Creativity

Innovation

Originality

Imagination

 

Salient

Salient is an excellent design with a fresh approach for the ever-changing Web. Integrated with Gantry 5, it is infinitely customizable, incredibly powerful, and remarkably simple.

Download
Η ψωρίαση συσχετίζεται επίσης με άλλες σοβαρές παθήσεις, όπως κατάθλιψη, διαβήτης και καρδιακή νόσος. Ποσοστό έως 30% των ασθενών με ψωρίαση έχουν ή θα αναπτύξουν ψωριασική αρθρίτιδα, στην οποία προσβάλλονται οι αρθρώσεις, προκαλώντας άλγος, ακαμψία και μη αναστρέψιμη βλάβη των αρθρώσεων. Τα ακριβή αίτια της ψωρίασης δεν έχουν εξακριβωθεί ακόμα, αλλά έχει επιβεβαιωθεί ότι αυτή σχετίζεται με το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού. Σε φυσιολογικές συνθήκες, έπειτα από συγκεκριμένη πυροδότηση (περιβαλλοντική ή γενετική), ενεργοποιείται το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού και παράγει πολυάριθμες κυτταροκίνες (μικρές πρωτεΐνες), που βοηθούν στον έλεγχο της φλεγμονώδους απόκρισης του ανοσοποιητικού συστήματος.
Ανθή Αγγελοπούλου.
Ψωρίαση: μία συχνή φλεγμονώδης νόσος
Η ψωρίαση είναι μια συχνή, φλεγμονώδης, μη μεταδοτική δερματοπάθεια, η οποία προσβάλλει πάνω από 125 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τύποι ψωρίασης. Η ψωρίαση κατά πλάκας είναι η πιο συχνή μορφή εκδήλωσης της νόσου και αφορά στο 90% των περιπτώσεων. Εμφανίζεται με επηρμένες, ερυθηματώδεις πλάκες που καλύπτονται από αργυρόχροα λέπια.
Μπορεί να συνυπάρχει κνησμός ή και πόνος, καθώς οι βλάβες μπορούν να διαρραγούν. Η νόσος εντοπίζεται κυρίως στο τριχωτό της κεφαλής, στους αγκώνες, στα γόνατα και στην οσφυική χώρα. Υπολογίζεται ότι πάνω από το ένα τρίτο των ανθρώπων με ψωρίαση κατά πλάκας, πάσχει από μέτρια έως σοβαρή μορφή της νόσου, η οποία μπορεί να είναι δύσκολη στην αντιμετώπισή της.
Σοβαρή ή μέτριας βαρύτητας θεωρείται η ψωρίαση που προσβάλλει πάνω από το 10% της επιφάνειας του σώματος, ή όταν εμπλέκονται ευαίσθητες ή ορατές περιοχές του σώματος, όπως οι παλάμες ή τα πέλματα (ψωρίαση παλαμών και πελμάτων), ή το πρόσωπο (ψωρίαση προσώπου), εντοπίσεις που μπορούν να υποβαθμίσουν σημαντικά την ποιότητα ζωής.
Η ψωρίαση συνήθως εμφανίζεται σε ηλικία από 15 έως 35 ετών, ωστόσο μπορεί να εκδηλωθεί σε οποιαδήποτε ηλικία, συμπεριλαμβανομένης και της παιδικής

