greenhill,  1996, Kαλούρη- Αντωνοπούλου,  1998)

Πιο συγκεκριμένα η μουσειακή εκπαίδευση στοχεύει α) στη διανοητική- γνωστική ανάπτυξη των μαθητών βελτιώνοντας την αντιληπτικότητά τους, β) στη συναισθηματική και κοινωνική σχέση αλληλοσυμπλήρωσης και συνεργασίας των μαθητών βιώνοντας τις ανώτερες και βαθύτερες αξίες της ζωής και γ) στη ψυχοκινητική απόλαυση της βιωματικής δράσης και καλλιτεχνικής ή οικολογικής δημιουργικότητας των μαθητών.(Ζαφειράκου, 2000, Οικονόμου,  2003, Ψαράκη- Μπελεσιώτη,  1997) Παρόλα αυτά η εκπαιδευτική όμως  αξιοποίηση του μουσείου  στην Ελλάδα αποτελεί ακόμη ένα αχανές πεδίο έρευνας καθώς πολλοί από τους εκπαιδευτικούς δεν αναγνωρίζουν τις δυνατότητες της επίσκεψης στη μάθηση των παιδιών. Επιπρόσθετα, στην Ελλάδα οι επισκέψεις στους μουσειακούς χώρους δεν ενσωματώνονται στο αναλυτικό πρόγραμμα των τάξεων, αλλά αντιμετωπίζονται ως ευκαιρίες στείρας πληροφόρησης. Αξίζει επίσης να αναφερθεί, πως τα μουσεία στην Ελλάδα δυστυχώς δεν είναι πλήρως προσβάσιμα κι έτοιμα να εξυπηρετήσουν όλες τις ανάγκες των μαθητικών κοινοτήτων. Εν συνεχεία, εύλογο να επισημανθεί είναι πως τα Ευρωπαϊκά Προγράμματα που εγκρίνονται κι εφαρμόζονται στο πλαίσιο Erasmus στοχεύουν στη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ μουσείων κι ατόμων με προβλήματα όρασης, διαμορφώνοντας μουσειακά προγράμματα προσβάσιμα για άτομα με αναπηρίες. (Argyropoulos, Chamonikolaou, Kanari, Nikolaraizi, 2016) Αναμφίβολα, τα μουσεία του 21ου αιώνα επιδιώκουν να ενταχθούν στην ανάπτυξη διαφόρων δραστηριοτήτων εξυπηρετώντας και διευκολύνοντας την ισότιμη πρόσβαση όλων των επισκεπτών, εξαλείφοντας τον κοινωνικό αποκλεισμό. Τα εμπόδια της πρόσβασης  όμως δεν  είναι μόνο φυσικά αλλά κι αισθητηριακά οδηγώντας ορισμένες κοινωνικές ομάδες στην απογόητευση, στο θυμό αλλά και στον πολιτισμικό αποκλεισμό. Σε πολλούς πολιτιστικούς χώρους του εξωτερικού και σε μελέτες που έχουν διεξαχθεί επιδιώκουν την επίλυση δύο βασικών προβλημάτων που συχνά έρχονται αντιμέτωπα τα άτομα με ΣΠΟ α) οι μόνιμες απτικές συλλογες- τα πιστά αντίγραφα ή τα τρισδιάστατα μουσειακά αντικείμενα και  β) η κινητικότητα και προσανατολισμός τους στους συγκεκριμένους χώρους. (Argyropoulos, Kanari, 2015) Στην Ελλάδα  με τη σχετική νομοθεσία τη δεκαετία του 1980 για ένα προσιτό πολιτισμικό περιβάλλον για άτομα με αναπηρίες και μετέπειτα στους Ολυμπιακούς & Παραολυμπιακούς Αγώνες 2004, διαφοροποιήθηκαν και αναδιαμορφώθηκαν αρκετά αυτοί οι χώροι όσον αφορά την προσβασιμότητα των ατόμων με ΣΠΟ. Βασικό όμως μειονέκτημα αποτελούσε κι αποτελεί η δυσκολία της περιήγησής τους χωρίς τη συνοδεία ενός ερμόδιου ξεναγού ή οικείων τους ατόμων.

Καταλήγουμε έτσι στο συμπέρασμα, πως αφενός τα εκπαιδευτικά μουσειακά προγράμματα δημιουργούν γέφυρες και θεσμούς μεταξύ του εσωτερικού κόσμου των μουσείων και του έξω κόσμου, αφετέρου όμως αυτές  γκρεμίζονται από τη στιγμή που έστω και μία κοινωνική ομάδα περιθωριοποιείται εξαιτίας της έλλειψης κατάλληλων υποδομών των ίδιων των μουσείων τα οποία δεν επιτρέπουν την ομαλή πρόσβαση και ξενάγησή τους προς όλους. Ο ρόλος λοιπόν του μουσείου έγκειται πράγματι στη διευκόλυνση της ενεργούς μάθησης μέσα από τη χρήση κι εξέταση των αντικειμένων, αλλά αποτελεί επίσης και μέσο επικοινωνίας, αφού οι ίδιοι οι άνθρωποι- επισκέπτες δεν είναι απλά δέκτες πληροφοριών και μηνυμάτων αλλά προσπαθούν να οδηγηθούν μόνοι τους στην εμπειρική γνώση, γεγονός που συμβάλλει  στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους.  (Κουκούρου- Χρόνη, 2005, Χατζημανώλη, 2006)

Μια επίσκεψη λοιπόν σ’ ένα μουσείο συνδέεται άμεσα με τις εμπειρίες, τα ενδιαφέροντα, τις γνώσεις του κάθε επισκέπτη, αλλά και γενικότερα με το τι αποκομίζει κάθε επισκέπτης φεύγοντας από εκεί, βοηθούμενος κι από την κατάλληλη κτιριακή υποδομή. Εξαιτίας αυτών των παραγόντων το μουσείο είναι χώρος που σέβεται και  παρέχει ασφάλεια κι εναλλακτικούς τρόπους επικοινωνίας σε κάθε κοινωνική ομάδα που το επισκέπτεται, χωρίς κανένας επισκέπτης με ή  χωρίς αναπηρία να μένει αμέτοχος και περιθωριοποιημένος. (Desvallees, Mairesse, 2014). Η μουσειακή μόρφωση αποτελεί ένα αναμφίβολο θεμελιώδες δικαίωμα για όλους τους ανθρώπους. Όλες λοιπόν οι κοινωνικές ομάδες κρίνεται απαραίτητο να έχουν ίσες ευκαιρίες για να μπορούν να απολαμβάνουν τα πολιτιστικά αγαθά και να διευρύνουν τις γνώσεις τους αναπτύσσοντας και βελτιώνοντας έτσι την προσωπικότητά τους. Αν κι έχουν γίνει λοιπόν αξιοπρεπή προσπάθειες για την αύξηση επισκεψιμότητας των ατόμων με ΣΠΟ σε χώρους πολιτισμικού ενδιαφέροντος οι περισσότερες από αυτές είναι περιστασιακές εκπαιδευτικές εμπειρίες, οι οποίες αν υποστηριχθούν επαρκώς μπορούν να ενσωματωθούν σε μια καθημερινή πρακτική. (Argyropoulos, Chamonikolaou, Kanari, Nikolaraizi, 2016).