Δεν είναι απλά ένα αισθητικό πρόβλημα
Η ψωρίαση δεν προσβάλλει μόνο το δέρμα. Είναι μια συστηματική, χρόνια, υποτροπιάζουσα νόσος που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής. Έχει αποδειχθεί ότι η ψωρίαση επιδρά αρνητικά στην καθημερινή εργασία των ανθρώπων και περιορίζει τις κοινωνικές τους δραστηριότητες, ενώ επηρεάζει επίσης την ψυχική και συναισθηματική τους υγεία. Η επίδραση στην ποιότητα ζωής ενός ανθρώπου με ψωρίαση είναι συγκρίσιμη με εκείνη άλλων νοσημάτων, όπως η προχωρημένη καρδιακή νόσος και ορισμένες μορφές καρκίνου. Η ψωρίαση συσχετίζεται επίσης με άλλες σοβαρές παθήσεις, όπως κατάθλιψη, διαβήτης και καρδιακή νόσος. Ποσοστό έως 30% των ασθενών με ψωρίαση έχουν ή θα αναπτύξουν ψωριασική αρθρίτιδα, στην οποία προσβάλλονται οι αρθρώσεις, προκαλώντας άλγος, ακαμψία και μη αναστρέψιμη βλάβη των αρθρώσεων. Τα ακριβή αίτια της ψωρίασης δεν έχουν εξακριβωθεί ακόμα, αλλά έχει επιβεβαιωθεί ότι αυτή σχετίζεται με το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού. Σε φυσιολογικές συνθήκες, έπειτα από συγκεκριμένη πυροδότηση (περιβαλλοντική ή γενετική), ενεργοποιείται το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού και παράγει πολυάριθμες κυτταροκίνες (μικρές πρωτεΐνες), που βοηθούν στον έλεγχο της φλεγμονώδους απόκρισης του ανοσοποιητικού συστήματος. Στην ψωρίαση, αυτή η φλεγμονώδης απόκριση γίνεται αυτόματα ή πυροδοτείται κατά λάθος, προκαλώντας την πολλαπλασιασμό των κερατινοκυττάρων με ταχύτερο ρυθμό από το φυσιολογικό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την υπέγερση του δέρματος και την ανάπτυξη κηλίδων, ή πλακών, λόγω της συσσώρευσης κερατινοκυττάρων στην επιφάνεια του δέρματος. Η ιντερλευκίνη-17A (IL-17A) είναι μία από τις πολλές πρωτεΐνες στο σώμα που ονομάζονται κυτταροκίνες, οι οποίες βοηθούν στην προστασία του οργανισμού από τις λοιμώξεις. Οι κυτταροκίνες συνήθως αποστέλλουν σήματα στα κύτταρα που καταπολεμούν τις λοιμώξεις, ότι πρέπει να ξεκινήσουν μία ανοσοαπόκριση μόλις εντοπιστούν ξένοι εισβολείς, όπως βακτήρια ή παθογόνα μικρόβια.
Έχουν διαπιστωθεί αυξημένα επίπεδα IL-17A στο δέρμα ανθρώπων με ψωρίαση, γεγονός που υποδηλώνει ότι μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο στην πρόκληση αυτής της φλεγμονώδους απόκρισης στη νόσο. Ο έλεγχος αυτής της φλεγμονώδους απόκρισης ενδέχεται να είναι το κλειδί για την επιτυχή θεραπεία της ψωρίασης. Η μείωση της φλεγμονής μειώνει τα σχετιζόμενα με τη νόσο συμπτώματα, όπως είναι η ερυθρότητα, ο κνησμός και το οίδημα. Επίσης, επιβραδύνει την χαρακτηριστική ταχεία ανάπτυξη κερατινοκυττάρων και τη συσσώρευσή τους στην επιφάνεια του δέρματος, που σχηματίζει τις πλάκες.

Απώτερος στόχος η διαχείριση της νόσου
Ο δείκτης έκτασης και σοβαρότητας της ψωρίασης (PASI) χρησιμοποιείται για την εκτίμηση των εκβάσεων στις κλινικές δοκιμές για τη νόσο και μετρά το ερύθημα, την απολέπιση και τη διήθηση των ψωριασικών πλακών, καθώς και την έκταση των βλαβών σε κάθε περιοχή του σώματος. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας της ψωρίασης, η αποτελεσματικότητα εκτιμάται βάσει της μείωσης της βαθμολογίας σε σχέση με την αρχική τιμή (όταν ξεκίνησε η θεραπεία).
Το ενδιαφέρον πλέον εστιάζεται στην καθιέρωση του PASI 90 (σχεδόν καθαρό δέρμα) ως απώτατου στόχου της θεραπείας, σύμφωνα με τις συστάσεις των κλινικών κατευθυντήριων οδηγιών και των ρυθμιστικών αρχών. Υπάρχουν διάφορες διαθέσιμες θεραπείες για την ψωρίαση. Αυτές περιλαμβάνουν τοπικές αγωγές (κρέμες και γέλες), φωτοθεραπεία, συστηματικές κλασσικές και βιολογικές θεραπείες, δηλαδή θεραπείες που επιδρούν σε ολόκληρο το σώμα. Ωστόσο, σύμφωνα με μία ανάλυση ερευνών που διεξήχθη από το Εθνικό Ίδρυμα Ψωρίασης σε 5.600 ασθενείς, μεταξύ των ετών 2003-2011, περισσότεροι από τους μισούς ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή ψωρίαση δεν ήταν ικανοποιημένοι με τη διαχείριση της νόσου τους. Εξ αυτού καταδεικνύεται ότι εξακολουθεί να υφίσταται, μια μη ικανοποιούμενη ανάγκη για νέες, πιο αποτελεσματικές θεραπείες.
Θεραπείες που να ενεργούν ταχύτερα και να διαρκούν περισσότερο, όχι μόνο για την ανακούφιση των συμπτωμάτων, αλλά και για την αντιμετώπιση της υποκείμενης φλεγμονώδους απόκρισης, που είναι ζωτικής σημασίας για το συνολικό όφελος στην υγεία από τη θεραπεία της ψωρίασης. Νεότερες, καινοτόμες θεραπείες οι οποίες στοχεύουν συγκεκριμένα τις κυτταροκίνες που ενεργοποιούν τη φλεγμονή, όπως η IL-17A, διακόπτοντας τον κύκλο της φλεγμονής στην ψωρίαση, έχουν αναπτυχθεί για την κάλυψη αυτής της μη ικανοποιούμενης ανάγκης. Οι θεραπείες αυτές έχουν επιδείξει θετικά αποτελέσματα στη θεραπεία και τη διαχείριση της ψωρίασης.

Βιολογική θεραπεία 4 στόχων
Η ουστεκινουμάμπη (ustekinumab) της εταιρείας Janssen-Cilag International NV, είναι ένα πλήρως ανθρώπινο μονοκλωνικό IgGlK αντίσωμα που συνδέεται με υψηλή συγγένεια πρόσδεσης και ειδικότητα με την πρωτεϊνική υπομονάδα p40 των ανθρώπινων κυτταροκινών IL-12 και IL-23. Η ουστεκινουμάμπη διακόπτει τη μεταβίβαση σημάτων και την κλιμακωτή έκκριση κυτταροκινών, τα οποία σχετίζονται με την παθογένεια της ψωρίασης. Η ουστεκινουμάμπη έχει μέχρι σήμερα 4 διαφορετικές ενδείξεις οι οποίες είναι:
Ψωρίαση κατά πλάκας: Η ουστεκινουμάμπη ενδείκνυται για τη θεραπεία της μέτριας ως σοβαρής ψωρίασης κατά πλάκας σε ενήλικες που δεν ανταποκρίθηκαν, ή παρουσιάζουν αντενδείξεις ή έχουν δυσανεξία σε άλλες συστηματικές θεραπείες, συμπεριλαμβανομένων της κυκλοσπορίνης, της μεθοτρεξάτης (MTX) ή της φωτοθεραπείας (PUVA, ψωραλένιο και υπεριώδης ακτινοβολία Α).
Παιδιατρική ψωρίαση κατά πλάκας: Η ουστεκινουμάμπη ενδείκνυται για τη θεραπεία της μέτριας ως σοβαρής ψωρίασης κατά πλάκας σε έφηβους ασθενείς από την ηλικία των 12 ετών και άνω, οι οποίοι δεν ελέγχονται επαρκώς με, ή έχουν δυσανεξία σε άλλες συστηματικές θεραπείες ή φωτοθεραπείες.
Ψωριασική αρθρίτιδα (PsA): Η ουστεκινουμάμπη, μόνη της ή σε συνδυασμό με MTX, ενδείκνυται για την αντιμετώπιση της ενεργού ψωριασικής αρθρίτιδας σε ενήλικες ασθενείς όταν η ανταπόκριση σε προηγούμενη θεραπεία με μη-βιολογικό αντιρευματικό τροποποιητικό της νόσου φάρμακο (DMARD) υπήρξε ανεπαρκής.
Νόσος του Crohn: Η ουστεκινουμάμπη ενδείκνυται για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με μετρίως έως σοβαρά ενεργή νόσο του Crohn, οι οποίοι εμφάνισαν ανεπαρκή ανταπόκριση, απώλεια ανταπόκρισης ή δυσανεξία στη συμβατική θεραπεία ή σε ανταγωνιστή του TNFα ή παρουσιάζουν αντενδείξεις σε αυτές τις θεραπείες.

Μελέτες ασφάλειας και αποτελεσματικότητας
Να σημειωθεί ότι η ουστεκινουμάμπη κυκλοφόρησε προ 8ετίας και αποτέλεσε την 1η βιολογική θεραπεία για την ψωριασική νόσο επιδεικνύοντας εξαιρετικά αποτελέσματα και μακροχρόνια οφέλη για τους ασθενείς. Υπάρχουν μεγάλες διεθνείς μελέτες που επαναβεβαιώνουν την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της ουστεκινουμάμπης, καθώς και αποτελέσματα από μεγάλα Ελληνικά Θεραπευτικά Κέντρα, στις μελέτες των οποίων συμμετείχε ελληνικός πληθυσμός ασθενών. Η ουστεκινουμάμπη έλαβε έγκριση το Νοέμβριο του 2009 για την θεραπεία της ψωρίασης και το Σεπτέμβριο του 2016 από τον FDA και τον ΕΜΑ για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με μετρίως έως σοβαρά ενεργή νόσο του Crohn . Οι εγκρίσεις αυτές, επιτρέπουν την εμπορική κυκλοφορία της ουστεκινουμάμπης και στα 28 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και στις χώρες του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Νορβηγία, Ισλανδία και Λιχτενστάιν).
Αξίζει να αναφερθεί ότι η Janssen-Cilag International NV, περιμένει σύντομα μια νέα σημαντική θεραπεία που αφορά στη νόσο της ψωρίασης. Πρόκειται για τη δραστική ουσία Guselkumab, για την οποία αναμένεται έγκριση για τη θεραπεία της ψωρίασης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθώς σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής μελέτες το φάρμακο έχει επιδείξει ανώτερη αποτελεσματικότητα, καλύτερη κάθαρση δέρματος που διατηρείτε στο χρόνο.

Η απρεμιλάστη βελτίωσε σε σημαντικό βαθμό την ποιότητα ζωής των ασθενών
Βελτίωση στην ποιότητα ζωής διαπιστώνει μελέτη καθημερινής κλινικής εμπειρίας με απρεμιλάστη, η οποία παρουσιάστηκε από την εταιρεία Genesis Pharma, στο Συνέδριο της Αμερικανικής Ακαδημίας Δερματολογίας 2017. Η ψωρίαση είναι μία χρόνια, συστηματική, φλεγμονώδης νόσος του δέρματος, μη μεταδοτική. Προσβάλλει περίπου 14 εκατομμύρια ανθρώπους στην Ευρώπη και οι ασθενείς στην Ελλάδα υπολογίζονται στους 200.000. Οι βλάβες της ψωρίασης εντοπίζονται συνήθως σε περιοχές κοντά στις αρθρώσεις, όπως οι αγκώνες και τα γόνατα, αλλά μπορούν επίσης να εμφανιστούν στο τριχωτό της κεφαλής, τα νύχια, τις παλάμες και τα πέλματα.
Ο κνησμός, αναγνωρίζεται από τους ασθενείς ως ένα από τα κυρίαρχα συμπτώματα που συμβάλλουν στη βαρύτητα της νόσου. Είναι μια νόσος με υψηλό αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής των ασθενών καθώς τα εμφανή συμπτώματά της (ερύθημα, πάχυνση της επιδερμίδας, έντονη απολέπιση) οδηγούν σε περιορισμούς στις κοινωνικές, προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις.
Οι θεραπευτικές εξελίξεις στον τομέα της ψωρίασης είναι σημαντικές, ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία, με τελευταία εξέλιξη την κυκλοφορία ενός νέου μικρού μορίου που χορηγείται από το στόμα, της απρεμιλάστης. Η απρεμιλάστη είναι εγκεκριμένη για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής χρόνιας κατά πλάκας ψωρίασης και της ενεργού ψωριασικής αρθρίτιδας, σε ενήλικες ασθενείς. Δρα μέσα στο κύτταρο, ελέγχοντας ένα μεγάλο φάσμα φλεγμονωδών ουσιών και αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις πολλαπλές εκδηλώσεις της ψωρίασης, έχοντας παράλληλα ευνοϊκό προφίλ ανοχής και ασφάλειας, χωρίς περιορισμούς σε ασθενείς με συνήθεις συννοσηρότητες. Τα πρώτα δεδομένα από την καθημερινή κλινική εμπειρία με την απρεμιλάστη προκύπτουν από μια πολυκεντρική, γερμανική μελέτη (LAPIS-PSO) που ανακοινώθηκε στο 75ο Ετήσιο Συνέδριο της Αμερικανικής Ακαδημίας Δερματολογίας (AAD 2017). Στο συγκεκριμένο συνέδριο παρουσιάστηκαν αρχικά αποτελέσματα, από 111 ασθενείς, από τα οποία προκύπτει ότι η απρεμιλάστη βελτίωσε σε σημαντικό βαθμό την ποιότητα ζωής στο 64% των ασθενών, σε διάστημα 4 μηνών, με τη βελτίωση αυτή να καταγράφεται από το πρώτο κιόλας μήνα. Στην ίδια μελέτη η απρεμιλάστη σημείωσε σημαντική και γρήγορη βελτίωση στην ψωρίαση του τριχωτού της κεφαλής, την ψωρίαση ονύχων, την ψωρίαση παλαμών-πελμάτων, αλλά και σε συμπτώματα που ταλαιπωρούν τους ασθενείς, όπως ο πόνος στο δέρμα και ο κνησμός. Το προφίλ ασφάλειας και ανεκτικότητας της απρεμιλάστης στους ασθενείς που συμμετείχαν στη μελέτη LAPIS-PSO ήταν αντίστοιχο με αυτό που είχε καταγραφεί στις πολυκεντρικές εγκριτικές κλινικές μελέτες.

Νέο σημείο αναφοράς για την ψωρίαση
Τα πρώτα δεδομένα Φάσης III για τη θεραπεία της ψωρίασης με τη χρήση της σεκουκινουμάμπης ανακοίνωσε η Novartis στο 26ο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Δερματολογίας και Αφροδισιολογίας (EADV) στη Γενεύη και τα οποία δείχνουν, ότι η σεκουκινουμάμπη παρείχε υψηλή και μακροχρόνια κάθαρση του δέρματος σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ψωρίαση κατά πλάκας στα 5 έτη. Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα, η σεκουκινουμάμπη στοχεύει εκλεκτικά την ιντερλευκίνη-17A (IL-17A), και αναστέλλει μία βασική κυτοκίνη που εμπλέκεται στην παθογένεια της ψωρίασης.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η IL-17A διαδραμματίζει σημαντικό ρόλο στην παθογένεση της ψωρίασης κατά πλάκας, της ψωριασικής αρθρίτιδας (PsA) και της αγκυλοποιητικής σπονδυλαρθρίτιδας (AS). Η αναστολή της IL-17A είναι σημαντική καθώς έως και το 30% των ασθενών με ψωρίαση ενδέχεται να εμφανίσει ψωριασική αρθρίτιδα. Όπως ανέφερε ο Dr. Robert Bissonnette, Innovaderm Research από το Μόντρεαλ του Καναδά τα δεδομένα αυτά είναι σημαντικά για τους δερματολόγους, καθώς δείχνουν ότι η υψηλή αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του secukinumab, διατηρήθηκε σε όλη την 5ετή διάρκεια της θεραπείας.
Το καθαρό δέρμα είναι ο στόχος στη θεραπεία της ψωρίασης, και η ανταπόκριση στον δείκτη PASI (Psoriasis Area and Severity Index) κατά 75, 90 ή 100 θεωρείται σημαντική μέτρηση για την επιτυχία της θεραπείας. Κατά την περίοδο επέκτασης της θεραπείας από το Έτος 1 (Εβδομάδα 52) έως το τέλος του Έτους 5 (Εβδομάδα 260), τα ποσοστά ανταπόκρισης PASI 75/90/100 παρέμειναν σταθερά. Ποσοστό ανταπόκρισης PASI 75 και PASI 90 επιτεύχθηκε στο 89% και 69% των ασθενών με ψωρίαση, αντιστοίχως, κατά το Έτος 1 (από ανάλυση «κατά παρατήρηση») και αυτό το υψηλό ποσοστό διατηρήθηκε έως το Έτος 5 (89% και 66%, αντίστοιχα).
Επιπλέον, το 44% των ασθενών με ψωρίαση πέτυχε τελείως καθαρό δέρμα (PASI 100) κατά το Έτος 1 και το ποσοστό αυτό διατηρήθηκε έως το Έτος 5 (41%). Η σεκουκινουμάμπη συνέχισε να επιδεικνύει ευνοϊκό και συνεπές προφίλ ασφάλειας και χαμηλή ανοσογονικότητα. Να σημειωθεί ότι η σεκουκινουμάμπη έχει συνταγογραφηθεί μέχρι σήμερα σε περισσότερους από 100.000 ασθενείς, σε μετεγκριτικές συνθήκες παγκοσμίως, σε όλες τις ενδείξεις, ενώ το 2017 σηματοδοτεί τα 10 έτη από την πρώτη επίσκεψη του πρώτου ασθενούς σε κλινική μελέτη της σεκουκινουμάμπης.

Το 56.2% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με brodalumab διατηρούν καθαρό δέρμα πάνω από 2 έτη
Η LEO Pharma ανακοίνωσε στο 26ο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Δερματολογίας (EADV) στη Γενεύη τα νέα στοιχεία από τη μελέτη Φάσης III τα οποία διευρύνουν τη βάση των δεδομένων που σχετίζονται με την αποτελεσματικότητα, την ασφάλεια και τα οφέλη για την ποιότητα ζωής από τη θεραπεία με brodalumab, μια βιολογική θεραπεία για άτομα με μέτρια έως σοβαρή ψωρίαση κατά πλάκας. Τα αποτελέσματα από μια μακροχρόνια μελέτη επέκτασης έδειξαν ότι το brodalumab εξασφάλισε σταθερά υψηλά επίπεδα κάθαρσης του δέρματος (PAS 100) για περισσότερο από δύο χρόνια σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ψωρίαση. Ενώ, ξεχωριστές συγκεντρωτικές αναλύσεις από τις κλινικές μελέτες AMAGINE έδειξαν ότι οι ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με brodalumab ανέφεραν σημαντική βελτίωση στην ποιότητα ζωής που σχετίζεται με την υγεία τους σε σχέση με το εικονικό φάρμακο. Το brodalumab έλαβε άδεια κυκλοφορίας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Ιούλιο του 2017 και είναι ο πρώτος και μοναδικός βιολογικός παράγοντας που στοχεύει επιλεκτικά την υπομονάδα Α του υποδοχέα της IL-17. Δεδομένου ότι συνδέεται με τον συγκεκριμένο υποδοχέα των κυττάρων του δέρματος αντί να στοχεύει τους ελεύθερους μεσολαβητές φλεγμονής, το brodalumab εμποδίζει τη βιολογική δράση αρκετών προφλεγμονωδών κυτοκινών IL-17 που εμπλέκονται στον σχηματισμό της ψωριασικής πλάκας. Αυτός ο μηχανισμός δράσης είναι διαφορετικός από αυτόν των άλλων διαθέσιμων βιολογικών παραγόντων για την ψωρίαση.

Χρόνια Αυθόρμητη Κνίδωση: μια δυσάρεστη δερματική νόσος
Η Χρόνια Αυθόρμητη Κνίδωση (CSU) ή Χρόνια Ιδιοπαθής Κνίδωση (CIU, ΗΠΑ ) είναι μία σοβαρή και δυσάρεστη δερματική νόσος, η οποία χαρακτηρίζεται από ερυθρούς, οιδηματώδεις, κνησμώδεις και ορισμένες φορές επώδυνους πομφούς στο δέρμα. Ο επιπολασμός της Χρόνιας Κνίδωσης (CU) ανέρχεται στο ~1% του παγκόσμιου πληθυσμού, και έως και τα 2/3 των ασθενών αυτών έχουν Χρόνια Αυθόρμητη Κνίδωση. Η Χρόνια Αυθόρμητη Κνίδωση είναι μία απρόβλεπτη και εξουθενωτική νόσος με κνησμό, πομφούς και μπορεί να εμφανιστεί με οίδημα των βαθύτερων στιβάδων του δέρματος (αγγειοοίδημα), που παρουσιάζεται ξαφνικά και επανεμφανίζεται για περισσότερες από έξι εβδομάδες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η Χρόνια Αυθόρμητη Κνίδωση διαρκεί γενικά από 1 έως 5 χρόνια, αλλά μπορεί να διαρκέσει ακόμα και δεκαετίες. Οι γυναίκες έχουν διπλάσια πιθανότητα εμφάνισης της νόσου σε σχέση με τους άνδρες. Τα συμπτώματα της Χρόνιας Αυθόρμητης Κνίδωσης είναι απρόβλεπτα, εμφανίζονται αυτόματα χωρίς συγκεκριμένο εξωτερικό εκλυτικό παράγοντα και χαρακτηρίζονται κυρίως από κνησμό, πομφούς και αγγειοοίδημα, ενώ, περιλαμβάνουν την εμφάνιση με μορφή εξάρσεων δερματικών εξανθημάτων με συνοδό κνησμό, που συχνά περιγράφονται ως πομφοί. Έως και το 50% των ατόμων με Χρόνια Αυθόρμητη Κνίδωση εμφανίζει επίσης αγγειοοίδημα και τείνει να παρουσιάζει συμπτώματα μεγαλύτερης διάρκειας. Η έρευνα για τα υποκείμενα αίτια της Χρόνιας Αυθόρμητης Κνίδωσης έχει υποδείξει το ρόλο του ανοσοποιητικού συστήματος, με πιθανούς επιβαρυντικούς παράγοντες όπως λοίμωξη και άγχος. Η Χρόνια Αυθόρμητη Κνίδωση μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την ποιότητα ζωής του ατόμου, οδηγώντας σε αρνητικές επιδράσεις που περιλαμβάνουν στέρηση ύπνου και ψυχολογικές συννοσηρότητες, όπως κατάθλιψη και άγχος.
Η έρευνα υποδεικνύει ότι οι προαναφερθείσες επιδράσεις είναι αντίστοιχες αυτών που παρατηρούνται σε άτομα με ισχαιμική καρδιοπάθεια, τα οποία βιώνουν έλλειψη ενέργειας, κοινωνική απομόνωση και συναισθηματική αναστάτωση. Οι ασθενείς εμφανίζουν επίσης δυσκολίες σε σχέση με την εργασία τους, με περισσότερους από τους μισούς εξ΄ αυτών(56%) να χάνουν τουλάχιστον μία ημέρα εργασίας εξαιτίας της πάθησης τους. Έως και το 50% των ασθενών με Χρόνια Αυθόρμητη Κνίδωση δεν ανταποκρίνεται στις εγκεκριμένες δόσεις των Η1-αντιισταμινικών. Ο θεραπευτικός στόχος για τη νόσο είναι η πλήρης ύφεση των συμπτωμάτων με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια.

Επιβεβαιώνεται η αποτελεσματικότητα της ομαλιζουμάμπης σε ασθενείς με κνίδωση
Τα δεδομένα της μελέτης φάσης IIIb OPTIMA επιβεβαιώνουν εκ νέου ότι σχεδόν στα 2/3 των ασθενών που πήραν θεραπεία με ομαλιζουμάμπη 300mg για 6 μήνες επετεύχθη ικανοποιητικός έλεγχος της νόσου. Συγκεκριμένα, όπως ανακοίνωσε η Novartis, τα νέα δεδομένα καταδεικνύουν ότι ποσοστό σχεδόν 90% των ασθενών με χρόνια αυθόρμητη κνίδωση (ΧΑΚ) που είχαν ανταποκριθεί ικανοποιητικά στην αρχική θεραπεία με την ομαλιζουμάμπη, μετά από διακοπή της θεραπείας, επανέκτησαν τον έλεγχο των συμπτωμάτων της νόσου σε διάστημα 12 εβδομάδων επαναθεραπείας με ομαλιζουμάμπη, βάσει του κριτηρίου της Εβδομαδιαίας Βαθμολογίας Ενεργότητας της Κνίδωσης (UAS7) (UAS7≤6). Η ΧΑΚ είναι μία δυσάρεστη δερματική πάθηση που εμφανίζεται αυθόρμητα και προκαλεί επίμονους πομφούς και/ή επώδυνο βαθύτερο οίδημα του δέρματος για 6 εβδομάδες ή περισσότερο. Σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες για τη θεραπεία της νόσου, ο στόχος της θεραπείας για τη ΧΑΚ είναι η πλήρης εξάλειψη των συμπτωμάτων. Για τους ασθενείς με ΧΑΚ που δεν πέτυχαν ικανοποιητικό έλεγχο των συμπτωμάτων τους με θεραπεία με Η1-αντιισταμινικά (ανταγωνιστές των Η1 υποδοχέων), η ομαλιζουμάμπη μπορεί να μειώσει ή να εξαλείψει τα συμπτώματα. Η ομαλιζουμάμπη είναι η πρώτη και η μοναδική εγκεκριμένη θεραπεία για τους ασθενείς με ΧΑΚ που δεν εμφανίζουν ικανοποιητική ανταπόκριση στα Η1-αντιισταμινικά. Στη μελέτη OPTIMA, 314 συμμετέχοντες με συμπτώματα ΧΑΚ παρά τη λήψη H1-αντιισταμινικών τυχαιοποιήθηκαν σε θεραπεία για 24 εβδομάδες με ομαλιζουμάμπη 150mg ή 300mg. Για τα άτομα που ανταποκρίθηκαν ικανοποιητικά σε αυτήν την αρχική θεραπεία (UAS7≤6) ακολούθησε μία περίοδος διακοπής της θεραπείας και κατόπιν, εφόσον τα συμπτώματα επανήλθαν (UAS7>16), έλαβαν επαναληπτική θεραπεία. Ο έλεγχος των συμπτωμάτων (UAS7≤6) επετεύχθη σε ποσοστό σχεδόν 90% των ασθενών που έλαβαν επαναθεραπεία, σε διάστημα τριών μηνών. Η ομαλιζουμάμπη ήταν καλά ανεκτή και στις δύο δόσεις και κατά τη διάρκεια και των δύο περιόδων χορήγησης.
Περαιτέρω δεδομένα από τη μελέτη OPTIMA κατέδειξαν ότι, μετά από 24 εβδομάδες θεραπείας, το 65% των ασθενών που έλαβαν μηνιαία θεραπεία με 300mg ομαλιζουμάμπη πέτυχαν ικανοποιητικό έλεγχο (UAS7≤6), σε σύγκριση με το 15% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ομαλιζουμάμπη 150mg. Στο διάστημα μεταξύ 8 και 24 εβδομάδων θεραπείας, ποσοστό 79% των ασθενών που ξεκίνησαν με ομαλιζουμάμπη 150mg δεν πέτυχαν ικανοποιητικό έλεγχο (UAS7>6) και η δόση τους αυξήθηκε στα 300 mg. Μετά από 3 επιπρόσθετες δόσεις (300mg), το 45% αυτών των ασθενών πέτυχε έλεγχο των συμπτωμάτων, υποδηλώνοντας τη σημασία αύξησης της δόσης σε ορισμένους ασθενείς.

Ηλεκτρονικό περιοδικό «Health daily»